ΜΕΡΟΣ 5 — Η ΠΑΛΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕ ΕΝΑ ΑΔΙΑΝΟΗΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ: Ο ΑΝΤΡΑΣ ΠΟΥ ΕΜΟΙΑΖΕ ΜΕ ΤΟΝ ΝΤΑΝΙΕΛ ΗΤΑΝ ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΟΥ
Δεν θυμάμαι πόση ώρα έμεινα να κοιτάζω εκείνη τη φωτογραφία.
Τα δάχτυλά μου είχαν παγώσει γύρω από το χαρτί. Η γυναίκα στο νοσοκομειακό κρεβάτι μού έμοιαζε τόσο πολύ, που για μια στιγμή σκέφτηκα μήπως κάποιος είχε χρησιμοποιήσει το πρόσωπό μου σε μια παλιά εικόνα.
Όμως αυτό ήταν αδύνατον.
Η φωτογραφία ήταν σχεδόν τριάντα ετών.
Και ο νεαρός άντρας που στεκόταν δίπλα της είχε τα χαρακτηριστικά του Ντάνιελ.
«Μάργκαρετ, σε παρακαλώ, άνοιξε την πόρτα», ακούστηκε ξανά η φωνή του.
Ο Δρ. Ριβς με κοίταξε προσεκτικά.
«Θέλετε να τον αφήσουμε να μπει;»
Έσφιξα τη φωτογραφία στο στήθος μου.
«Ναι. Αλλά θέλω να μείνετε εδώ. Δεν θέλω να μείνω μόνη μαζί του.»
Ο γιατρός συμφώνησε και άνοιξε την πόρτα.
Ο Ντάνιελ μπήκε στο δωμάτιο με το πρόσωπο χλωμό. Δεν φορούσε το συνηθισμένο του χαμόγελο. Το κοστούμι του ήταν τσαλακωμένο και τα μαλλιά του ανακατεμένα, σαν να είχε φύγει βιαστικά από το γραφείο του.
Μόλις με είδε, σταμάτησε.
«Μάργκαρετ…»
«Μην πλησιάσεις.»
Έμεινε ακίνητος.
Σήκωσα τη φωτογραφία.
«Ποια είναι αυτή η γυναίκα;»
Ο Ντάνιελ κοίταξε την εικόνα και έκλεισε τα μάτια του για μια στιγμή.
«Το όνομά της ήταν Έβελιν Μέρσερ.»
«Και ο άντρας δίπλα της;»
«Ο πατέρας μου.»
Ένιωσα την ανάσα μου να κόβεται.
Ο πατέρας του Ντάνιελ είχε πεθάνει πολλά χρόνια νωρίτερα. Ο ίδιος μου είχε μιλήσει αρκετές φορές για εκείνον, περιγράφοντάς τον ως έναν εξαιρετικά έξυπνο γιατρό που είχε αφιερώσει τη ζωή του στην έρευνα.
«Πώς είναι δυνατόν να υπάρχει αυτή η φωτογραφία;» ρώτησα. «Και γιατί η γυναίκα αυτή μού μοιάζει τόσο πολύ;»
Ο Ντάνιελ κάθισε αργά σε μια καρέκλα, κρατώντας τα χέρια του ενωμένα.
«Η Έβελιν ήταν πολύ σημαντική για τον πατέρα μου. Τον βοήθησε να μεγαλώσει όταν ήταν παιδί. Αργότερα, ανέπτυξε μια σοβαρή νευρολογική πάθηση.»
«Τι σχέση έχει αυτό με εμένα;»
«Ο πατέρας μου πίστευε ότι ορισμένες βιολογικές διεργασίες που συνδέονται με τη γήρανση μπορεί να επηρεάζουν την εξέλιξη τέτοιων παθήσεων. Ήθελε να βρει μια θεραπεία που θα βοηθούσε την Έβελιν.»
«Και την έσωσε;»
Ο Ντάνιελ κατέβασε το κεφάλι.
«Όχι. Η Έβελιν πέθανε.»
Έμεινα σιωπηλή. Για πρώτη φορά, διέκρινα στον Ντάνιελ κάτι που έμοιαζε με πραγματική θλίψη. Όμως αυτό δεν απαντούσε στις ερωτήσεις μου.
«Τι συνέβη μετά;»
«Ο πατέρας μου δεν εγκατέλειψε την έρευνα. Συνέχισε να μελετά τη θεραπεία και αναζήτησε άλλους ανθρώπους που θεωρούσε ότι θα μπορούσαν να συμμετάσχουν σε μελλοντικές δοκιμές.»
Ο Δρ. Ριβς παρενέβη.
«Η φυσική ομοιότητα με μια ασθενή δεν αποτελεί επιστημονικά επαρκή λόγο για την επιλογή συμμετεχόντων σε μια κλινική δοκιμή.»
«Το γνωρίζω», απάντησε ο Ντάνιελ. «Αλλά ο πατέρας μου είχε εμμονή με την ιδέα ότι μπορούσε να διορθώσει το λάθος του.»
