ΜΕΡΟΣ 1: Η ΜΗΤΕΡΑ ΠΗΓΕ ΑΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΤΑ ΣΤΗ ΣΧΟΛΗ ΜΠΑΛΕΤΟΥ ΤΗΣ ΚΟΡΗΣ ΤΗΣ… ΚΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕ Η ΔΑΣΚΑΛΑ ΤΗΣ ΑΛΛΑΞΕ ΤΑ ΠΑΝΤΑ
Η Κλερ Μπένετ πίστευε ότι είχε κάνει το σωστό όταν εμπιστεύτηκε τον καλύτερο φίλο του συζύγου της να μεταφέρει τη δεκαεξάχρονη κόρη τους στα μαθήματα μπαλέτου. Ο Ντέρεκ ήταν μέρος της οικογένειάς τους εδώ και σχεδόν τριάντα χρόνια. Είχε βρεθεί δίπλα τους σε γάμους, γενέθλια, γιορτές και δύσκολες στιγμές. Ήταν ο άνθρωπος που ο σύζυγός της, ο Σκοτ, αποκαλούσε αδελφό του.
Γι' αυτό, όταν η Όντρεϊ άρχισε να απομακρύνεται από την οικογένειά της, η Κλερ δεν μπορούσε να φανταστεί ότι ο άνθρωπος που είχε βοηθήσει την κόρη της να πραγματοποιήσει το μεγαλύτερο όνειρό της ίσως γνώριζε πολύ περισσότερα απ' όσα έλεγε.
Η Όντρεϊ δεν ήταν πια το χαρούμενο κορίτσι που χόρευε στην κουζίνα, που μιλούσε ασταμάτητα για τις πρόβες της και που ονειρευόταν να σταθεί μια μέρα κάτω από τα φώτα μιας μεγάλης θεατρικής σκηνής.
Τώρα επέστρεφε από τα μαθήματά της σιωπηλή.
Δεν έδειχνε τα βήματα που είχε μάθει.
Δεν μιλούσε για τη δασκάλα της.
Και, το πιο παράξενο απ' όλα, δεν ήθελε καν να ανοίξει την τσάντα του μπαλέτου της.
Η Κλερ είχε προσπαθήσει να της μιλήσει πολλές φορές. Κάθε φορά, όμως, η κόρη της έκλεινε την πόρτα του δωματίου της, σαν να προσπαθούσε να κρατήσει ολόκληρο τον κόσμο έξω.
Ώσπου ένα απόγευμα, η μητέρα αποφάσισε να πάει στη σχολή χορού χωρίς να προειδοποιήσει κανέναν.
Δεν ήξερε ότι εκείνη η απόφαση θα την έφερνε μπροστά σε μια αλήθεια που κανένας γονιός δεν θα ήθελε να ανακαλύψει.
Όταν η δασκάλα της κόρης της την κοίταξε στα μάτια και τη ρώτησε αν η Όντρεϊ τής είχε πει τι πραγματικά συνέβαινε, η Κλερ ένιωσε το αίμα να παγώνει στις φλέβες της.
Γιατί εκείνη τη στιγμή κατάλαβε ότι η σιωπή της κόρης της δεν ήταν απλώς μια εφηβική ιδιοτροπία.
Ήταν ένα μυστικό.
Και κάποιος ίσως είχε κάνει τα πάντα για να παραμείνει κρυφό.
Ένα κορίτσι που γεννήθηκε για να χορεύει
Από τότε που η Όντρεϊ ήταν μικρό παιδί, το μπαλέτο αποτελούσε τον μεγαλύτερο έρωτα της ζωής της.
Η Κλερ θυμόταν ακόμη τα πρώτα της βήματα. Η κόρη της φορούσε ένα παλιό ροζ κορμάκι, δύο νούμερα μεγαλύτερο από το κανονικό, και προσπαθούσε να αντιγράψει τις κινήσεις των χορευτριών που έβλεπε στην τηλεόραση.
Το σαλόνι του σπιτιού τους μετατρεπόταν καθημερινά σε αυτοσχέδια σκηνή. Οι καναπέδες γίνονταν παρασκήνια, το χαλί ήταν η σκηνή της και η μουσική ακουγόταν τόσο δυνατά, ώστε μερικές φορές οι γείτονες χτυπούσαν τον τοίχο.
Η Όντρεϊ, όμως, δεν ενοχλούνταν.
«Μαμά, μια μέρα θα χορεύω μπροστά σε εκατοντάδες ανθρώπους», έλεγε με σοβαρότητα.
Η Κλερ χαμογελούσε.
«Και εγώ θα είμαι στην πρώτη σειρά, αγάπη μου».
«Θα κρατάς λουλούδια;»
«Τα μεγαλύτερα λουλούδια που θα βρω».
«Και ο μπαμπάς;»
«Ο μπαμπάς σου θα προσπαθεί να μη βάλει τα κλάματα».
Από το άλλο δωμάτιο, ο Σκοτ φώναζε πάντα:
«Εγώ δεν κλαίω ποτέ!»
Και οι δυο τους ξεσπούσαν σε γέλια.
Για την Κλερ, αυτές οι στιγμές ήταν ανεκτίμητες.
Ήξερε ότι η κόρη της δεν είχε κάποιο ιδιαίτερο ταλέντο μόνο επειδή μπορούσε να εκτελεί δύσκολες κινήσεις. Είχε κάτι πολύ πιο σπάνιο: επιμονή.
