ΜΕΡΟΣ 3 — ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΚΟΥΤΙ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΑ ΚΑΘΑΡΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ Η ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ΠΟΥ ΠΡΟΔΩΣΕ ΤΟΝ ΜΑΡΚ
«Κανείς δεν αγγίζει τίποτα», ακούστηκε η φωνή του αστυνομικού από το μπάνιο.
Ο Μαρκ έκανε ένα βήμα προς τον διάδρομο.
«Πρέπει να σταματήσετε. Δεν έχετε δικαίωμα να ψάχνετε ολόκληρο το σπίτι μου έτσι».
Ο αστυνομικός που στεκόταν δίπλα μας τον σταμάτησε.
«Θα ακολουθήσουμε τη νόμιμη διαδικασία. Προς το παρόν, παρακαλώ μείνετε εδώ».
«Δεν καταλαβαίνετε τι κάνετε!» φώναξε ο Μαρκ.
Η Σόφι τινάχτηκε.
Την πήρα αμέσως αγκαλιά.
«Κοίτα εμένα, αγάπη μου. Δεν χρειάζεται να ακούς τις φωνές».
Ένιωθα τα χέρια μου να τρέμουν, αλλά δεν ήθελα να δει η κόρη μου τον δικό μου φόβο να γίνεται μεγαλύτερος από τον δικό της.
Λίγο αργότερα, ένας αστυνομικός εμφανίστηκε στην πόρτα του μπάνιου φορώντας γάντια. Κρατούσε μια διαφανή σακούλα τεκμηρίων.
Μέσα υπήρχε ένα μικρό ηλεκτρονικό αντικείμενο.
Δεν μπορούσα να καταλάβω τι ήταν.
Ο αστυνομικός, όμως, δεν το αντιμετώπιζε σαν ένα συνηθισμένο εξάρτημα.
«Κύριε Μαρκ, αναγνωρίζετε αυτό το αντικείμενο;»
Ο σύζυγός μου κοίταξε τη σακούλα.
«Ένα παλιό εξάρτημα. Το είχα ξεχάσει εκεί».
«Ποια είναι η χρήση του;»
«Δεν θυμάμαι. Έχω πολλά ηλεκτρονικά πράγματα από τη δουλειά μου».
Ο αστυνομικός δεν επέμεινε εκείνη τη στιγμή.
«Θα καταγραφεί και θα εξεταστεί. Δεν θα βγάλουμε συμπεράσματα πριν έχουμε τα αποτελέσματα».
Ο Μαρκ ανασήκωσε τους ώμους.
«Βλέπετε; Τίποτα το ιδιαίτερο».
Αλλά τα δάχτυλά του έτρεμαν.
Και, όταν ο αστυνομικός επέστρεψε στο μπάνιο, ο Μαρκ γύρισε προς τη Σόφι.
«Γιατί τους είπες γι’ αυτό;»
Η μικρή κρύφτηκε πίσω από την πλάτη μου.
«Μην της μιλάς έτσι», είπα.
«Εσύ δεν ξέρεις τι συμβαίνει!» μου απάντησε.
«Σωστά. Δεν ξέρω. Γι’ αυτό ζητώ να ερευνηθεί».
Ο Μαρκ με κοίταξε με θυμό που δεν είχα ξαναδεί.
«Θα μετανιώσεις που το έκανες αυτό».
Ο αστυνομικός γύρισε αμέσως προς το μέρος του.
«Κύριε, σας παρακαλώ να μην απειλείτε τη σύζυγό σας».
«Δεν την απειλώ!»
«Τότε σταματήστε να της μιλάτε με αυτόν τον τρόπο».
Για πρώτη φορά, ο Μαρκ δεν είχε απάντηση.
Οι αστυνομικοί συνέχισαν τον έλεγχο και κατέγραψαν τα αντικείμενα που βρήκαν. Στο μικρό ντουλάπι κάτω από τον νιπτήρα εντόπισαν επίσης ένα κουτί κρυμμένο πίσω από καθαριστικά και παλιά είδη προσωπικής φροντίδας.
Δεν μου επέτρεψαν να δω το περιεχόμενό του.
«Πρέπει να εξεταστεί χωρίς να αλλοιωθεί», μου εξήγησε ένας αστυνομικός. «Δεν γνωρίζουμε ακόμη αν συνδέεται με όσα μας αναφέρατε».
«Αφορά την κόρη μου;» ρώτησα.
«Δεν μπορούμε να το πούμε ακόμη. Θα γίνει ο απαραίτητος έλεγχος».
Η αβεβαιότητα ήταν βασανιστική.
Ήθελα απαντήσεις. Ήθελα να μάθω τι είχε μέσα το κουτί, γιατί ο Μαρκ είχε αντιδράσει έτσι και γιατί η Σόφι φοβόταν τόσο πολύ.
