ΜΕΡΟΣ 2 — ΤΟΝ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΑ ΚΡΥΦΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΙΔΑ ΝΑ ΜΠΑΙΝΕΙ ΣΕ ΕΝΑ ΠΑΛΙΟ ΚΤΙΡΙΟ ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΟΥ — Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΤΟΝ ΠΕΡΙΜΕΝΕ ΕΚΕΙ ΜΕ ΑΦΗΣΕ ΑΦΩΝΗ
Το επόμενο πρωί, ξύπνησα πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι.
Ο Έλιαμ κοιμόταν ακόμη δίπλα μου. Τον παρατηρούσα μέσα στο ημίφως, προσπαθώντας να αναγνωρίσω στο πρόσωπό του κάτι που θα μου έλεγε τι συνέβαινε. Το πρόσωπό του ήταν ήρεμο. Έμοιαζε με τον ίδιο άνθρωπο που είχα παντρευτεί πριν από έντεκα χρόνια, τον άνθρωπο που κάποτε μου είχε υποσχεθεί ότι δεν θα με άφηνε ποτέ να αντιμετωπίσω μόνη μου καμία δυσκολία.
Ήθελα να τον ξυπνήσω και να του ζητήσω να μου πει την αλήθεια.
Ήθελα να του πω ότι γνώριζα για την άδειά του και ότι δεν υπήρχε λόγος να συνεχίζει να με κοροϊδεύει.
Αλλά φοβόμουν πως, αν το έκανα, θα έβρισκε άλλη μία δικαιολογία. Και τότε θα έχανα την ευκαιρία να ανακαλύψω τι πραγματικά συνέβαινε.
Έτσι, σηκώθηκα αθόρυβα και ετοιμάστηκα για την ημέρα.
Όταν ο Έλιαμ μπήκε στην κουζίνα, φορούσε ήδη το πουκάμισό του και έψαχνε τα κλειδιά του αυτοκινήτου.
«Θα γυρίσεις αργά;» τον ρώτησα.
«Δεν ξέρω. Έχω πολλά να κάνω.»
Έσκυψε και με φίλησε στο μάγουλο.
«Μην περιμένεις να φάμε μαζί.»
Τον κοίταξα να βγαίνει από την πόρτα και μέτρησα μέχρι το δέκα πριν ακολουθήσω.
Δεν ήθελα να καταλάβει ότι βρισκόμουν πίσω του. Κράτησα αρκετή απόσταση και προσπάθησα να μη χάσω το αυτοκίνητό του μέσα στην πρωινή κίνηση.
Στην αρχή, όλα έμοιαζαν φυσιολογικά. Οδήγησε μέσα από τους δρόμους που οδηγούσαν προς το κέντρο της πόλης. Περίμενα ότι θα κατευθυνόταν προς το γραφείο του, αλλά λίγο πριν φτάσει στην περιοχή των μεγάλων εταιρικών κτιρίων, έστριψε σε έναν δρόμο που δεν είχα κανέναν λόγο να γνωρίζω.
Τον ακολούθησα.
Πέρασε από μια παλιά συνοικία με μικρά καταστήματα, συνεργεία και χαμηλά κτίρια. Στη συνέχεια, βγήκε σε έναν πιο ήσυχο δρόμο, όπου τα πεζοδρόμια ήταν σχεδόν άδεια.
Το αυτοκίνητό του σταμάτησε μπροστά σε ένα παλιό κτίριο από κόκκινα τούβλα.
Δεν υπήρχαν πολυτελή γραφεία, γυάλινες προσόψεις ή πινακίδες κάποιας γνωστής εταιρείας. Μόνο μια απλή είσοδος, μερικά σκαλιά και ένα μικρό παράθυρο που έβλεπε στον δρόμο.
Ο Έλιαμ πήρε τον χαρτοφύλακά του και βγήκε.
Κοίταξε για λίγο γύρω του, σαν να ήθελε να βεβαιωθεί ότι δεν είχε ξεχάσει κάτι, και μπήκε στο κτίριο.
Έμεινα μέσα στο αυτοκίνητο.
Η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά, που ένιωθα τους παλμούς της μέχρι τον λαιμό μου.
Τι έκανε εκεί;
Γιατί είχε πάρει άδεια από τη δουλειά του για να πηγαίνει σε αυτό το μέρος;
Και γιατί δεν μου είχε πει τίποτα;
Πέρασαν είκοσι λεπτά. Ύστερα τριάντα.
Άρχισα να σκέφτομαι ότι ίσως έπρεπε να φύγω. Ότι η παρακολούθηση του άντρα μου ήταν μια πράξη που δεν ταίριαζε στον άνθρωπο που ήθελα να είμαι.
Όμως τότε άνοιξε η πόρτα.
Ο Έλιαμ βγήκε μαζί με έναν ηλικιωμένο άντρα.
Στην αρχή δεν αναγνώρισα το πρόσωπό του. Έπειτα, όταν ο άντρας γύρισε ελαφρώς το κεφάλι, ένιωσα σαν να σταμάτησε ο χρόνος.
Ήταν ο Φρανκ.