Όταν έπεφτε, σηκωνόταν.
Όταν δεν πετύχαινε μια στροφή, την επαναλάμβανε.
Όταν τα πόδια της πονούσαν μετά από πολλές ώρες εξάσκησης, καθόταν για λίγα λεπτά και ύστερα σηκωνόταν ξανά.
Η Κλερ συχνά την έβρισκε να εξασκείται στην κουζίνα, κρατώντας την άκρη του πάγκου για να διατηρεί την ισορροπία της.
«Όντρεϊ, πρόσεχε! Θα χτυπήσεις στο ψυγείο!»
«Μαμά, δεν μπορώ να σταματήσω τώρα. Αυτή η κίνηση πρέπει να γίνει τέλεια».
«Η κίνηση μπορεί να περιμένει μέχρι να τελειώσουμε το πρωινό».
«Το πρωινό δεν πρόκειται να φύγει πουθενά!»
Η Κλερ γελούσε και την άφηνε να συνεχίσει για λίγα λεπτά ακόμη.
Δεν είχε ιδέα ότι θα ερχόταν μια μέρα που θα παρακαλούσε να ακούσει ξανά εκείνα τα μικρά βήματα πάνω στο πάτωμα.
Γιατί η σιωπή που θα ακολουθούσε θα ήταν πολύ πιο τρομακτική από οποιονδήποτε θόρυβο.
Το όνειρο που παραλίγο να χαθεί για πάντα
Παρά το πάθος της Όντρεϊ, η οικογένεια δεν είχε ποτέ την οικονομική δυνατότητα να της προσφέρει όσα θα ήθελε.
Ο Σκοτ εργαζόταν ως υπεύθυνος σε εργοτάξια και οι ώρες του ήταν συχνά εξαντλητικές. Η Κλερ εργαζόταν ως διοικητική υπάλληλος σε νοσοκομείο, με ένα πρόγραμμα που άλλαζε ανάλογα με τις ανάγκες της υπηρεσίας.
Οι λογαριασμοί, τα έξοδα του σπιτιού και οι καθημερινές υποχρεώσεις δεν άφηναν πολλά περιθώρια.
Τα ιδιαίτερα μαθήματα μπαλέτου ήταν ακριβά. Οι επαγγελματικές σχολές χορού απαιτούσαν ακόμη περισσότερα χρήματα, ενώ οι μετακινήσεις αποτελούσαν ξεχωριστό πρόβλημα.
Ωστόσο, η Όντρεϊ δεν παραπονιόταν.
Αντί να ζητά ακριβά παιχνίδια, αποταμίευε τα χρήματα των γενεθλίων της για να αγοράζει καινούργια παπούτσια χορού. Δανειζόταν βιβλία από τη βιβλιοθήκη και παρακολουθούσε παραστάσεις στο διαδίκτυο, προσπαθώντας να καταλάβει κάθε κίνηση των επαγγελματιών χορευτών.
Όταν δεν μπορούσε να πληρώσει επιπλέον μαθήματα, εξασκούνταν μόνη της.
Και το περασμένο φθινόπωρο, η σκληρή δουλειά της ανταμείφθηκε.
Ένα απόγευμα, η Κλερ ετοίμαζε το δείπνο όταν άκουσε την εξώπορτα να ανοίγει απότομα.
«ΜΑΜΑ!»
Η Όντρεϊ έτρεξε στην κουζίνα κρατώντας το κινητό της.
«Τι συνέβη;» ρώτησε η Κλερ, γυρίζοντας τρομαγμένη.
«Με δέχτηκαν!»
«Πού;»
«Στο προχωρημένο πρόγραμμα εφήβων! Στη σχολή που σου έλεγα!»
Η Κλερ σκούπισε τα χέρια της και πήρε το κινητό.
Διάβασε το ηλεκτρονικό μήνυμα μία φορά.
Ύστερα το διάβασε ξανά.
Η Όντρεϊ είχε γίνει δεκτή σε ένα αναγνωρισμένο πρόγραμμα μπαλέτου, ενώ η υποτροφία που της προσφέρθηκε κάλυπτε το μεγαλύτερο μέρος των διδάκτρων.
«Θεέ μου, κορίτσι μου!»
Η Κλερ την αγκάλιασε τόσο δυνατά, που η κόρη της άρχισε να γελάει.
«Το ήξερα ότι θα τα κατάφερνες!»
Η Όντρεϊ έθαψε το πρόσωπό της στον ώμο της μητέρας της.
«Μαμά, σε παρακαλώ. Θέλω τόσο πολύ να πάω».
«Θα βρούμε έναν τρόπο».
Η Κλερ το είπε με όλη της την καρδιά.
Όμως, όταν κοίταξε τη διεύθυνση της σχολής, το χαμόγελό της άρχισε να σβήνει.
Η σχολή βρισκόταν σχεδόν πενήντα λεπτά μακριά με το αυτοκίνητο. Με τα μέσα μαζικής μεταφοράς, η διαδρομή απαιτούσε δύο αλλαγές λεωφορείων, ενώ τα μαθήματα τελείωναν μετά τις οκτώ το βράδυ.
Τρεις φορές την εβδομάδα.
Ο Σκοτ εργαζόταν συχνά μέχρι αργά και η Κλερ δεν μπορούσε να εγκαταλείπει τη δουλειά της κάθε απόγευμα.
