ΜΕΡΟΣ 4 — ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΠΟΥ Ο ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΣΕ ΝΑ ΚΡΥΨΕΙ
Ο Αλέξανδρος δεν κοιμήθηκε σχεδόν καθόλου εκείνο το βράδυ.
Είχε επιστρέψει στο μικρό διαμέρισμά του, είχε βγάλει τα σκισμένα ρούχα και είχε καθίσει μπροστά στο γραφείο του, εξετάζοντας τις σημειώσεις που είχε κρατήσει.
Η συμπεριφορά της Βίκυς και του υπευθύνου ασφαλείας ήταν απαράδεκτη. Η τιμωρία του Νίκου ήταν ακόμη χειρότερη.
Αλλά τα λόγια του Γιώργου τον ανησυχούσαν περισσότερο.
«Υπάρχουν πράγματα που δεν φτάνουν ποτέ στα αυτιά των ιδιοκτητών.»
Πώς ήταν δυνατόν να συμβαίνει κάτι τέτοιο σε μια επιχείρηση που είχε δημιουργήσει ο ίδιος;
Το επόμενο πρωί, ο Αλέξανδρος τηλεφώνησε στη γραμματέα του, την Ελένη.
«Θέλω να μου συγκεντρώσεις όλες τις καταγγελίες εργαζομένων από το ξενοδοχείο “Μεγάλη Αυγή” των τελευταίων δύο ετών.»
Η Ελένη ξαφνιάστηκε.
«Όλες, κύριε Δημητρίου;»
«Όλες. Ακόμη κι εκείνες που χαρακτηρίστηκαν ασήμαντες.»
«Υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο πρόβλημα;»
Ο Αλέξανδρος κοίταξε έξω από το παράθυρο.
«Υπάρχει κάτι που δεν μου αρέσει. Και θέλω να ξέρω την αλήθεια.»
Μέσα σε λίγες ώρες, άρχισαν να συγκεντρώνονται έγγραφα.
Αρχικά, ο Αλέξανδρος πίστεψε ότι θα έβρισκε μόνο μερικά παράπονα για βάρδιες και μισθούς. Όμως όσο διάβαζε, τόσο περισσότερο σκοτείνιαζε το πρόσωπό του.
Υπήρχαν αναφορές για υπερωρίες που δεν πληρώθηκαν ποτέ. Για εργαζομένους που αναγκάζονταν να καλύπτουν διπλές βάρδιες. Για παράπονα πελατών που εξαφανίζονταν από τα αρχεία. Για εργαζομένους που είχαν απομακρυνθεί αφού διαμαρτυρήθηκαν για τη συμπεριφορά του διευθυντή.
Το χειρότερο ήταν ότι πολλές καταγγελίες είχαν καταγραφεί ως «αβάσιμες» χωρίς ουσιαστική διερεύνηση.
Ο Αλέξανδρος έσφιξε τις γροθιές του.
Ο Στέφανος Καρράς δεν ήταν απλώς ένας αυστηρός διευθυντής. Είχε δημιουργήσει ένα περιβάλλον φόβου, όπου οι εργαζόμενοι προτιμούσαν να σιωπούν παρά να διακινδυνεύσουν το εισόδημά τους.
Κι όμως, ο Στέφανος εξακολουθούσε να παρουσιάζεται στις συναντήσεις ως υπόδειγμα επαγγελματία.
Λίγο αργότερα, η Ελένη μπήκε στο γραφείο κρατώντας έναν ακόμη φάκελο.
«Υπάρχει κάτι που πρέπει να δείτε.»
Ο Αλέξανδρος άνοιξε τον φάκελο.
Μέσα υπήρχαν αντίγραφα οικονομικών αναφορών, τιμολόγια και σημειώσεις σχετικά με τις δαπάνες του ξενοδοχείου.
«Τι είναι αυτά;»
«Ορισμένες πληρωμές δεν συμφωνούν με τα παραστατικά. Δεν μπορώ να σας πω ακόμη αν πρόκειται για λάθη ή για κάτι πιο σοβαρό, αλλά οι διαφορές επαναλαμβάνονται.»
Ο Αλέξανδρος κοίταξε τα ποσά.
«Ποιος υπέγραφε τις εγκρίσεις;»
Η Ελένη πήρε μια ανάσα.
«Ο κύριος Καρράς.»
Για λίγα δευτερόλεπτα, το γραφείο βυθίστηκε στη σιωπή.
