ΜΕΡΟΣ 3 — ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΠΟΥ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΙΝΗ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΜΑΡΚ
Δεν απάντησα αμέσως στο μήνυμα.
Το διάβασα ξανά, προσπαθώντας να καταλάβω ποιος θα μπορούσε να μου γράψει κάτι τέτοιο.
Ο Ντάνιελ παρατήρησε την έκφρασή μου.
«Τι συμβαίνει;»
Του έδωσα το κινητό.
Το διάβασε και συνοφρυώθηκε.
«Ποιος είναι αυτός;»
«Δεν έχω ιδέα».
«Μπορεί να είναι κάποιος που θέλει να προκαλέσει προβλήματα στην οικογένειά μου».
Τον κοίταξα προσεκτικά.
«Πιστεύεις ότι ο Μαρκ έχει κάτι να κρύψει;»
Ο Ντάνιελ αναστέναξε.
«Ο αδελφός μου έχει πάντα την ανάγκη να δείχνει ότι είναι επιτυχημένος. Ότι όλα στη ζωή του είναι τέλεια. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι έχει κάνει κάτι παράνομο».
Δεν επέμεινα.
Γνώριζα τον Ντάνιελ. Δεν ήθελε να πιστεύει άσχημα πράγματα για την οικογένειά του, ακόμη κι όταν οι πράξεις τους τον πλήγωναν.
Αποφάσισα να απαντήσω.
«Ποιος είσαι και τι θέλεις να μου πεις;»
Η απάντηση ήρθε λίγα λεπτά αργότερα.
«Το όνομά μου είναι Ντέιβιντ. Δούλευα για τον Μαρκ μέχρι πριν από έξι μήνες. Αν θέλεις να μάθεις την αλήθεια, μπορούμε να συναντηθούμε αύριο. Όχι στο σπίτι σου. Όχι κοντά στην οικογένειά του».
Ο Ντάνιελ διάβασε το μήνυμα.
«Μην πας μόνη σου».
«Δεν σκοπεύω να πάω χωρίς να ξέρω με ποιον έχω να κάνω».
Την επόμενη μέρα συναντήσαμε τον Ντέιβιντ σε ένα μικρό καφέ στο κέντρο της πόλης.
Ήταν περίπου σαράντα ετών, με κουρασμένο πρόσωπο και νευρικές κινήσεις. Κοίταζε συνεχώς προς την πόρτα, σαν να περίμενε κάποιον να εμφανιστεί.
Μόλις καθίσαμε, δεν έχασε χρόνο.
«Ξέρω τι συνέβη στο σπίτι της μητέρας του Μαρκ», είπε.
«Πώς το έμαθες;» ρώτησα.
«Η γυναίκα μου ήταν εκεί. Μου τηλεφώνησε αμέσως μετά».
Έβγαλε έναν φάκελο από την τσάντα του.
«Αλλά δεν σε κάλεσα για να μιλήσουμε για την μπύρα».
Άνοιξε τον φάκελο και έβγαλε μερικά έγγραφα.
«Δούλευα στην εταιρεία του Μαρκ για τέσσερα χρόνια. Ήμουν υπεύθυνος για μέρος των οικονομικών της».
Ο Ντάνιελ έσκυψε μπροστά.
«Και;»
Ο Ντέιβιντ δίστασε.
«Πριν από περίπου έναν χρόνο, ανακάλυψα πληρωμές που δεν μπορούσα να εξηγήσω. Χρήματα έφευγαν από εταιρικούς λογαριασμούς και κατέληγαν σε λογαριασμούς που δεν εμφανίζονταν στα επίσημα βιβλία».
«Μίλησες στον Μαρκ;» ρώτησα.
«Φυσικά. Μου είπε ότι ήταν προσωρινές μεταφορές και ότι θα διορθώνονταν. Όταν επέμεινα να δω τα παραστατικά, μου είπε να σταματήσω να ανακατεύομαι σε πράγματα που δεν καταλάβαινα».