Η μεγαλύτερη ανησυχία της, όμως, ήταν η επιστροφή της κόρης της στο σπίτι τόσο αργά.
Όταν η Όντρεϊ κατάλαβε τι σκεφτόταν, το χαμόγελό της χάθηκε.
«Δεν μπορούμε να το κάνουμε;» ρώτησε σιγανά.
Η Κλερ πήρε τα χέρια της μέσα στα δικά της.
«Δεν είπα αυτό, αγάπη μου. Απλώς πρέπει να βρούμε μια λύση».
«Έχω δουλέψει τόσο πολύ».
«Το ξέρω».
«Αν δεν πάω τώρα, ίσως χάσω την ευκαιρία μου».
Η Κλερ δεν ήξερε τι να απαντήσει.
Για δύο εβδομάδες, εκείνη και ο Σκοτ προσπάθησαν να οργανώσουν τις μετακινήσεις.
Ρώτησαν συναδέλφους, γείτονες και γνωστούς. Εξέτασαν το ενδεχόμενο να αλλάξουν τις ώρες εργασίας τους, αλλά κανείς δεν μπορούσε να αναλάβει σταθερά και τις τρεις διαδρομές κάθε εβδομάδα.
Η Όντρεϊ πρότεινε να πηγαίνει μόνη της με το λεωφορείο.
«Μπορώ να φύγω αμέσως μετά το σχολείο. Θα προλαβαίνω».
«Δεν ανησυχώ τόσο για το πώς θα φτάσεις εκεί», της εξήγησε η Κλερ. «Με ανησυχεί το πώς θα επιστρέφεις στο σπίτι μετά τις εννέα».
Η κόρη της χαμήλωσε το βλέμμα.
«Δηλαδή, τελικά δεν θα πάω;»
Η Κλερ ένιωσε την καρδιά της να σφίγγεται.
Ήθελε να της υποσχεθεί ότι όλα θα πήγαιναν καλά, αλλά δεν ήθελε να δώσει μια υπόσχεση που ίσως δεν μπορούσε να τηρήσει.
Και τότε, κατά τη διάρκεια ενός οικογενειακού δείπνου, ο άνθρωπος που κανείς τους δεν είχε λόγο να αμφισβητήσει προσφέρθηκε να βοηθήσει.
Ο άνθρωπος που εμπιστεύονταν σαν αδελφό
Ο Ντέρεκ ήταν ο καλύτερος φίλος του Σκοτ από το λύκειο.
Είχαν μεγαλώσει στην ίδια πόλη, είχαν παίξει μαζί σε αθλητικές ομάδες και είχαν περάσει αμέτρητες ώρες συζητώντας για το μέλλον τους.
Ο Ντέρεκ είχε παραστεί στον γάμο τους. Είχε επισκεφθεί την Κλερ στο νοσοκομείο όταν γεννήθηκε η Όντρεϊ και είχε βρεθεί κοντά τους σε πολλές σημαντικές στιγμές της ζωής τους.
Η κόρη τους τον γνώριζε από τότε που ήταν μωρό.
Για εκείνη, ήταν ο θείος Ντέρεκ.
Ο Ντέρεκ και η σύζυγός του, η Λόρα, είχαν επίσης μια κόρη, τη Μία, η οποία ήταν στην ίδια ηλικία με την Όντρεϊ. Τα δύο κορίτσια είχαν παρακολουθήσει μαζί μαθήματα μπαλέτου όταν ήταν μικρότερα.
Επομένως, ο Ντέρεκ γνώριζε καλά πόσο σημαντικός ήταν ο χορός για την Όντρεϊ.
Εκείνη την Κυριακή, η οικογένεια είχε συγκεντρωθεί γύρω από το τραπέζι.
Η Όντρεϊ έσπρωχνε το φαγητό στο πιάτο της χωρίς να τρώει πραγματικά.
«Μπαμπά, μήπως μπορούμε να ξαναδούμε το πρόγραμμα των λεωφορείων;» ρώτησε.
Ο Σκοτ άφησε το πιρούνι του.
«Το έχουμε εξετάσει, αγάπη μου».
«Θα μπορούσα να περιμένω μέσα στη σχολή μέχρι να έρθει η ώρα να φύγω».
«Δεν είναι μόνο αυτό το πρόβλημα».
«Τότε ποιο είναι;»
Ο Σκοτ αναστέναξε.
«Δεν θέλω να επιστρέφεις μόνη σου τόσο αργά».
Η Όντρεϊ έσκυψε το κεφάλι.
«Δηλαδή, δούλεψα τόσο σκληρά για να με δεχτούν και τώρα δεν μπορώ να πάω».
Η Κλερ ένιωσε ενοχές.
«Μακάρι να υπήρχε κάποια άλλη λύση».
Τότε ο Ντέρεκ, που καθόταν απέναντι από την Όντρεϊ, άφησε το ποτήρι του στο τραπέζι.
«Γιατί δεν μου το ζητάτε;»
Ο Σκοτ σήκωσε το βλέμμα.
«Τι πράγμα;»
«Να την πηγαίνω εγώ».
Η Κλερ τον κοίταξε έκπληκτη.
«Ντέρεκ, μιλάμε για τρεις φορές την εβδομάδα».
«Και λοιπόν; Το γραφείο μου είναι κοντά στη σχολή».
Ο Σκοτ έγειρε προς τα εμπρός.
