ΜΕΡΟΣ 1 — ΤΟ ΠΡΩΙΝΟ ΠΟΥ ΜΙΑ ΑΠΛΗ ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΟΥ ΑΝΤΡΑ ΜΟΥ ΑΡΚΟΥΣΕ ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΕΙ ΟΛΗ Η ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗ ΠΟΥ ΕΙΧΑ ΧΤΙΣΕΙ ΜΑΖΙ ΤΟΥ ΕΔΩ ΚΑΙ ΕΝΤΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ
Με τον Έλιαμ ήμασταν παντρεμένοι έντεκα χρόνια. Δεν θα έλεγα ότι η ζωή μας ήταν τέλεια, αλλά πίστευα πως είχαμε φτάσει σε εκείνο το σημείο του γάμου όπου δεν χρειαζόταν πια να αποδεικνύουμε συνεχώς την αγάπη μας. Γνωρίζαμε τις συνήθειες ο ένας του άλλου, καταλαβαίναμε πότε ο άλλος ήταν κουρασμένος και μπορούσαμε να περάσουμε ένα ολόκληρο βράδυ στον ίδιο καναπέ χωρίς να αισθανόμαστε την ανάγκη να γεμίσουμε κάθε σιωπή με λόγια.
Ο Έλιαμ είχε τις δικές του καθημερινές συνήθειες. Ξυπνούσε νωρίς, έφτιαχνε καφέ, έλεγχε τα μηνύματά του και έφευγε για τη δουλειά. Εγώ συνήθως ετοίμαζα το πρωινό μας και του υπενθύμιζα να πάρει τα φάρμακά του, επειδή ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που μπορούσαν να θυμούνται κάθε λεπτομέρεια ενός επαγγελματικού έργου, αλλά να ξεχνούν κάτι τόσο απλό όσο ένα μπουκαλάκι δίπλα στην καφετιέρα.
Εκείνο το πρωί, όλα έμοιαζαν απολύτως φυσιολογικά.
Ο Έλιαμ έφυγε βιαστικά, με το σακάκι περασμένο στον ώμο και τον χαρτοφύλακά του στο ένα χέρι. Λίγα λεπτά αργότερα, καθώς μάζευα την κουζίνα, είδα τα φάρμακά του να βρίσκονται ακριβώς εκεί όπου τα είχε αφήσει.
Αναστέναξα.
«Πάλι τα ξέχασες», μουρμούρισα μόνη μου.
Στην αρχή σκέφτηκα να τον καλέσω. Ύστερα κοίταξα το ρολόι και αποφάσισα να του τα πάω εγώ. Το γραφείο του δεν ήταν πολύ μακριά, και ήξερα πως θα εκτιμούσε τη μικρή αυτή κίνηση. Έφτιαξα επίσης έναν καφέ, όπως ακριβώς τον προτιμούσε, και ξεκίνησα με τη βεβαιότητα ότι θα τον έβλεπα για λίγα λεπτά, θα του έδινα τα πράγματά του και θα επέστρεφα σπίτι.
Δεν είχα ιδέα ότι εκείνη η διαδρομή θα γινόταν η αρχή μιας από τις πιο παράξενες εβδομάδες της ζωής μου.
Όταν έφτασα στο κτίριο όπου εργαζόταν, χαιρέτησα τον φύλακα και ανέβηκα στη ρεσεψιόν. Η γραμματέας του, η οποία με γνώριζε από παλιότερες επισκέψεις, σήκωσε το κεφάλι της και μου χαμογέλασε.
«Καλημέρα! Ήρθατε να δείτε τον κύριο Έλιαμ;»
«Ναι», απάντησα, σηκώνοντας τη σακούλα με τα φάρμακα. «Τα ξέχασε πάλι στο σπίτι. Ήθελα να του τα αφήσω πριν αρχίσει η μέρα του.»
Το χαμόγελό της εξαφανίστηκε για μια στιγμή.
Με κοίταξε σαν να μην είχε καταλάβει καλά.
«Συγγνώμη, κυρία μου… αλλά ο σύζυγός σας δεν βρίσκεται εδώ.»
Γέλασα ελαφρά.
«Ίσως να έχει βγει για κάποια συνάντηση.»
Εκείνη κούνησε αργά το κεφάλι.
«Όχι. Ο κύριος Έλιαμ έχει πάρει άδεια για μία ολόκληρη εβδομάδα. Από τη Δευτέρα δεν έχει έρθει καθόλου στο γραφείο.»
Για μερικά δευτερόλεπτα, νόμιζα πως είχα ακούσει λάθος.