«Και τι έκανες;»
«Προσπάθησα να φύγω ήσυχα. Τότε με κατηγόρησε ότι είχα αφαιρέσει χρήματα από την εταιρεία».
Ο Ντάνιελ έμεινε άφωνος.
«Ο Μαρκ σε κατηγόρησε για κλοπή;»
Ο Ντέιβιντ έγνεψε.
«Έχασε τη δουλειά μου, κινδύνεψα να χάσω το σπίτι μου και ξόδεψα τις οικονομίες μου για να υπερασπιστώ τον εαυτό μου. Δεν μπορούσα να αποδείξω τα πάντα, αλλά κράτησα αντίγραφα ορισμένων εγγράφων».
Έσπρωξε τον φάκελο προς το μέρος μας.
«Δεν σου τα δείχνω επειδή έριξε μπύρα στο κεφάλι σου. Σου τα δείχνω επειδή χθες, όταν άκουσα τι έγινε, κατάλαβα ότι ο Μαρκ εξακολουθεί να πιστεύει πως κανείς δεν θα τον αμφισβητήσει».
Κοίταξα τα έγγραφα χωρίς να τα αγγίξω.
«Γιατί ήρθες σε εμένα;»
Ο Ντέιβιντ με κοίταξε στα μάτια.
«Επειδή είδα πώς σου φέρθηκε. Και επειδή ξέρω ότι ο Ντάνιελ δεν θα ήθελε να πιστέψει τίποτα χωρίς αποδείξεις. Εσύ, όμως, δεν έχεις κανέναν λόγο να προστατεύσεις την εικόνα του Μαρκ».
Ο Ντάνιελ αντέδρασε αμέσως.
«Είναι αδελφός μου».
«Το ξέρω», είπε ο Ντέιβιντ. «Γι’ αυτό σου δίνω την ευκαιρία να δεις τα έγγραφα πριν αποφασίσεις».
Αρχίσαμε να τα εξετάζουμε.
Υπήρχαν τιμολόγια, ημερομηνίες, ποσά και αναφορές σε εταιρείες που δεν είχαμε ξανακούσει.
Δεν ήμουν λογίστρια. Δεν μπορούσα να γνωρίζω αν κάθε συναλλαγή ήταν παράνομη. Όμως, υπήρχαν αρκετές ασυνέπειες ώστε να δικαιολογείται μια σοβαρή, ανεξάρτητη εξέταση.
Κάποια στιγμή, ο Ντάνιελ σήκωσε το κεφάλι.
«Αυτό το ποσό…» ψιθύρισε.
«Τι συμβαίνει;» τον ρώτησα.
Έδειξε μια μεταφορά χρημάτων.
«Ο Μαρκ είχε πει στη μητέρα μας ότι η εταιρεία του περνούσε μια δύσκολη περίοδο. Της ζήτησε χρήματα για να καλύψει μια επείγουσα υποχρέωση».
Ο Ντέιβιντ έγνεψε.
«Το ξέρω. Ήμουν εκεί όταν της τηλεφώνησε».
Ο Ντάνιελ χλώμιασε.
«Της είπε ότι θα έχανε την επιχείρησή του αν δεν τον βοηθούσε».
«Και μετά;» ρώτησα.
«Εκείνη πούλησε ένα μικρό ακίνητο που είχε κληρονομήσει από τον πατέρα της», απάντησε ο Ντάνιελ. «Έδωσε τα χρήματα στον Μαρκ».
Ο Ντέιβιντ έσκυψε πάνω από το τραπέζι.
«Και αυτό είναι που με ανησυχεί. Ένα μέρος των χρημάτων εμφανίζεται σε μεταφορές που δεν μπορώ να εξηγήσω».
Η καρδιά μου χτυπούσε πιο δυνατά.
Δεν ήθελα να πιστέψω ότι ο Μαρκ είχε εξαπατήσει ακόμη και τη μητέρα του.
Αλλά δεν μπορούσα και να αγνοήσω όσα βλέπαμε.