«Αλήθεια;»
«Ναι. Μπορώ να παίρνω την Όντρεϊ μετά το σχολείο, να την πηγαίνω στο μάθημα και να δουλεύω στο λάπτοπ μου όσο εκείνη χορεύει. Μετά θα την επιστρέφω στο σπίτι».
Η Κλερ δίστασε.
«Δεν θέλουμε να σε επιβαρύνουμε».
Ο Ντέρεκ γέλασε.
«Μην το κάνεις να ακούγεται σαν να μου ζητάτε να μετακομίσω στην άλλη άκρη της χώρας. Είμαστε οικογένεια».
Η Όντρεϊ τον κοίταξε με μάτια γεμάτα ελπίδα.
«Θα το έκανες πραγματικά αυτό για μένα;»
«Φυσικά! Κάποιος πρέπει να βοηθήσει μια μελλοντική διάσημη μπαλαρίνα».
Η Όντρεϊ σηκώθηκε αμέσως και έτρεξε γύρω από το τραπέζι.
Τον αγκάλιασε σφιχτά.
«Σε ευχαριστώ! Δεν φαντάζεσαι πόσο πολύ το ήθελα!»
Ο Ντέρεκ χαμογέλασε και της χάιδεψε το κεφάλι.
«Μόνο μια χάρη θα σου ζητήσω. Όταν γίνεις διάσημη, μην ξεχάσεις ποιος σε πήγαινε στις πρόβες».
«Δεν θα σε ξεχάσω ποτέ!»
Ο Σκοτ γέλασε.
Η Κλερ ένιωσε ένα τεράστιο βάρος να φεύγει από τους ώμους της.
Εκείνη τη στιγμή, πίστεψε ότι ο Ντέρεκ είχε κάνει κάτι υπέροχο για την κόρη της.
Δεν υπήρχε καμία σκέψη που να της δημιουργεί υποψίες.
Δεν υπήρχε κανένας λόγος να αμφισβητήσει την καλοσύνη του ανθρώπου που θεωρούσε μέλος της οικογένειάς της.
Και αυτό ακριβώς ήταν που έκανε όσα ακολούθησαν τόσο δύσκολο να τα κατανοήσει.
Οι πρώτες εβδομάδες ήταν γεμάτες χαρά
Τις πρώτες εβδομάδες, όλα κυλούσαν καλύτερα απ' όσο είχαν φανταστεί.
Κάθε Δευτέρα, Τετάρτη και Πέμπτη, ο Ντέρεκ παραλάμβανε την Όντρεϊ μετά το σχολείο και την οδηγούσε στη σχολή.
Η Κλερ είχε πλέον το κεφάλι της ήσυχο.
Στις εννέα περίπου, η κόρη της επέστρεφε στο σπίτι και έμπαινε στην κουζίνα γεμάτη ενθουσιασμό.
«Μαμά, σήμερα μάθαμε μια καινούργια σειρά κινήσεων!»
Η Κλερ ζέσταινε το φαγητό της.
«Για πες μου!»
Η Όντρεϊ άρχιζε να περιγράφει τις ασκήσεις, τις διορθώσεις της δασκάλας και τις δυσκολίες που είχε αντιμετωπίσει.
Μερικές φορές, δεν μπορούσε να συγκρατηθεί και σηκωνόταν για να δείξει τις κινήσεις της ανάμεσα στο τραπέζι και τον πάγκο της κουζίνας.
«Όντρεϊ, όχι όσο κρατάω την κατσαρόλα!»
«Μαμά, πρέπει να το δεις!»
Από το σαλόνι, ο Σκοτ φώναζε:
«Κυρίες και κύριοι, η μελλοντική σταρ του μπαλέτου!»
Η Όντρεϊ κοκκίνιζε.
«Μπαμπά, σταμάτα!»
Και το σπίτι γέμιζε γέλια.
Η Κλερ θυμόταν εκείνες τις βραδιές με ευγνωμοσύνη. Ένιωθε πως, παρά τις οικονομικές δυσκολίες, η κόρη της είχε επιτέλους την ευκαιρία να πλησιάσει το όνειρό της.
Ο Ντέρεκ είχε κάνει αυτό το όνειρο πραγματικότητα.
Η Κλερ τού τηλεφωνούσε συχνά για να τον ευχαριστήσει.
«Δεν ξέρω πώς να σου ανταποδώσω όσα κάνεις».
Εκείνος απαντούσε πάντα με τον ίδιο τρόπο.
«Σταμάτα να με ευχαριστείς, Κλερ. Είναι απλώς μια διαδρομή με το αυτοκίνητο».
Και η Κλερ τον πίστευε.
Ώσπου, σιγά σιγά, η συμπεριφορά της Όντρεϊ άρχισε να αλλάζει.
Η πρώτη αλλαγή που η μητέρα της δεν μπόρεσε να εξηγήσει
Στην αρχή, η Κλερ δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία.
Ένα βράδυ, η Όντρεϊ επέστρεψε στο σπίτι, είπε ένα βιαστικό «γεια» και ανέβηκε κατευθείαν στο δωμάτιό της.
Η μητέρα της περίμενε λίγα λεπτά πριν την ακολουθήσει.
«Αγάπη μου, το φαγητό είναι έτοιμο».
«Δεν πεινάω».
«Μα δεν έχεις φάει σχεδόν τίποτα από το μεσημέρι».
«Θα φάω αργότερα».
Η Κλερ στάθηκε στην πόρτα.
«Πώς πήγε το μάθημα;»
«Καλά».