Ο Αλέξανδρος δεν ήθελε να βγάλει βιαστικά συμπεράσματα. Οι αριθμοί έπρεπε να ελεγχθούν από ανεξάρτητους οικονομικούς ελεγκτές. Όμως τώρα είχε έναν ακόμη λόγο να συνεχίσει την έρευνά του.
«Θέλω πλήρη έλεγχο. Διακριτικά. Και μέχρι να έχουμε αποδείξεις, δεν θα κατηγορήσουμε κανέναν.»
Η Ελένη έγνεψε και αποχώρησε.
Ο Αλέξανδρος φόρεσε ξανά τα παλιά του ρούχα.
Αυτή τη φορά, όταν έφτασε στο ξενοδοχείο, δεν πήγε στην κεντρική είσοδο. Μπήκε από την πίσω πλευρά, όπου οι εργαζόμενοι παρέδιδαν τις προμήθειες και έπαιρναν τα διαλείμματά τους.
Εκεί βρήκε τον Νίκο να κάθεται μόνος σε ένα μικρό δωμάτιο προσωπικού.
Ο νεαρός είχε μπροστά του ένα άθικτο κουτί φαγητού.
«Δεν πεινάς;» ρώτησε ο Αλέξανδρος.
Ο Νίκος σήκωσε το κεφάλι και χαμογέλασε αδύναμα.
«Πεινάω. Απλώς σκέφτομαι.»
«Για τη δουλειά σου;»
Ο Νίκος ξαφνιάστηκε.
«Πώς το ξέρετε;»
«Σε είδα χθες.»
Ο νεαρός κατέβασε το βλέμμα.
«Δεν έπρεπε να σας δώσω το φαγητό. Τώρα κινδυνεύω να χάσω τη δουλειά μου.»
Ο Αλέξανδρος ένιωσε ενοχές.
«Αν ήξερες ότι θα συνέβαινε αυτό, θα το έκανες ξανά;»
Ο Νίκος σκέφτηκε για λίγο.
«Ναι», απάντησε τελικά. «Ίσως να φοβόμουν περισσότερο, αλλά πάλι θα το έκανα.»
«Γιατί;»
«Επειδή η μητέρα μου με μεγάλωσε λέγοντάς μου ότι δεν πρέπει να μετράμε την αξία ενός ανθρώπου από τα ρούχα του. Μου έλεγε πως δεν γνωρίζουμε ποτέ τι κουβαλάει ο άλλος μέσα του.»
Ο Αλέξανδρος έμεινε ακίνητος.
«Η μητέρα σου πρέπει να είναι σπουδαίος άνθρωπος.»
«Είναι. Έχει περάσει πολλά, αλλά δεν έχασε ποτέ την καλοσύνη της.»
Ο Νίκος δίστασε και ύστερα συνέχισε:
«Πριν από χρόνια, όταν ο πατέρας μου πέθανε, ένας άγνωστος μας βοήθησε να πληρώσουμε το ενοίκιο. Δεν μάθαμε ποτέ ποιος ήταν. Η μητέρα μου έλεγε ότι, όταν κάποιος σε βοηθάει την ώρα που δεν έχεις τίποτα, δεν πρέπει να ξεχνάς αυτή την πράξη.»
Ο Αλέξανδρος ένιωσε τα μάτια του να υγραίνονται.
Δεν ήξερε ακόμη ποιος ήταν αυτός ο νεαρός. Δεν γνώριζε όλη την ιστορία της οικογένειάς του.
Αλλά είχε αρχίσει να καταλαβαίνει κάτι σημαντικό.
Ο Νίκος είχε πολύ λιγότερα χρήματα από τους περισσότερους υπαλλήλους του ξενοδοχείου, αλλά διέθετε κάτι που δεν μπορούσε να αγοράσει κανένα από τα εκατομμύριά του.
Μια καθαρή καρδιά.
Τότε ακούστηκε ένα δυνατό χτύπημα στην πόρτα.
Ο Στέφανος Καρράς στεκόταν απ’ έξω.
Κοίταξε τον Νίκο και μετά τον Αλέξανδρο.
«Τι κάνεις εδώ;» φώναξε στον νεαρό.
Ύστερα στράφηκε προς τον Αλέξανδρο.
«Και εσύ; Ποιος σου επέτρεψε να μπεις στον χώρο του προσωπικού;»
Ο Αλέξανδρος σηκώθηκε αργά.
Ο διευθυντής δεν είχε ιδέα ότι, με τα επόμενα λόγια του, θα έφερνε την ίδια του την καριέρα στο χείλος της καταστροφής.
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 5…

0 comments:
Post a Comment