«Τι χρειάζεται να κάνουμε;» ρώτησα.
Ο Ντέιβιντ πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Να μην τον κατηγορήσουμε χωρίς στοιχεία. Να παραδώσουμε τα έγγραφα σε έναν ανεξάρτητο λογιστή και, αν υπάρχουν ενδείξεις παρανομίας, να απευθυνθούμε στις αρμόδιες αρχές».
Ο Ντάνιελ έμεινε σιωπηλός για αρκετή ώρα.
Ύστερα είπε:
«Θα το κάνουμε».
Όταν επιστρέψαμε σπίτι, πίστευα ότι το χειρότερο είχε περάσει.
Έκανα λάθος.
Το βράδυ, το τηλέφωνό μου χτύπησε.
Ήταν η πεθερά μου.
«Έλενα, πρέπει να μιλήσουμε».
Η φωνή της ακουγόταν παγωμένη.
«Για ποιο πράγμα;»
«Για αυτό που έκανες στον Μαρκ».
Έκλεισα τα μάτια.
«Δεν έκανα τίποτα στον Μαρκ. Εκείνος έριξε μπύρα πάνω μου».
«Μου είπαν ότι συνάντησες κάποιον που προσπαθεί να καταστρέψει την επιχείρησή του».
Δεν απάντησα αμέσως.
Η πληροφορία είχε φτάσει σε εκείνη πολύ γρήγορα.
«Βικτόρια, αν ο Μαρκ δεν έχει τίποτα να κρύψει, δεν έχει λόγο να φοβάται έναν έλεγχο».
«Δεν καταλαβαίνεις πόσα διακυβεύονται!»
«Τότε ίσως θα έπρεπε να μου εξηγήσεις».
Η πεθερά μου σώπασε.
Και μέσα σε εκείνη τη σιωπή κατάλαβα ότι γνώριζε περισσότερα από όσα έλεγε.
«Έλενα», ψιθύρισε τελικά, «αν συνεχίσεις να σκαλίζεις αυτή την υπόθεση, μπορεί να καταστρέψεις ολόκληρη την οικογένειά μας».
Την κοίταξα νοερά, σαν να στεκόταν απέναντί μου.
«Όχι, Βικτόρια. Αν κάποιος έκανε κάτι κακό, εκείνος είναι υπεύθυνος για τις συνέπειες».
Η φωνή της έγινε σκληρή.
«Θα το μετανιώσεις».
Και έκλεισε το τηλέφωνο.
Ο Ντάνιελ στεκόταν στην πόρτα και είχε ακούσει τα πάντα.
«Δεν πίστευα ποτέ ότι θα έφταναν τόσο μακριά», είπε.
Τον αγκάλιασα.
«Δεν ξέρουμε ακόμη τι έχει συμβεί. Θα μάθουμε την αλήθεια».
Όμως, λίγα λεπτά αργότερα, ακούστηκε ένας δυνατός χτύπος στην εξώπορτα.
Ο Ντάνιελ άνοιξε.
Στην είσοδο στεκόταν ο Μαρκ.
Δεν χαμογελούσε πλέον.
Κρατούσε ένα χαρτί στο χέρι και το πρόσωπό του ήταν κατακόκκινο από θυμό.
«Πού είναι τα έγγραφα;» φώναξε.
Ο Ντάνιελ στάθηκε μπροστά του.
«Ποια έγγραφα;»
Ο Μαρκ με κοίταξε πάνω από τον ώμο του αδελφού του.
«Μην παριστάνεις την αθώα, Έλενα. Ξέρω ότι έχεις αντίγραφα».
Έκανα ένα βήμα προς την πόρτα.
«Τότε θα πρέπει να ξέρεις και ότι δεν σκοπεύω να τα εξαφανίσω».
Για πρώτη φορά, είδα κάτι διαφορετικό στα μάτια του.
Δεν ήταν μόνο θυμός.
Ήταν φόβος.
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 4…

0 comments:
Post a Comment