«Τι μάθατε σήμερα;»
«Τίποτα ιδιαίτερο».
Η Κλερ συνοφρυώθηκε.
«Τίποτα ιδιαίτερο; Νόμιζα ότι ετοιμάζατε κάτι καινούργιο».
«Μαμά, είμαι κουρασμένη».
Η πόρτα έκλεισε απαλά, αλλά η Κλερ ένιωσε σαν να είχε μόλις υψωθεί ένας τοίχος ανάμεσά τους.
Την επόμενη φορά, προσπάθησε ξανά.
«Έχεις κάποιο πρόβλημα με τα παπούτσια σου; Θέλεις να αγοράσουμε καινούργια;»
Η Όντρεϊ την κοίταξε ενοχλημένη.
«Μπορείς να σταματήσεις να προσπαθείς να διορθώσεις τα πάντα;»
Η Κλερ έμεινε ακίνητη.
«Προσπαθώ μόνο να σε βοηθήσω».
«Το ξέρω! Αλλά δεν χρειάζομαι βοήθεια!»
Η Όντρεϊ πήρε την τσάντα της και ανέβηκε στο δωμάτιό της.
Η μητέρα της δεν την ακολούθησε.
Έμεινε στην κουζίνα, κοιτάζοντας την κλειστή πόρτα.
Κάτι δεν πήγαινε καλά.
Η κόρη της δεν ήταν απλώς κουρασμένη. Έμοιαζε να αποφεύγει κάθε συζήτηση για το μπαλέτο, σαν και μόνο η αναφορά του να της προκαλούσε δυσφορία.
Οι εβδομάδες περνούσαν και η αλλαγή γινόταν ολοένα πιο εμφανής.
Η Όντρεϊ σταμάτησε να εξασκείται στην κουζίνα.
Δεν άφηνε πια τα παπούτσια της δίπλα στον καναπέ.
Η τσάντα του μπαλέτου παρέμενε κλειστή, ακόμη και τα πρωινά που παλιότερα ανυπομονούσε να φύγει για το μάθημα.
Κάποια στιγμή, η σχολή έστειλε ένα μήνυμα στους γονείς ενημερώνοντάς τους για τις επερχόμενες ακροάσεις της ετήσιας παράστασης.
Η Κλερ ενθουσιάστηκε.
Αυτή ήταν η ευκαιρία που περίμενε η Όντρεϊ από τότε που ήταν μικρή.
Στο δείπνο, αποφάσισε να της μιλήσει.
«Αγάπη μου, διάβασα το μήνυμα από τη σχολή. Ξέρεις ήδη ποιο κομμάτι θα παρουσιάσεις στις ακροάσεις;»
Η Όντρεϊ σταμάτησε να τρώει.
«Δεν θα συμμετάσχω».
Η Κλερ νόμιζε ότι δεν άκουσε καλά.
«Τι είπες;»
«Δεν θα πάω στις ακροάσεις».
«Γιατί;»
«Δεν είμαι έτοιμη».
«Σου το είπε η κυρία Αλβαρέζ;»
Η Όντρεϊ απέφυγε το βλέμμα της.
«Μπορούμε να μην το συζητήσουμε;»
Ο Σκοτ κοίταξε τη γυναίκα του και ύστερα την κόρη του.
Η Κλερ ήθελε να επιμείνει, αλλά η έκφραση της Όντρεϊ την έκανε να σταματήσει.
«Εντάξει, αγάπη μου. Όποτε θελήσεις να μιλήσεις, είμαι εδώ».
Η Όντρεϊ δεν απάντησε.
Και για πρώτη φορά, η Κλερ αναρωτήθηκε αν η κόρη της εξακολουθούσε να αισθάνεται ασφαλής όταν βρισκόταν κοντά της.
«Μου υποσχέθηκες ότι θα της μιλούσες!»
Δύο εβδομάδες αργότερα, συνέβη κάτι που η Κλερ δεν μπόρεσε να ξεχάσει.
Ήταν αργά το απόγευμα. Είχε μόλις βγει στην αυλή για να πετάξει τα σκουπίδια, όταν είδε το αυτοκίνητο του Ντέρεκ να σταματά στο δρομάκι.
Η Όντρεϊ δεν βγήκε αμέσως από το αυτοκίνητο.
Η Κλερ συνέχισε να στέκεται κοντά στην είσοδο, χωρίς να θέλει να διακόψει τη συζήτησή τους.
Τότε άκουσε τη φωνή της κόρης της.
«Μα μου το υποσχέθηκες!»
Η Κλερ σταμάτησε.
Ο Ντέρεκ απάντησε με χαμηλή, κοφτή φωνή.
«Όντρεϊ, όχι τώρα».
«Σε παρακαλώ, θείε Ντέρεκ. Πρέπει να της μιλήσεις».
«Σου είπα ότι δεν είναι η κατάλληλη στιγμή».
Η Κλερ ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.
Ποια ήταν εκείνη στην οποία έπρεπε να μιλήσει;
Και γιατί η κόρη της ακουγόταν τόσο απελπισμένη;
Η Όντρεϊ κρατούσε το μανίκι του Ντέρεκ, σαν να φοβόταν ότι εκείνος θα έφευγε χωρίς να της δώσει μια απάντηση.
«Δεν μπορώ να συνεχίσω έτσι», ψιθύρισε.
Ο Ντέρεκ κοίταξε προς το σπίτι.
Τότε είδε την Κλερ.