«Τι είπατε;»
«Έχει άδεια», επανέλαβε ευγενικά. «Μας είχε ενημερώσει ότι δεν θα βρίσκεται εδώ αυτή την εβδομάδα.»
Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται.
Ο Έλιαμ είχε φύγει από το σπίτι κάθε πρωί εκείνης της εβδομάδας. Είχε φορέσει τα επαγγελματικά του ρούχα, είχε πάρει τον χαρτοφύλακά του και είχε φιλήσει το μάγουλό μου πριν μου πει ότι τον περίμενε μια δύσκολη ημέρα.
Τη Δευτέρα μού είχε πει ότι είχε επείγουσα συνάντηση.
Την Τρίτη είχε παραπονεθεί για την κίνηση.
Την Τετάρτη είχε επιστρέψει αργά, λέγοντας πως ένας συνάδελφος χρειαζόταν τη βοήθειά του.
Και τώρα μάθαινα ότι δεν είχε πατήσει καν το πόδι του στο γραφείο.
«Είστε σίγουρη;» ρώτησα, προσπαθώντας να κρατήσω σταθερή τη φωνή μου.
Η γραμματέας φάνηκε να αισθάνεται άβολα.
«Ναι, απολύτως. Μάλιστα, νομίζω ότι η άδειά του έχει εγκριθεί από την προηγούμενη εβδομάδα.»
Δεν ήθελα να την πιέσω άλλο. Την ευχαρίστησα, πήρα τη σακούλα με τα φάρμακα και κατέβηκα στο ισόγειο με τα πόδια να μου φαίνονται ξαφνικά βαριά.
Μόλις μπήκα στο αυτοκίνητο, έμεινα για λίγο ακίνητη, κοιτάζοντας το κτίριο μέσα από το παρμπρίζ.
Έντεκα χρόνια γάμου.
Έντεκα χρόνια κοινής ζωής.
Και ξαφνικά δεν ήξερα πού βρισκόταν ο άντρας μου κάθε πρωί.
Έβγαλα το κινητό μου και του έστειλα μήνυμα.
«Αγάπη μου, βρήκα τα φάρμακά σου. Είσαι στο γραφείο;»
Η απάντηση ήρθε σχεδόν αμέσως.
«Η μέρα είναι τρελή. Θα τα πάρω αργότερα. Μην ανησυχείς.»
Κοίταξα την οθόνη.
Δεν μου είχε απαντήσει στην ερώτηση.
Δεν μου είχε πει πού βρισκόταν.
Και για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, η φράση «μην ανησυχείς» έκανε ακριβώς το αντίθετο.
Εκείνο το βράδυ, όταν επέστρεψε στο σπίτι, τον υποδέχτηκα όπως πάντα. Έβαλα το φαγητό στο τραπέζι, τον ρώτησα πώς πέρασε η ημέρα του και τον άκουσα να μου περιγράφει μια σειρά από προβλήματα στη δουλειά.
Μόνο που τώρα πρόσεχα κάθε λέξη.
Κάθε παύση.
Κάθε φορά που απέφευγε να με κοιτάξει στα μάτια.
Κάποια στιγμή, τον ρώτησα δήθεν αδιάφορα:
«Πότε τελειώνει αυτή η δύσκολη περίοδος στη δουλειά;»
«Σύντομα», απάντησε. «Μόλις περάσει αυτή η εβδομάδα, θα ηρεμήσουν τα πράγματα.»
Ένιωσα ένα κρύο ρίγος να διαπερνά την πλάτη μου.
Δεν ήξερα ακόμη τι μου έκρυβε. Δεν ήξερα αν υπήρχε άλλη γυναίκα, αν αντιμετώπιζε κάποιο πρόβλημα ή αν είχε μπλέξει σε κάτι που δεν μπορούσε να μου εξηγήσει.
Ήξερα μόνο ένα πράγμα.
Ο άντρας που καθόταν απέναντί μου έλεγε ψέματα.
Και το χειρότερο ήταν ότι έλεγε αυτά τα ψέματα με την ίδια ήρεμη φωνή με την οποία μου ευχόταν καληνύχτα κάθε βράδυ.
Εκείνη τη νύχτα δεν κοιμήθηκα σχεδόν καθόλου.
Λίγο πριν ξημερώσει, πήρα μια απόφαση που δεν πίστευα ποτέ ότι θα χρειαζόταν να πάρω μέσα στον γάμο μου.
Την επόμενη ημέρα, θα μάθαινα μόνη μου πού πήγαινε ο Έλιαμ.
Και όποια κι αν ήταν η αλήθεια, ήμουν αποφασισμένη να την αντιμετωπίσω.
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 2…

0 comments:
Post a Comment