ΜΕΡΟΣ 4 — Ο ΜΑΡΚ ΗΡΘΕ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΑΣ ΓΙΑ ΝΑ ΜΕ ΑΠΕΙΛΗΣΕΙ… ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΠΕΡΙΜΕΝΕ ΟΤΙ ΘΑ ΤΟΝ ΑΚΟΥΓΕ ΟΛΗ Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ
Ο Μαρκ μπήκε στο σπίτι χωρίς να περιμένει πρόσκληση.
Ο Ντάνιελ στάθηκε μπροστά του.
«Δεν μπορείς να έρχεσαι εδώ και να φωνάζεις όποτε θέλεις».
«Τότε πες στη γυναίκα σου να σταματήσει να ανακατεύεται στη δουλειά μου».
«Η δουλειά σου δεν έχει καμία σχέση με εκείνη», απάντησε ο Ντάνιελ.
Ο Μαρκ γέλασε νευρικά.
«Αλήθεια; Τότε γιατί συναντήθηκε με τον Ντέιβιντ; Γιατί κρατάει έγγραφα που δεν της ανήκουν;»
Τον κοίταξα σταθερά.
«Τα έγγραφα δεν είναι δικά σου για να αποφασίζεις ποιος μπορεί να τα δει. Αν υπάρχουν παρατυπίες, θα τις εξετάσουν οι αρμόδιοι».
Ο Μαρκ πλησίασε.
«Άκουσέ με καλά. Δεν ξέρεις με ποιον τα βάζεις».
«Αυτό ακριβώς μου έλεγες και χθες, πριν μου ρίξεις μπύρα στο κεφάλι».
Το πρόσωπό του σκλήρυνε.
«Μη με προκαλείς».
«Δεν σε προκαλώ. Σου ζητώ να φύγεις από το σπίτι μου».
Ο Ντάνιελ άνοιξε την πόρτα.
«Άκουσες τη γυναίκα μου. Φύγε».
Ο Μαρκ κοίταξε τον αδελφό του σαν να μην μπορούσε να πιστέψει ότι είχε πάρει το μέρος μου.
«Θα την αφήσεις να καταστρέψει την οικογένειά μας;»
«Η οικογένειά μας δεν καταστρέφεται επειδή κάποιος ζητάει να εξεταστούν οικονομικές συναλλαγές», απάντησε ο Ντάνιελ. «Αν όλα είναι νόμιμα, δεν έχεις τίποτα να φοβηθείς».
Ο Μαρκ δεν απάντησε.
Άρπαξε το σακάκι του και κατευθύνθηκε προς την πόρτα.
Πριν φύγει, γύρισε προς εμένα.
«Δεν τελείωσε, Έλενα».
«Για εμένα, θα τελειώσει όταν σταματήσεις να πιστεύεις ότι μπορείς να εκφοβίζεις τους πάντες».
Έφυγε χτυπώντας την πόρτα.
Ο Ντάνιελ κάθισε στον καναπέ και έβαλε τα χέρια του στο πρόσωπό του.
«Δεν ξέρω τι να κάνω», είπε.
Κάθισα δίπλα του.
«Δεν χρειάζεται να αποφασίσεις αν ο Μαρκ είναι ένοχος ή αθώος σήμερα. Χρειάζεται μόνο να μην κλείσεις τα μάτια σου σε όσα βλέπεις».
Με κοίταξε.
«Κι αν αποδειχθεί ότι η μητέρα μου γνώριζε;»
Δεν είχα εύκολη απάντηση.
Γιατί αυτό ήταν το πιο οδυνηρό σημείο της υπόθεσης. Δεν αφορούσε μόνο χρήματα. Αφορούσε ανθρώπους που εμπιστευόσουν, ανθρώπους που θεωρούσες οικογένεια.
Την επόμενη εβδομάδα, παραδώσαμε τα αντίγραφα σε έναν ανεξάρτητο οικονομικό σύμβουλο. Εκείνος μας εξήγησε ότι δεν μπορούσε να βγάλει ασφαλές συμπέρασμα από μεμονωμένα έγγραφα, αλλά ορισμένες συναλλαγές απαιτούσαν περαιτέρω έλεγχο.
Με τη συμβουλή του, κρατήσαμε όλα τα στοιχεία και αποφύγαμε να κάνουμε δημόσιες κατηγορίες.
Ο Ντέιβιντ συμφώνησε να συνεργαστεί, εφόσον του ζητούνταν επίσημα.
Για λίγες ημέρες, δεν συνέβη τίποτα.
Ύστερα έφτασε μια πρόσκληση από τη Βικτόρια.
Ήθελε να μαζευτούμε όλοι στο σπίτι της την Κυριακή.
«Πρέπει να λύσουμε αυτό το θέμα σαν οικογένεια», έγραφε το μήνυμα.
Ο Ντάνιελ δεν ήθελε να πάει.
«Θα προσπαθήσουν να σε κάνουν να ζητήσεις συγγνώμη», μου είπε.
«Τότε θα τους ακούσουμε. Δεν σημαίνει ότι θα συμφωνήσουμε».
Την Κυριακή πήγαμε μαζί.
Στο σαλόνι βρίσκονταν η Βικτόρια, ο Μαρκ, η Σαμάνθα και ο πατέρας τους, ο Ρόμπερτ, ένας ήσυχος άνθρωπος που σπάνια ανακατευόταν στις οικογενειακές διαμάχες.