Το πρόσωπό του άλλαξε αμέσως.
Η Όντρεϊ ακολούθησε το βλέμμα του. Μόλις αντίκρισε τη μητέρα της, άφησε απότομα το μανίκι του και βγήκε από το αυτοκίνητο.
Πέρασε δίπλα από την Κλερ χωρίς να πει λέξη και μπήκε στο σπίτι.
Η Κλερ έμεινε για λίγο ακίνητη.
Ύστερα πλησίασε τον Ντέρεκ.
«Όλα καλά;»
Εκείνος χαμογέλασε με έναν τρόπο που έμοιαζε υπερβολικά φυσιολογικός.
«Φυσικά».
«Η Όντρεϊ φαινόταν αναστατωμένη».
«Α, ναι. Ήθελε να σταματήσουμε για κάτι να φάει, αλλά της είπα ότι την περιμένει ήδη το δείπνο στο σπίτι».
Η Κλερ τον κοίταξε σιωπηλή.
Αυτό δεν ήταν που είχε ακούσει.
Η κόρη της δεν είχε ζητήσει φαγητό.
Του είχε ζητήσει να μιλήσει σε κάποιον.
«Είσαι σίγουρος ότι δεν συνέβη κάτι άλλο;» ρώτησε.
Ο Ντέρεκ γέλασε ελαφρά.
«Κλερ, ξέρεις πώς είναι οι έφηβοι. Μια στιγμή είναι χαρούμενοι και την επόμενη θυμώνουν με ολόκληρο τον κόσμο».
Η Κλερ προσπάθησε να χαμογελάσει.
«Ναι. Ίσως έχεις δίκιο».
«Μην ανησυχείς τόσο πολύ».
Εκείνος έβαλε μπροστά το αυτοκίνητο και απομακρύνθηκε.
Η Κλερ παρέμεινε στο δρομάκι, κοιτάζοντας τα πίσω φώτα μέχρι να χαθούν στη γωνία του δρόμου.
Δεν ήξερε τι ακριβώς είχε συμβεί.
Αλλά για πρώτη φορά, ένιωσε ότι ο Ντέρεκ δεν της είχε πει ολόκληρη την αλήθεια.
Η πόρτα πίσω από την οποία έκλαιγε η κόρη της
Μόλις μπήκε στο σπίτι, η Κλερ κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.
Δεν άκουγε μουσική από το δωμάτιο της Όντρεϊ.
Δεν άκουγε τα συνηθισμένα βήματα στις σκάλες.
Δεν άκουγε τίποτα.
«Όντρεϊ;» φώναξε.
Καμία απάντηση.
Προχώρησε στον διάδρομο και τότε άκουσε έναν πνιχτό ήχο από το μπάνιο του ισογείου.
Κλάμα.
Η Κλερ πλησίασε την πόρτα.
«Αγάπη μου;»
«Φύγε».
Η καρδιά της βούλιαξε.
«Τι συνέβη;»
«Τίποτα».
«Σε άκουσα να κλαις».
«Μαμά, σε παρακαλώ, φύγε».
Η Κλερ ακούμπησε το χέρι της στην πόρτα.
«Δεν χρειάζεται να μου εξηγήσεις τα πάντα αμέσως. Αλλά θέλω να ξέρω ότι είσαι καλά».
Για μερικά δευτερόλεπτα, επικράτησε σιωπή.
Ύστερα η πόρτα άνοιξε.
Η Όντρεϊ στεκόταν μπροστά της με κόκκινα μάτια και δάκρυα στα μάγουλα.
Η Κλερ ένιωσε την καρδιά της να σπάει.
«Κορίτσι μου…»
Έκανε ένα βήμα προς το μέρος της.
Η Όντρεϊ τραβήχτηκε πίσω.
«Μη!»
Η Κλερ σταμάτησε αμέσως.
«Δεν θα σε αγγίξω. Απλώς θέλω να καταλάβω τι συμβαίνει».
Η κόρη της την κοίταξε για μια στιγμή. Στα μάτια της υπήρχε κάτι που η Κλερ δεν είχε ξαναδεί ποτέ: ένας συνδυασμός θυμού, φόβου και βαθιάς απόγνωσης.
«Δεν είναι δική σου δουλειά! Άφησέ με ήσυχη!»
Η Κλερ ένιωσε σαν να την είχαν χτυπήσει.
Δεν ήταν οι λέξεις που την πλήγωσαν περισσότερο.
Ήταν ο τρόπος με τον οποίο τις είπε η κόρη της, σαν να μην ήξερε πια αν μπορούσε να εμπιστευτεί τη μητέρα της.
Η Όντρεϊ έκλεισε την πόρτα.
Η Κλερ έμεινε μόνη στον διάδρομο.
Για αρκετή ώρα δεν κουνήθηκε.
Προσπάθησε να θυμηθεί πότε ήταν η τελευταία φορά που η κόρη της είχε τρέξει στην αγκαλιά της χωρίς δεύτερη σκέψη.
Ήταν τότε που έμαθε ότι την είχαν δεχτεί στη σχολή;
Ήταν την πρώτη εβδομάδα των μαθημάτων;
Ή μήπως είχε αρχίσει να χάνει την κόρη της πολύ πριν αντιληφθεί ότι κάτι είχε αλλάξει;
Εκείνο το βράδυ, όταν ο Σκοτ επέστρεψε από τη δουλειά, βρήκε τη γυναίκα του καθισμένη στην κουζίνα.
