ΜΕΡΟΣ 1 — ΠΑΝΤΡΕΥΤΗΚΕ ΤΗΝ 18ΧΡΟΝΗ ΕΤΟΙΜΟΘΑΝΑΤΗ ΑΣΘΕΝΗ ΤΟΥ ΓΙΑ ΝΑ ΤΗΣ ΕΚΠΛΗΡΩΣΕΙ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΥΧΗ… ΑΛΛΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΗΔΕΙΑ ΤΗΣ, Η ΑΔΕΛΦΗ ΤΗΣ ΤΟΥ ΠΑΡΕΔΩΣΕ ΕΝΑ ΚΟΥΤΙ ΠΟΥ ΠΑΡΑΛΙΓΟ ΝΑ ΚΑΤΑΣΤΡΕΨΕΙ ΤΗ ΖΩΗ ΤΟΥ!
Ο Λούκας Μπένετ ήταν μόλις τριάντα ετών και είχε περάσει σχεδόν ολόκληρη τη ζωή του κυνηγώντας ένα όνειρο που έμοιαζε απλησίαστο. Μεγάλωσε σε μια οικογένεια που δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να πληρώσει τις σπουδές του, γι' αυτό εργαζόταν τα Σαββατοκύριακα, διάβαζε μέχρι αργά τη νύχτα και κοιμόταν ελάχιστα. Όταν οι συμφοιτητές του απολάμβαναν τις διακοπές τους, εκείνος μετρούσε τα χρήματα στον τραπεζικό του λογαριασμό και αναρωτιόταν πώς θα πλήρωνε το επόμενο εξάμηνο.
Όταν τελικά πήρε το πτυχίο της Ιατρικής, πίστεψε ότι είχε αφήσει πίσω του τα δυσκολότερα χρόνια.
Έκανε λάθος.
Τα φοιτητικά του δάνεια εξακολουθούσαν να τον κυνηγούν, τα έξοδα ήταν υψηλά και κάθε μήνα ένα μέρος του μισθού του εξαφανιζόταν πριν προλάβει να το αγγίξει. Παρ' όλα αυτά, ο Λούκας αγαπούσε τη δουλειά του. Για εκείνον, η ιατρική δεν ήταν απλώς ένα επάγγελμα. Ήταν ο τρόπος του να προσφέρει στους άλλους τη βοήθεια που ο ίδιος είχε ονειρευτεί όταν μεγάλωνε.
Εργαζόταν στην ογκολογική κλινική ενός μεγάλου νοσοκομείου, όπου καθημερινά συναντούσε ανθρώπους που πάλευαν με την πιο δύσκολη μάχη της ζωής τους.
Εκεί γνώρισε την Αλίσια Μπένετ.
Ήταν δεκαοκτώ ετών, με μεγάλα εκφραστικά μάτια και ένα χαμόγελο που έκανε τους πάντες να ξεχνούν, έστω και για λίγα λεπτά, τον πόνο γύρω τους. Η ασθένειά της είχε προχωρήσει πολύ, οι θεραπείες την εξαντλούσαν και τα μαλλιά της είχαν αρχίσει να πέφτουν. Ωστόσο, ακόμη και τις ημέρες που δυσκολευόταν να σηκωθεί από το κρεβάτι, έβρισκε τρόπο να κάνει τις νοσοκόμες να γελούν.
«Δόκτωρ Λούκας, έχω μια σοβαρή καταγγελία», του είπε μια μέρα.
Εκείνος σήκωσε το βλέμμα από τον φάκελό της.
«Τι συνέβη;»
«Κάθε φορά που μπαίνετε στο δωμάτιο, έχετε την ίδια σοβαρή έκφραση. Είστε γιατρός ή επιθεωρητής της εφορίας;»
Η νοσοκόμα που άλλαζε τα σεντόνια ξέσπασε σε γέλια.
Ο Λούκας προσπάθησε να παραμείνει σοβαρός.
«Πρέπει να φροντίσω να παίρνεις τα φάρμακά σου στην ώρα τους.»
«Και εγώ πρέπει να φροντίσω να μάθεις να χαμογελάς. Νομίζω ότι η θεραπεία μου θα πετύχει γρηγορότερα αν χαμογελάς περισσότερο.»