Ο Φρανκ ήταν ο πρώην γείτονάς μας από το πρώτο σπίτι που είχαμε αγοράσει μετά τον γάμο μας. Τον θυμόμουν να περιποιείται τον μικρό κήπο του κάθε Σάββατο, να χαιρετά τους περαστικούς και να αστειεύεται με τον Έλιαμ για τις ομάδες ποδοσφαίρου που υποστήριζαν.
Η σύζυγός του, η Μαριάν, ήταν μια γλυκιά γυναίκα που μας είχε προσφέρει περισσότερες από μία φορές φαγητό όταν επιστρέφαμε αργά από τη δουλειά.
Η Μαριάν είχε πεθάνει πριν από δύο χρόνια.
Μετά τον θάνατό της, ο Φρανκ είχε απομακρυνθεί από όλους. Είχαμε επικοινωνήσει μαζί του κάποιες φορές, αλλά η ζωή μας είχε αλλάξει και η επαφή μας είχε περιοριστεί.
Δεν είχα ιδέα ότι ο Έλιαμ τον έβλεπε κρυφά.
Ο ηλικιωμένος άντρας κρατούσε ένα μικρό, έντονα πράσινο κουτί φαγητού με ζωγραφισμένους δεινόσαυρους. Στο άλλο χέρι είχε μερικές κάρτες και ένα τετράδιο.
Ο Έλιαμ περπατούσε δίπλα του χωρίς βιασύνη.
Δεν έμοιαζε να βρίσκεται εκεί για μια επαγγελματική συνάντηση. Δεν έμοιαζε καν να συζητά για δουλειά.
Κάποια στιγμή, ο Φρανκ τού έδειξε μια κάρτα. Ο Έλιαμ έσκυψε για να τη δει, είπε κάτι που δεν μπορούσα να ακούσω και περίμενε.
Ο Φρανκ κοίταξε ξανά την κάρτα.
Τα χείλη του κινήθηκαν αργά, σαν να προσπαθούσε να διαβάσει κάτι.
Ο Έλιαμ δεν του πήρε την κάρτα. Δεν του είπε αμέσως τι έγραφε. Δεν έδειξε να βιάζεται.
Απλώς στεκόταν δίπλα του και περίμενε.
Αυτό ήταν το σημείο που με μπέρδεψε περισσότερο.
Αν ο Έλιαμ είχε κάποια ερωτική σχέση με άλλη γυναίκα, γιατί θα συναντούσε τον Φρανκ; Αν αντιμετώπιζε κάποιο επαγγελματικό πρόβλημα, γιατί θα περνούσε τόσο χρόνο σε ένα παλιό κτίριο μαζί του;
Και τι ήταν εκείνο το πράσινο κουτί με τους δεινόσαυρους;
Πριν προλάβω να σκεφτώ περισσότερο, ο Έλιαμ και ο Φρανκ κατευθύνθηκαν προς την είσοδο.
Περίμενα λίγα λεπτά και βγήκα από το αυτοκίνητο.
Πλησίασα προσεκτικά, χωρίς να τους αφήσω να με δουν.
Τότε πρόσεξα την πινακίδα δίπλα στην πόρτα.
ΚΕΝΤΡΟ ΜΑΘΗΣΗΣ ΕΝΗΛΙΚΩΝ
Από κάτω υπήρχαν τρεις λέξεις:
ΑΝΑΓΝΩΣΗ — ΓΡΑΦΗ — ΨΗΦΙΑΚΕΣ ΔΕΞΙΟΤΗΤΕΣ
Έμεινα ακίνητη.
Διάβασα ξανά την πινακίδα, προσπαθώντας να καταλάβω τι σχέση μπορούσε να έχει ο Έλιαμ με ένα κέντρο εκπαίδευσης ενηλίκων.
Και τότε κοίταξα ξανά το τετράδιο που κρατούσε ο Φρανκ.
Συνειδητοποίησα ότι ίσως ο ηλικιωμένος άντρας δεν είχε έρθει εκεί για να συναντήσει τον φίλο του.
Ίσως είχε έρθει για να μάθει κάτι που οι περισσότεροι άνθρωποι θεωρούσαν αυτονόητο.
Μέσα μου γεννήθηκε ένα νέο ερώτημα, πολύ διαφορετικό από εκείνο που με βασάνιζε το πρωί.
Γιατί ο Φρανκ χρειαζόταν βοήθεια;
Και γιατί ο Έλιαμ είχε επιλέξει να μου το κρύψει;
Έκανα ένα βήμα πίσω, αλλά δεν έφυγα αμέσως. Κοίταξα την πόρτα που είχε κλείσει πίσω τους και ένιωσα πως είχα φτάσει στην άκρη μιας αλήθειας που δεν μπορούσα ακόμη να καταλάβω.
Εκείνη τη στιγμή, δεν ήξερα αν έπρεπε να νιώσω ανακούφιση ή θυμό.
Το μόνο που ήξερα ήταν ότι ο άντρας μου μού έκρυβε κάτι σημαντικό.
Και τώρα ήμουν αποφασισμένη να μάθω τι.
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 3…

0 comments:
Post a Comment