«Τι συμβαίνει;» τη ρώτησε.
Η Κλερ σήκωσε το κεφάλι.
«Πρέπει να μιλήσουμε για τον Ντέρεκ».
Ο σύζυγός της αρνήθηκε να πιστέψει ότι κάτι μπορούσε να έχει συμβεί
Ο Σκοτ συνοφρυώθηκε.
«Τι σχέση έχει ο Ντέρεκ;»
Η Κλερ τού περιέγραψε όσα είχε ακούσει στο αυτοκίνητο.
Του είπε για τη φράση που επαναλάμβανε η Όντρεϊ, για την έκφραση του Ντέρεκ όταν την είδε και για τα δάκρυα της κόρης τους.
Ο Σκοτ την άκουσε χωρίς να τη διακόψει.
Όταν τελείωσε, αναστέναξε.
«Ίσως διαφώνησαν για κάτι».
«Τότε γιατί δεν μου το είπε;»
«Είναι δεκαέξι ετών, Κλερ».
«Αυτό δεν εξηγεί γιατί κλαίει κάθε φορά που προσπαθώ να τη ρωτήσω για το μπαλέτο».
Ο Σκοτ κάθισε απέναντί της.
«Μήπως οι προπονήσεις είναι πιο δύσκολες απ' όσο περίμενε;»
«Τότε θα μπορούσε να μας το πει».
«Ίσως ντρέπεται που δυσκολεύεται».
Η Κλερ κούνησε το κεφάλι.
«Δεν είναι μόνο αυτό. Δεν θέλει να μιλάει για τα μαθήματα. Δεν εξασκείται πια. Και σήμερα άκουσα να παρακαλά τον Ντέρεκ να μιλήσει σε κάποιον».
Ο Σκοτ πέρασε το χέρι του από τα μαλλιά του.
«Κλερ, γνωρίζω τον Ντέρεκ από τότε που ήμασταν παιδιά. Είναι ο καλύτερός μου φίλος».
«Το ξέρω».
«Μας έχει βοηθήσει τόσο πολύ».
«Το ξέρω και αυτό».
«Τότε γιατί τον αντιμετωπίζεις σαν να έχει κάνει κάτι κακό;»
Η Κλερ ένιωσε τα μάτια της να γεμίζουν δάκρυα.
«Δεν λέω ότι έχει κάνει κάτι. Λέω ότι κάτι συμβαίνει στην κόρη μας και κανείς δεν μου λέει τι είναι».
Ο Σκοτ έμεινε σιωπηλός.
Η Κλερ συνέχισε, με τη φωνή της να τρέμει.
«Θυμάσαι πόσο πολύ ήθελε να μπει σε αυτή τη σχολή; Θυμάσαι πώς έκλαιγε από χαρά όταν πήρε την υποτροφία; Τώρα δεν θέλει ούτε να ακούσει τη λέξη μπαλέτο».
Ο Σκοτ χαμήλωσε το βλέμμα.
«Ίσως χρειάζεται χρόνο».
«Και αν δεν είναι αυτό;»
Δεν απάντησε.
Η Κλερ σηκώθηκε.
«Αύριο θα πάω στη σχολή και θα μιλήσω με την κυρία Αλβαρέζ».
Ο Σκοτ την κοίταξε έκπληκτος.
«Γιατί να μην περιμένουμε να ηρεμήσει η Όντρεϊ;»
«Επειδή είμαι η μητέρα της. Και δεν μπορώ να συνεχίσω να προσποιούμαι ότι όλα είναι καλά όταν βλέπω το παιδί μου να υποφέρει».
Ο Σκοτ δεν προσπάθησε να την εμποδίσει.
Εκείνο το βράδυ, η Κλερ δεν κοιμήθηκε σχεδόν καθόλου.
Κάθε φορά που έκλεινε τα μάτια της, άκουγε ξανά τη φωνή της κόρης της.
«Μου το υποσχέθηκες! Πρέπει να της μιλήσεις!»
Και όσο περισσότερο προσπαθούσε να καταλάβει τι σήμαιναν αυτές οι λέξεις, τόσο πιο έντονα αισθανόταν ότι η οικογένειά της είχε φτάσει σε ένα σημείο όπου η σιωπή δεν μπορούσε πια να συνεχιστεί.
Η απροειδοποίητη επίσκεψη που αποκάλυψε το πρώτο μυστικό
Το επόμενο απόγευμα, η Κλερ άλλαξε το πρόγραμμά της στη δουλειά και έφυγε νωρίτερα.
Δεν τηλεφώνησε στην Όντρεϊ.
Δεν ενημέρωσε τον Σκοτ.
Και, κυρίως, δεν είπε τίποτα στον Ντέρεκ.
Ήθελε να μιλήσει με την κυρία Αλβαρέζ, τη δασκάλα που παρακολουθούσε την πρόοδο της κόρης της, και να μάθει αν είχε παρατηρήσει κάποια αλλαγή στη συμπεριφορά της.
Η διαδρομή μέχρι τη σχολή διήρκεσε σχεδόν πενήντα λεπτά.
Όταν έφτασε, άκουσε μουσική να ακούγεται από μία από τις αίθουσες.
Πίσω από το γυάλινο παράθυρο, αρκετές έφηβες εκτελούσαν ασκήσεις στη μπάρα.
Η Κλερ χαμογέλασε αμυδρά.