«Δεν είμαι σίγουρος ότι αυτό περιλαμβάνεται στο θεραπευτικό πρωτόκολλο.»
«Τότε το πρωτόκολλο χρειάζεται επειγόντως αλλαγές.»
Αυτή ήταν η Αλίσια. Ακόμη και όταν φοβόταν, προσπαθούσε να κάνει τους άλλους να γελάσουν.
Ο Λούκας άρχισε να ανυπομονεί για τις επισκέψεις του στο δωμάτιό της. Μιλούσαν για βιβλία, μουσική, ταξίδια που εκείνη ονειρευόταν να κάνει και για τις μικρές χαρές της καθημερινότητας. Εκείνη τον ρωτούσε για τη ζωή του, και εκείνος, χωρίς να το καταλαβαίνει, άρχισε να της αποκαλύπτει πράγματα που συνήθως κρατούσε για τον εαυτό του.
Μια μέρα, έξι εβδομάδες μετά την πρώτη τους συνάντηση, η Αλίσια τον είδε να κοιτάζει το κινητό του με ανήσυχη έκφραση.
«Κακά νέα, γιατρέ;»
Ο Λούκας έκρυψε βιαστικά την οθόνη.
«Τίποτα σημαντικό.»
«Αυτή είναι η αγαπημένη φράση των ανθρώπων που έχουν κάτι σημαντικό.»
Εκείνος αναστέναξε.
«Μια ειδοποίηση για το φοιτητικό μου δάνειο. Δεν είναι κάτι που μπορείς να λύσεις εσύ.»
Η Αλίσια συνοφρυώθηκε.
«Περίμενε. Πλήρωσες τόσα χρήματα για να γίνεις γιατρός και τώρα πρέπει να πληρώνεις για να θυμάσαι ότι είσαι γιατρός;»
Ο Λούκας γέλασε.
«Κάπως έτσι.»
«Απαράδεκτο. Θα έπρεπε να σου επιστρέψουν τα χρήματα για όλο εκείνο το διάβασμα.»
«Αν το καταφέρεις, θα σου χρωστάω χάρη.»
Η Αλίσια χαμογέλασε, αλλά ύστερα το βλέμμα της έγινε πιο σοβαρό.
«Δούλεψες πολύ σκληρά, έτσι δεν είναι;»
Ο Λούκας δεν απάντησε αμέσως.
«Ναι. Αλλά άξιζε.»
«Μερικές φορές αναρωτιέμαι αν οι άνθρωποι που καταφέρνουν να κάνουν τα όνειρά τους πραγματικότητα έχουν ποτέ την ευκαιρία να τα απολαύσουν.»
Η ερώτηση τον ξάφνιασε.
«Γιατί το λες αυτό;»
Η Αλίσια κοίταξε έξω από το παράθυρο.
«Επειδή όλοι μου λένε ότι πρέπει να είμαι δυνατή, να συνεχίσω να ελπίζω και να μην τα παρατήσω. Αλλά κανείς δεν με ρωτά τι θέλω να κάνω με τον χρόνο που μου απομένει.»
Ο Λούκας ένιωσε έναν κόμπο στον λαιμό.
Δεν ήταν η πρώτη φορά που την άκουγε να μιλά για τον θάνατο, αλλά εκείνη την ημέρα η φωνή της ακουγόταν διαφορετική.
«Έχεις ακόμη πράγματα να κάνεις», της είπε. «Και θα είμαστε εδώ για να σε βοηθήσουμε όσο μπορούμε.»
«Το ξέρω», απάντησε εκείνη. «Αλλά δεν θέλω να περάσω τις τελευταίες μου ημέρες ακούγοντας μόνο για εξετάσεις και φάρμακα.»
Ο Λούκας της έσφιξε απαλά το χέρι.
«Τότε θα μιλάμε και για άλλα πράγματα.»
Για λίγο, πίστεψε ότι αυτό ήταν αρκετό.
Ώσπου ήρθε η Τρίτη που άλλαξε τα πάντα.
Η υπεύθυνη ογκολόγος κάλεσε την οικογένεια της Αλίσια σε ένα μικρό δωμάτιο συσκέψεων. Ο Λούκας δεν συμμετείχε στην ενημέρωση, καθώς δεν ήταν ο θεράπων γιατρός της, αλλά αργότερα έμαθε ότι η κατάσταση είχε επιδεινωθεί απότομα.
