ΜΕΡΟΣ 3 — Ο ΝΕΑΡΟΣ ΠΟΥ ΕΔΩΣΕ ΤΟ ΦΑΓΗΤΟ ΤΟΥ ΚΑΙ ΠΛΗΡΩΣΕ ΑΚΡΙΒΑ
Ο Νίκος ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται μόλις αντίκρισε τον διευθυντή.
Ο Στέφανος Καρράς ήταν γνωστός σε όλους τους υπαλλήλους για την αυστηρότητά του. Δεν ανεχόταν λάθη, δεν δεχόταν δικαιολογίες και θεωρούσε ότι κάθε υπάλληλος έπρεπε να προστατεύει την εικόνα του ξενοδοχείου πάνω απ’ όλα.
«Τι έδωσες στον άντρα έξω;» ρώτησε ψυχρά.
Ο Νίκος προσπάθησε να μιλήσει ήρεμα.
«Το φαγητό μου, κύριε. Δεν είχε φάει.»
«Και ποιος σου έδωσε το δικαίωμα να παίρνεις φαγητό από το προσωπικό και να το μοιράζεις σε αγνώστους;»
«Ήταν δικό μου. Το είχα αγοράσει με τα χρήματά μου.»
Ο Στέφανος έκανε ένα βήμα πιο κοντά.
«Δεν με ενδιαφέρει. Έκανες το ξενοδοχείο να φαίνεται σαν να μην μπορεί να ελέγξει ποιος κυκλοφορεί γύρω του.»
Ο Νίκος κατέβασε το βλέμμα.
«Δεν ήθελα να προκαλέσω κανένα πρόβλημα.»
«Αλλά προκάλεσες.»
Ο διευθυντής τον οδήγησε σε ένα μικρό γραφείο πίσω από τη ρεσεψιόν. Ο Νίκος ακολούθησε χωρίς να διαμαρτυρηθεί.
Στο γραφείο, ο Στέφανος έκλεισε την πόρτα.
«Έχεις ήδη καθυστερήσει δύο φορές αυτή την εβδομάδα. Και τώρα αποφασίζεις να παίζεις τον ήρωα μπροστά στους πελάτες;»
«Η πρώτη φορά ήταν επειδή το λεωφορείο είχε καθυστέρηση. Τη δεύτερη ήρθα νωρίτερα και κάλυψα τη βάρδια ενός συναδέλφου.»
«Δεν με ενδιαφέρουν οι εξηγήσεις σου.»
Ο Νίκος πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Με όλο τον σεβασμό, κύριε, δεν πιστεύω ότι έκανα κάτι κακό.»
Ο Στέφανος τον κοίταξε σαν να είχε ακούσει τη μεγαλύτερη προσβολή της ζωής του.
«Δεν θα μου πεις εσύ τι είναι σωστό και τι λάθος σε αυτό το ξενοδοχείο.»
«Δεν προσπαθώ να σας προσβάλω. Απλώς δεν μπορούσα να αφήσω έναν άνθρωπο νηστικό.»
Ο διευθυντής άνοιξε ένα συρτάρι, έβγαλε έναν φάκελο και τον άφησε πάνω στο γραφείο.
«Θα υπογράψεις μια προειδοποίηση. Αν ξανασυμβεί κάτι παρόμοιο, η συνεργασία μας τελειώνει.»
Ο Νίκος κοίταξε το χαρτί.
Χρειαζόταν απεγνωσμένα αυτή τη δουλειά. Η μητέρα του είχε προβλήματα υγείας και εκείνος πλήρωνε το μεγαλύτερο μέρος των εξόδων του σπιτιού. Κάθε μήνα μετρούσε τα χρήματα προσεκτικά για να καλύψει το ενοίκιο, τους λογαριασμούς και τα φάρμακά της.
Η απώλεια της δουλειάς του θα σήμαινε καταστροφή.
«Σας παρακαλώ», είπε χαμηλόφωνα. «Μη με τιμωρείτε για κάτι που έκανα από καλοσύνη.»
Ο Στέφανος έδειξε το χαρτί.
«Υπόγραψε.»
Ο Νίκος πήρε το στυλό. Το χέρι του έτρεμε, αλλά υπέγραψε.
Όταν βγήκε από το γραφείο, προσπάθησε να κρύψει τη στενοχώρια του από τους συναδέλφους του.
