ΜΕΡΟΣ 5 — Ο ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΜΟΥ ΕΝΤΟΠΙΣΕ ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ, ΚΑΙ ΞΑΦΝΙΚΑ Η ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΤΟΥ ΜΑΡΚ ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΜΙΑ ΠΟΛΥ ΠΙΟ ΣΟΒΑΡΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ
«Κάρολ, θέλω να σε ρωτήσω κάτι», είπε ο δικηγόρος μου στο τηλέφωνο.
Καθόμουν στο γραφείο μου και προσπαθούσα να συγκεντρωθώ σε έναν λογαριασμό που έπρεπε να πληρώσω.
«Τι συμβαίνει;»
«Έχεις παρατηρήσει μεταφορές χρημάτων από κοινούς λογαριασμούς που δεν αναγνωρίζεις;»
Έμεινα ακίνητη.
«Έχω βρει χρεώσεις ξενοδοχείων και κάποιες ασυνήθιστες συναλλαγές. Αλλά δεν έχω ελέγξει ακόμη τα πάντα».
«Θα ήθελα να τις καταγράψεις. Μην κάνεις καμία μεταφορά και μην προσπαθήσεις να αλλάξεις την κατάσταση των λογαριασμών χωρίς να μιλήσουμε πρώτα».
«Υπάρχει λόγος που με ρωτάς;»
Ακολούθησε μια μικρή παύση.
«Θέλω να βεβαιωθούμε ότι δεν υπάρχουν οικονομικές υποχρεώσεις που δεν γνωρίζεις».
Όταν έκλεισα το τηλέφωνο, έμεινα να κοιτάζω το γραφείο μου.
Δεν είχα παντρευτεί έναν άντρα που είχε απλώς μια κρυφή σχέση.
Είχα παντρευτεί έναν άνθρωπο που ίσως έκρυβε περισσότερα από όσα μπορούσα να φανταστώ.
Εκείνο το βράδυ, κάθισα με τον Ντάνιελ και εξετάσαμε προσεκτικά τις οικονομικές πληροφορίες που είχαμε νόμιμη πρόσβαση να δούμε.
Ο γιος μου είχε ήδη συγκεντρώσει τις κινήσεις του λογαριασμού που μοιραζόταν με την Τζένα. Εγώ είχα τις χρεώσεις της κοινής πιστωτικής μας κάρτας.
Δεν ανακαλύψαμε κάποιο τεράστιο κρυφό περιουσιακό στοιχείο ούτε μια μυστηριώδη περιουσία που είχε εξαφανιστεί.
Ανακαλύψαμε, όμως, ένα μοτίβο.
Χρεώσεις ξενοδοχείων σε ημερομηνίες που ο Μαρκ είχε ισχυριστεί ότι εργαζόταν μέχρι αργά.
Αγορές που δεν θυμόμουν να είχαμε κάνει.
Μεταφορές που χρειαζόταν να εξηγηθούν.
Κάθε μεμονωμένη συναλλαγή μπορούσε να έχει μια αθώα εξήγηση. Όλες μαζί, όμως, δημιουργούσαν ένα ερώτημα που δεν μπορούσαμε να αγνοήσουμε.
Πού πήγαιναν τα χρήματα και ποιος γνώριζε γι’ αυτά;
Ο Ντάνιελ είχε επίσης αρχίσει να εξετάζει τις οικονομικές του συμφωνίες με την Τζένα.
«Μου είπε ότι είχε κάποια χρέη πριν από τον γάμο», είπε ένα βράδυ. «Αλλά δεν μου είπε ποτέ πόσα ήταν».
«Ίσως ντρεπόταν».
Με κοίταξε κουρασμένα.
«Μαμά, ξέρεις τι με πονάει περισσότερο; Δεν είναι μόνο τα χρήματα. Είναι ότι κάθε φορά που πίστευα πως χτίζαμε κάτι μαζί, εκείνη κρατούσε ένα κομμάτι της ζωής της κρυφό από μένα».
Δεν προσπάθησα να τον παρηγορήσω με εύκολες κουβέντες.
Μερικές φορές, η αγάπη δεν χρειάζεται συμβουλές. Χρειάζεται απλώς κάποιον που να κάθεται δίπλα σου και να μην προσποιείται ότι όλα θα πάνε καλά αμέσως.
Λίγες ημέρες αργότερα, ο Μαρκ ζήτησε να συναντηθούμε.
Δέχτηκα, αλλά μόνο με την προϋπόθεση ότι θα συζητούσαμε σε δημόσιο χώρο και ότι οι οικονομικές διαφωνίες θα περνούσαν από τους δικηγόρους μας.
Συναντηθήκαμε σε ένα μικρό καφέ.