Αλλά ήξερα ότι δεν μπορούσα να απαιτήσω μια απάντηση που κανείς δεν είχε ακόμη επιβεβαιώσει.
Έπρεπε να περιμένω.
Κι αυτή η αναμονή με έκανε να θυμηθώ ένα περιστατικό από μερικές εβδομάδες νωρίτερα.
Είχα μπει στο γραφείο του Μαρκ για να αφήσω ένα ποτήρι νερό. Εκείνος είχε βγει για λίγο και πάνω στο γραφείο του υπήρχε ένα μικρό κουτί, παρόμοιο με εκείνο που περιέγραψε η Σόφι.
Τον είχα ρωτήσει τι ήταν.
«Παλιά εξαρτήματα», είχε απαντήσει. «Μην ασχολείσαι με αυτά».
Τότε είχε κλείσει γρήγορα το συρτάρι.
Δεν είχα δώσει σημασία.
Τώρα, όμως, εκείνη η ανάμνηση επέστρεφε με δύναμη.
«Θυμάμαι ότι είχε ένα παρόμοιο κουτί στο γραφείο του», είπα στον αστυνομικό. «Δεν ξέρω αν είναι το ίδιο».
Εκείνος σημείωσε την πληροφορία.
«Μην προσπαθήσετε να ψάξετε μόνη σας τον υπολογιστή ή τα προσωπικά του αντικείμενα. Θα εξετάσουμε τι χρειάζεται μέσα από την κατάλληλη διαδικασία».
Έγνεψα.
Δεν ήθελα να κάνω τίποτα που θα έθετε σε κίνδυνο τη Σόφι ή θα δυσκόλευε την έρευνα.
Λίγο πριν από τα μεσάνυχτα, η κόρη μου αποκοιμήθηκε στον καναπέ, εξαντλημένη. Την σκέπασα με μια κουβέρτα και κάθισα δίπλα της.
Ο Μαρκ βρισκόταν σε διαφορετικό δωμάτιο με τους αστυνομικούς.
Δεν ήξερα αν θα έφευγε εκείνο το βράδυ, αν θα χρειαζόταν να δώσει νέες εξηγήσεις ή αν τα αντικείμενα που είχαν βρεθεί θα αποδεικνύονταν σημαντικά.
Ήξερα μόνο ότι δεν μπορούσα να επιστρέψω στην προηγούμενη ζωή μας σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.
Τότε ένας αστυνομικός με πλησίασε.
«Υπάρχει κάτι ακόμη που θα θέλαμε να σας ρωτήσουμε».
Σήκωσα το βλέμμα μου.
«Τι;»
«Αναφέρατε ότι ο σύζυγός σας είχε έναν υπολογιστή που δεν άφηνε κανέναν να χρησιμοποιεί. Γνωρίζετε αν κάποιος άλλος είχε πρόσβαση σε αυτόν;»
Σκέφτηκα τις ώρες που ο Μαρκ περνούσε κλεισμένος στο γραφείο του. Θυμήθηκα πως, όταν χτυπούσε το τηλέφωνό του, συχνά έβγαινε στο μπαλκόνι για να μιλήσει.
«Δεν ξέρω», απάντησα. «Αλλά είχε έναν φίλο που ερχόταν συχνά στο σπίτι μας. Τον Ντάνιελ. Ήταν πολύ κοντά».
Ο αστυνομικός σήκωσε το βλέμμα του.
«Πότε τον είδατε τελευταία φορά;»
«Πριν από λίγες ημέρες. Είχαμε φάει όλοι μαζί».
«Παρατηρήσατε κάτι ασυνήθιστο;»
Δίστασα.
«Όταν σηκώθηκα για να φέρω το επιδόρπιο, οι δυο τους σταμάτησαν να μιλούν μόλις επέστρεψα».
Ο αστυνομικός κατέγραψε την απάντησή μου.
Δεν ήξερα αν η πληροφορία είχε σημασία.
Δεν ήξερα καν αν ο Ντάνιελ είχε σχέση με όσα συνέβαιναν.
Αλλά δεν ήμουν πια διατεθειμένη να αγνοώ τίποτα.
Και τότε ακούστηκε η φωνή του Μαρκ από το διπλανό δωμάτιο.
«Θέλω να τηλεφωνήσω στον Ντάνιελ! Τώρα!»
Ο αστυνομικός γύρισε προς την πόρτα.
«Για ποιον λόγο;»
Ο Μαρκ σώπασε για μερικά δευτερόλεπτα.
Ύστερα απάντησε:
«Επειδή είναι ο μόνος άνθρωπος που μπορεί να εξηγήσει τι συμβαίνει».
Κοίταξα τη Σόφι που κοιμόταν στην αγκαλιά μου.
Και αναρωτήθηκα γιατί ο άντρας μου χρειαζόταν τόσο απεγνωσμένα τον καλύτερό του φίλο τη συγκεκριμένη στιγμή.
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 4…

0 comments:
Post a Comment