Τον κοίταξα.
«Και οι άλλες τρεις γυναίκες;»
Ο Ντάνιελ δεν απάντησε αμέσως.
«Τα αποτελέσματα ήταν καταστροφικά. Δύο από τις γυναίκες πέθαναν. Η τρίτη επέζησε, αλλά αντιμετώπισε μακροχρόνιες επιπλοκές στην υγεία της.»
Ένιωσα τα γόνατά μου να λυγίζουν.
«Και ήξερες όλα αυτά όταν με παντρεύτηκες;»
Ο Ντάνιελ σήκωσε τα μάτια του.
«Ναι.»
Η απάντηση ήταν τόσο απλή, τόσο ψυχρή, που για μια στιγμή δεν κατάφερα να αντιδράσω.
«Πότε το έμαθες;»
«Πριν από τον γάμο μας.»
Τον κοίταξα σαν να μην τον αναγνώριζα.
Πριν από τον γάμο μας. Πριν από τα λουλούδια. Πριν από τις υποσχέσεις. Πριν μου πει ότι ήμουν ο μοναδικός άνθρωπος που του έδινε ηρεμία.
«Με διάλεξες επειδή έμοιαζα με την Έβελιν;» ρώτησα.
«Δεν ήταν μόνο αυτό.»
Ένιωσα τα μάτια μου να γεμίζουν δάκρυα.
«Δεν ήταν μόνο αυτό; Δηλαδή υπήρχε κι αυτό;»
Ο Ντάνιελ κάλυψε το πρόσωπό του με τα χέρια του.
«Σε είχα δει σε μια βάση δεδομένων που σχετιζόταν με το ερευνητικό πρόγραμμα. Όταν έμαθα ποια ήσουν, θέλησα να σε γνωρίσω.»
«Άρα ήξερες για μένα πριν συναντηθούμε.»
«Ναι.»
«Ήξερες την ηλικία μου, την καριέρα μου, την οικογένειά μου;»
«Ναι.»
«Και τα αγαπημένα μου βιβλία; Τις συνταγές της μητέρας μου; Τα λουλούδια που μου αγόραζες;»
Ο Ντάνιελ δεν απάντησε.
Ξαφνικά, όλες εκείνες οι μικρές, τρυφερές λεπτομέρειες που με είχαν κάνει να τον ερωτευτώ απέκτησαν μια διαφορετική σημασία. Δεν ήξερα πλέον ποιες είχαν γεννηθεί από πραγματικό ενδιαφέρον και ποιες είχαν προετοιμαστεί πριν ακόμη συναντηθούμε.
«Με αγάπησες ποτέ πραγματικά;» τον ρώτησα.
Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα.
«Ναι, Μάργκαρετ. Σε αγάπησα.»
«Τότε γιατί με έβαλες σε αυτή την κατάσταση;»
Πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Όταν οι εξετάσεις σου έδειξαν ορισμένες ανησυχητικές ενδείξεις, πίστεψα ότι η θεραπεία θα μπορούσε να σε βοηθήσει. Ο Δρ. Κόουλ μού είπε ότι η νέα τεχνολογία ήταν πολύ πιο ασφαλής από εκείνη που χρησιμοποιούσε ο πατέρας μου.»
«Ο δικός μου γιατρός είχε πει ότι ήμουν καλά!»
Ο Ντάνιελ κοίταξε αλλού.
«Αργότερα ανακάλυψα ότι υπήρχαν αποκλίσεις στα αρχεία.»
«Αποκλίσεις;»
«Τα αρχικά αποτελέσματα δεν δικαιολογούσαν όλα όσα αναφέρονταν στην ερευνητική έκθεση.»
Δεν μπορούσα να πιστέψω αυτό που άκουγα.
«Και παρ’ όλα αυτά συνέχισες να μου δίνεις το ρόφημα;»
Ο Ντάνιελ άρχισε να κλαίει.
«Ο Δρ. Κόουλ είπε ότι έπρεπε να συνεχιστεί η διαδικασία μέχρι να ολοκληρωθεί η αξιολόγηση.»
«Εσύ, όμως, ήσουν εκεί κάθε βράδυ! Με έβλεπες να εξαντλούμαι. Με άκουγες να σου λέω ότι δεν αισθανόμουν καλά. Και δεν μου είπες τίποτα!»
Δεν προσπάθησε να δικαιολογηθεί.
Για πρώτη φορά, κατάλαβα ότι ο Ντάνιελ μπορεί να πίστευε πως με αγαπούσε, αλλά είχε αφήσει την εμμονή του με την έρευνα να γίνει σημαντικότερη από το δικαίωμά μου να γνωρίζω την αλήθεια.
Και τότε συνειδητοποίησα ότι το μεγαλύτερο μυστικό δεν ήταν μόνο τι περιείχε το ποτό μου.
Ήταν ότι ο άντρας που είχε ορκιστεί να με προστατεύει είχε επιλέξει να αποφασίζει για τη ζωή μου χωρίς εμένα.
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 6…

0 comments:
Post a Comment