Ο Μαρκ έφτασε νωρίτερα. Καθόταν δίπλα στο παράθυρο και έμοιαζε να έχει γεράσει μέσα σε λίγες ημέρες.
«Κάρολ», είπε μόλις κάθισα.
«Μαρκ».
Παρήγγειλε καφέ, αλλά δεν τον άγγιξε.
«Δεν θέλω να χάσω την οικογένειά μου».
Τον κοίταξα.
«Έπρεπε να το είχες σκεφτεί πριν κάνεις αυτό που έκανες».
«Ξέρω ότι έκανα λάθος».
«Τώρα το ξέρεις».
Έσκυψε το κεφάλι.
«Η Τζένα κι εγώ δεν ξέρουμε πώς φτάσαμε εδώ».
«Αυτό δεν είναι απάντηση».
«Ήταν μια δύσκολη περίοδος».
«Για ποιον; Για εσένα; Για εκείνη; Για εμάς που μας λέγατε ψέματα;»
Δεν μίλησε.
Του είπα ότι είχα ξεκινήσει τις διαδικασίες για διαζύγιο και ότι ο δικηγόρος μου θα επικοινωνούσε με τον δικό του.
Η έκφρασή του άλλαξε.
«Θα με αφήσεις πραγματικά;»
«Δεν πρόκειται να συνεχίσω να ζω μαζί σου μόνο και μόνο επειδή φοβάμαι να ξεκινήσω από την αρχή».
«Τριάντα ένα χρόνια, Κάρολ».
«Ακριβώς. Τριάντα ένα χρόνια που θα έπρεπε να σημαίνουν ότι μου άξιζε η αλήθεια».
Ο Μαρκ άπλωσε το χέρι του πάνω στο τραπέζι, σαν να ήθελε να πιάσει το δικό μου.
Το τράβηξα πίσω.
Για πρώτη φορά, δεν προσπάθησε να με σταματήσει.
«Υπάρχει κάτι άλλο που πρέπει να ξέρεις», είπε τελικά.
Η καρδιά μου χτύπησε πιο γρήγορα.
«Τι;»
Κοίταξε γύρω του.
«Δεν είναι η κατάλληλη στιγμή».
Σηκώθηκα.
«Τότε δεν υπάρχει λόγος να συνεχίσουμε αυτή τη συζήτηση».
«Κάρολ, περίμενε».
Σταμάτησα, αλλά δεν κάθισα ξανά.
«Αν υπάρχει κάτι που αφορά τα οικονομικά μας ή οποιαδήποτε νομική υποχρέωση, θα το συζητήσεις με τον δικηγόρο μου».
«Δεν είναι τόσο απλό».
«Τότε θα πρέπει να το εξηγήσεις με τον σωστό τρόπο».
Έφυγα χωρίς να κοιτάξω πίσω.
Το ίδιο βράδυ, ο Ντάνιελ με κάλεσε.
«Η Τζένα θέλει να σε συναντήσει».
«Γιατί;»
«Λέει ότι πρέπει να σου εξηγήσει κάτι».
«Σου έχει πει τι;»
«Όχι. Αλλά είπε ότι αφορά τον πατέρα μου».
Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται.
«Τι πιστεύεις ότι θέλει;»
«Δεν ξέρω. Αλλά αυτή τη φορά δεν θέλω να ακούσω άλλη μία ιστορία χωρίς αποδείξεις».
Του είπα να μιλήσει πρώτα με τον δικηγόρο του και να μην υπογράψει τίποτα ούτε να συμφωνήσει σε οικονομικούς διακανονισμούς υπό πίεση.
Δεν ήθελα να χρησιμοποιήσω την Τζένα για να εκδικηθώ τον Μαρκ.
Ήθελα μόνο να καταλάβουμε αν υπήρχε κάτι που έπρεπε να γνωρίζουμε.
Το επόμενο πρωί, έλαβα ένα μήνυμα από έναν άγνωστο αριθμό.
«Κάρολ, ξέρω ότι δεν έχω κανένα δικαίωμα να σου ζητήσω να με ακούσεις. Αλλά υπάρχουν πράγματα για τον Μαρκ που δεν σου είπε. Σε παρακαλώ, άφησέ με να σου μιλήσω».
Ήταν η Τζένα.
Κοίταξα το μήνυμα για πολλή ώρα.
Η γυναίκα που είχε προδώσει τον γιο μου και είχε μπει στο σπίτι μου με χαμόγελο, τώρα ισχυριζόταν ότι είχε κι εκείνη κάτι να αποκαλύψει.
Δεν ήξερα αν έπρεπε να την πιστέψω.
Αλλά ήξερα ότι, αν υπήρχε ακόμη ένα κομμάτι της αλήθειας κρυμμένο, δεν μπορούσα να το αγνοήσω.
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 6…

0 comments:
Post a Comment