Οι διαθέσιμες θεραπείες δεν απέδιδαν πλέον.
Οι γιατροί εκτιμούσαν ότι ίσως της απέμεναν μόνο λίγες ημέρες.
Εκείνο το απόγευμα, ο Λούκας πέρασε έξω από το δωμάτιό της. Είχε σκοπό να συνεχίσει προς τον επόμενο ασθενή, αλλά η φωνή της τον σταμάτησε.
«Δόκτωρ Λούκας;»
Γύρισε.
Η Αλίσια καθόταν στο κρεβάτι, με το πρόσωπό της πιο χλωμό από ποτέ.
«Μπορείτε να καθίσετε λίγο μαζί μου;»
Ο Λούκας μπήκε και τράβηξε μια καρέκλα δίπλα της.
«Φυσικά.»
Εκείνη τον κοίταξε για αρκετή ώρα.
«Ξέρω ότι δεν έχω πολύ χρόνο.»
Ο Λούκας προσπάθησε να βρει τις κατάλληλες λέξεις.
«Η κατάστασή σου είναι σοβαρή, αλλά δεν χρειάζεται να αντιμετωπίσεις αυτή τη στιγμή μόνη σου.»
«Δεν σας ρώτησα αν είμαι μόνη.»
Η απάντησή της τον έκανε να σωπάσει.
Η Αλίσια πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Έχω μία τελευταία ευχή.»
«Πες μου.»
Τον κοίταξε κατευθείαν στα μάτια.
«Θέλω να με παντρευτείς.»
Για μερικά δευτερόλεπτα, ο Λούκας πίστεψε ότι είχε ακούσει λάθος.
«Τι;»
«Θέλω να γίνεις ο σύζυγός μου.»
Εκείνος σηκώθηκε από την καρέκλα.
«Αλίσια, είμαι ο γιατρός σου.»
«Το ξέρω.»
«Αυτό που μου ζητάς δεν είναι κάτι απλό.»
«Δεν σου είπα ότι είναι απλό.»
Ο Λούκας πέρασε το χέρι του πάνω από το πρόσωπό του.
«Γιατί εγώ;»
Η Αλίσια χαμογέλασε αχνά.
«Επειδή με ακούς. Επειδή δεν μου μιλάς σαν να είμαι ήδη νεκρή. Επειδή, όταν σου λέω ότι φοβάμαι, δεν μου απαντάς ότι πρέπει να είμαι δυνατή.»
Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα.
«Θέλω να επιλέξω κάτι για τον εαυτό μου, Λούκας. Κάτι που δεν θα το αποφασίσουν οι γιατροί, η ασθένεια ή ο χρόνος που μου απομένει.»
Εκείνος την κοίταξε και ένιωσε την καρδιά του να σφίγγεται.
Ήξερε ότι θα μπορούσε να αρνηθεί. Ήξερε επίσης ότι έπρεπε να σκεφτεί τις συνέπειες, τα όρια και τη θέση του ως γιατρού.
Αλλά, εκείνη τη στιγμή, δεν έβλεπε μπροστά του μια επαγγελματική απόφαση.
Έβλεπε μια νεαρή γυναίκα που του ζητούσε κάτι ενώ γνώριζε ότι ίσως δεν είχε άλλη ευκαιρία.
«Θα χρειαστώ λίγο χρόνο να το σκεφτώ», της είπε.
Η Αλίσια έγνεψε.
«Αυτό μόνο σου ζητώ. Μη μου πεις όχι πριν με ακούσεις πραγματικά.»
Ο Λούκας έφυγε από το δωμάτιο με το μυαλό του γεμάτο ερωτήματα.
Δεν ήξερε ότι, πριν τελειώσει η εβδομάδα, η απόφασή του θα γινόταν το μεγαλύτερο λάθος της ζωής του — όχι επειδή είχε αγαπήσει την Αλίσια, αλλά επειδή είχε πιστέψει ότι οι καλές προθέσεις αρκούσαν για να δικαιολογήσουν τα πάντα.
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 2…

0 comments:
Post a Comment