Δεν ήθελε να μάθει κανείς ότι κινδύνευε να χάσει τη δουλειά του εξαιτίας ενός ανθρώπου που είχε δει για πρώτη φορά στη ζωή του.
Αυτό που δεν γνώριζε ήταν ότι ο Αλέξανδρος είχε παρακολουθήσει ολόκληρη τη σκηνή από μια πλαϊνή πόρτα που οδηγούσε στον διάδρομο υπηρεσίας.
Είχε επιστρέψει στο κτίριο λίγα λεπτά νωρίτερα, χωρίς να γίνει αντιληπτός.
Και είχε ακούσει κάθε λέξη.
Ο θυμός του ήταν τόσο μεγάλος που για μια στιγμή σκέφτηκε να αποκαλύψει αμέσως ποιος ήταν.
Όμως συγκρατήθηκε.
Δεν ήθελε να τιμωρήσει απλώς έναν κακό διευθυντή. Ήθελε να καταλάβει πώς είχε δημιουργηθεί ένα περιβάλλον στο οποίο η καλοσύνη θεωρούνταν παράπτωμα.
Το απόγευμα, ο Αλέξανδρος επέστρεψε στο λόμπι.
Αυτή τη φορά, η Βίκυ έλειπε από τη ρεσεψιόν. Στη θέση της βρισκόταν ένας μεγαλύτερος υπάλληλος, ο οποίος τον κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα και μετά πλησίασε.
«Καλησπέρα, κύριε. Χρειάζεστε κάποια βοήθεια;»
Ο Αλέξανδρος ξαφνιάστηκε από τον τόνο του.
«Θα ήθελα να ρωτήσω αν υπάρχει κάποιο μέρος όπου μπορώ να ξεκουραστώ για λίγο.»
Ο υπάλληλος έριξε μια διακριτική ματιά στα ρούχα του, αλλά δεν άλλαξε έκφραση.
«Υπάρχει ένα παγκάκι στον κήπο. Αν θέλετε, μπορώ να σας φέρω λίγο νερό.»
«Δεν φοβάστε ότι ο διευθυντής σας θα θυμώσει;»
Ο άντρας χαμογέλασε λυπημένα.
«Έχω εργαστεί σε ξενοδοχεία για τριάντα χρόνια. Έχω μάθει ότι η φιλοξενία δεν αρχίζει όταν ο πελάτης δείχνει την πιστωτική του κάρτα. Αρχίζει όταν κάποιος χρειάζεται βοήθεια.»
Ο Αλέξανδρος ένιωσε να τον διαπερνά μια παράξενη συγκίνηση.
«Πώς σας λένε;»
«Γιώργος.»
«Καιρό εργάζεστε εδώ, κύριε Γιώργο;»
«Δεκαπέντε χρόνια.»
«Τότε θα έχετε δει πολλά.»
Ο Γιώργος κοίταξε διακριτικά προς το γραφείο του διευθυντή.
«Περισσότερα απ’ όσα θα ήθελα.»
Πριν προλάβει ο Αλέξανδρος να συνεχίσει, ο Γιώργος χαμήλωσε τη φωνή του.
«Αν πραγματικά χρειάζεστε βοήθεια, καθίστε στον κήπο. Αλλά προσέξτε. Δεν είναι όλοι εδώ όπως φαίνονται.»
Ο Αλέξανδρος ένιωσε ότι πίσω από αυτά τα λόγια κρυβόταν κάτι μεγαλύτερο.
«Τι εννοείτε;»
Ο Γιώργος κοίταξε γύρω του για να βεβαιωθεί ότι κανείς δεν τους άκουγε.
«Υπάρχουν πράγματα που συμβαίνουν σε αυτό το ξενοδοχείο και δεν φτάνουν ποτέ στα αυτιά των ιδιοκτητών.»
Η καρδιά του Αλέξανδρου χτύπησε πιο δυνατά.
«Τι πράγματα;»
Ο Γιώργος δίστασε.
Ύστερα πλησίασε ακόμη περισσότερο και ψιθύρισε:
«Αν ήξερα ότι δεν θα κινδύνευα να χάσω τη δουλειά μου, θα σας έλεγα τι πραγματικά συμβαίνει πίσω από τις κλειστές πόρτες.»
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 4…

0 comments:
Post a Comment