Η Βικτόρια μάς έδειξε να καθίσουμε.
«Θέλω να τελειώσει αυτή η ιστορία», είπε. «Ο Μαρκ έκανε ένα λάθος στο μπάρμπεκιου. Θα μπορούσε να είχε ζητήσει συγγνώμη, αλλά κι εσύ, Έλενα, έχεις αντιδράσει υπερβολικά».
Την κοίταξα.
«Αυτό είναι το πρώτο που θέλεις να συζητήσουμε;»
«Ναι. Γιατί όλα ξεκίνησαν από μια παρεξήγηση».
Ο Ντάνιελ σηκώθηκε.
«Δεν ήταν παρεξήγηση, μαμά. Ο Μαρκ την ταπείνωσε μπροστά σε όλους».
«Ήταν ένα αστείο!»
«Τότε γιατί κανείς δεν γελούσε όταν τελείωσε;» ρώτησε ο Ρόμπερτ.
Όλοι γύρισαν προς το μέρος του.
Ήταν η πρώτη φορά που ο πατέρας του Ντάνιελ μιλούσε ανοιχτά υπέρ μου.
Ο Μαρκ σταύρωσε τα χέρια.
«Τώρα θα με κατηγορήσετε όλοι;»
Ο Ρόμπερτ τον κοίταξε.
«Δεν χρειάζεται να σε κατηγορήσω. Χρειάζεται να καταλάβεις ότι δεν μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις και μετά να απαιτείς να σε συγχωρούν».
Η Βικτόρια έσφιξε τα χείλη της.
«Δεν είναι αυτό το θέμα».
«Τότε ποιο είναι;» ρώτησα.
Η πεθερά μου με κοίταξε ψυχρά.
«Τα έγγραφα».
«Αν υπάρχουν απορίες για τις συναλλαγές, πρέπει να απαντηθούν».
«Ο Μαρκ είναι γιος μου», είπε.
«Και ο Ντάνιελ είναι γιος σου. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να είσαι δίκαιη και με τους δύο».
Η Βικτόρια δεν απάντησε.
Τότε ο Ρόμπερτ σηκώθηκε και πήγε σε ένα μικρό γραφείο στη γωνία του σαλονιού. Άνοιξε ένα συρτάρι και έβγαλε έναν φάκελο.
«Υπάρχει κάτι που πρέπει να ξέρετε», είπε.
Ο Μαρκ πετάχτηκε όρθιος.
«Μπαμπά, άσ' το».
Ο Ρόμπερτ δεν τον κοίταξε καν.
«Όχι. Έχω κάνει αρκετά λάθη επειδή πίστευα ότι η σιωπή θα κρατούσε την οικογένεια ενωμένη».
Άνοιξε τον φάκελο.
Μέσα υπήρχαν επιστολές, αντίγραφα τραπεζικών κινήσεων και ένα έγγραφο με την υπογραφή της Βικτόριας.
Η πεθερά μου χλώμιασε.
«Ρόμπερτ, σε παρακαλώ».
Εκείνος την κοίταξε με θλίψη.
«Δεν μπορώ άλλο να προσποιούμαι ότι δεν ξέρω».
Ο Μαρκ έκανε ένα βήμα προς το γραφείο.
«Αυτά είναι προσωπικά έγγραφα!»
«Ακριβώς», απάντησε ο πατέρας του. «Και γι’ αυτό έπρεπε να είχαν μείνει ανάμεσά μας, αντί να χρησιμοποιούνται για να πιέζονται άνθρωποι».
Ο Ρόμπερτ άφησε το έγγραφο στο τραπέζι.
Ο Ντάνιελ το πήρε.
Διάβασε την πρώτη σελίδα.
Ύστερα τη δεύτερη.
Το πρόσωπό του άλλαξε.
«Μαμά…» ψιθύρισε.
Η Βικτόρια έκρυψε το πρόσωπό της στα χέρια της.
Ο Μαρκ έκανε μια τελευταία προσπάθεια.
«Δεν καταλαβαίνετε τι βλέπετε».
Ο Ντάνιελ σήκωσε το βλέμμα του.
«Τότε εξήγησέ μας».
Ο Μαρκ άνοιξε το στόμα του.
Αλλά δεν βγήκε ούτε μία λέξη.
Και τότε ο Ρόμπερτ αποκάλυψε κάτι που κανείς μας δεν περίμενε.
«Τα χρήματα που έδωσε η μητέρα σας στον Μαρκ δεν ήταν απλώς μια βοήθεια. Ήταν χρήματα από την πώληση της περιουσίας που είχε αφήσει η γιαγιά σας. Και δεν γνωρίζουμε ακόμη πού κατέληξαν όλα».
Η Σαμάνθα άρχισε να κλαίει.
Η Βικτόρια σηκώθηκε απότομα.
«Δεν ήθελα να φτάσουμε ως εδώ!»
«Τότε έπρεπε να είχες πει την αλήθεια», απάντησε ο Ρόμπερτ.
Εγώ κοίταξα τον Μαρκ.
Για πρώτη φορά, δεν έβλεπα τον αλαζόνα άντρα που με είχε ταπεινώσει στον κήπο.
Έβλεπα κάποιον που είχε χάσει τον έλεγχο της ιστορίας που διηγούνταν για τον εαυτό του.
Κι εκείνος το ήξερε.
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 5…

0 comments:
Post a Comment