Για μια στιγμή, σκέφτηκε ότι ίσως είχε ανησυχήσει υπερβολικά.
Έψαξε με το βλέμμα της ανάμεσα στις χορεύτριες.
Μία κοπέλα είχε σκούρα μαλλιά, όπως η Όντρεϊ.
Μια άλλη φορούσε παρόμοιο κορμάκι.
Όμως η κόρη της δεν βρισκόταν εκεί.
Η Κλερ κοίταξε ξανά.
Τίποτα.
Η μουσική σταμάτησε και οι χορεύτριες άρχισαν να μαζεύουν τα πράγματά τους.
Η Κλερ περίμενε στον διάδρομο.
Οι μαθήτριες έβγαιναν μία μία από την αίθουσα, συζητώντας και γελώντας μεταξύ τους.
Η Όντρεϊ δεν ήταν ανάμεσά τους.
Η Κλερ ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.
Ίσως βρισκόταν σε διαφορετική αίθουσα.
Ίσως είχε πάει στα αποδυτήρια.
Πλησίασε μια γυναίκα που κρατούσε ένα ντοσιέ και έλεγχε τα ονόματα των μαθητριών.
«Συγγνώμη. Ψάχνω την Όντρεϊ Μπένετ».
Η γυναίκα σήκωσε το κεφάλι.
«Είστε η μητέρα της;»
«Ναι. Είμαι η Κλερ Μπένετ».
Η γυναίκα συστήθηκε ως κυρία Αλβαρέζ.
Η Κλερ προσπάθησε να χαμογελάσει.
«Σκέφτηκα να της κάνω έκπληξη και να την πάρω εγώ σήμερα. Είναι σε κάποια άλλη αίθουσα;»
Η κυρία Αλβαρέζ δεν απάντησε αμέσως.
Το χαμόγελό της εξαφανίστηκε.
Κοίταξε προς την άδεια αίθουσα πίσω της και μετά επέστρεψε το βλέμμα της στην Κλερ.
«Κυρία Μπένετ… θα μπορούσαμε να μιλήσουμε κάπου ιδιαιτέρως;»
Η Κλερ ένιωσε ένα κρύο ρίγος να διαπερνά την πλάτη της.
«Βεβαίως. Συμβαίνει κάτι;»
Η δασκάλα δίστασε.
Έπειτα άνοιξε την πόρτα της αίθουσας, της έκανε νόημα να περάσει και έκλεισε προσεκτικά πίσω τους.
Για λίγα δευτερόλεπτα, καμία από τις δύο δεν μίλησε.
Η Κλερ μπορούσε να ακούσει μόνο τους μακρινούς ήχους από τον διάδρομο.
«Σας παρακαλώ», είπε τελικά. «Ανησυχώ πολύ για την κόρη μου. Έχει αλλάξει εντελώς τις τελευταίες εβδομάδες. Δεν μου λέει τι συμβαίνει και δεν ξέρω πώς να τη βοηθήσω».
Η κυρία Αλβαρέζ έσφιξε το ντοσιέ στα χέρια της.
«Έχετε παρατηρήσει ότι δεν θέλει πια να μιλάει για το μπαλέτο;»
Η Κλερ ένιωσε την καρδιά της να χτυπά δυνατά.
«Ναι. Σταμάτησε ακόμη και να εξασκείται στο σπίτι. Νόμιζα ότι ίσως δυσκολευόταν με το πρόγραμμα».
Η δασκάλα κατέβασε το βλέμμα.
«Δεν νομίζω ότι το πρόβλημα είναι αυτό».
Η Κλερ έκανε ένα βήμα προς το μέρος της.
«Τότε τι συμβαίνει;»
Η κυρία Αλβαρέζ πήρε μια βαθιά ανάσα.
Όταν ξαναμίλησε, η φωνή της ήταν πολύ χαμηλότερη.
«Κυρία Μπένετ, η κόρη σας δεν σας έχει πει τι συμβαίνει εδώ, έτσι δεν είναι;»
Η Κλερ ένιωσε τα γόνατά της να λυγίζουν.
«Τι εννοείτε;»
Η δασκάλα κοίταξε για μια στιγμή προς την κλειστή πόρτα.
Ύστερα επέστρεψε το βλέμμα της στην Κλερ.
«Υπάρχουν πράγματα για τα οποία η Όντρεϊ προσπαθεί να μου μιλήσει εδώ και εβδομάδες. Κάθε φορά που πιστεύω ότι είναι έτοιμη να μου εξηγήσει τι συμβαίνει, φοβάται και σταματάει».
Η Κλερ ένιωσε την ανάσα της να κόβεται.
«Φοβάται; Γιατί;»
Η κυρία Αλβαρέζ δεν απάντησε αμέσως.
Άφησε το ντοσιέ πάνω σε ένα τραπέζι και ένωσε τα χέρια της, σαν να προσπαθούσε να βρει τις σωστές λέξεις.
«Δεν θέλω να βγάλω βιαστικά συμπεράσματα», είπε. «Αλλά πιστεύω ότι πρέπει να γνωρίζετε κάτι που αφορά τις μετακινήσεις της κόρης σας και όσα συμβαίνουν τις ημέρες των μαθημάτων».
Η Κλερ ένιωσε την καρδιά της να χτυπά τόσο δυνατά, που δυσκολευόταν να ακούσει.
Σκέφτηκε τον Ντέρεκ.
Την υπόσχεση που είχε δώσει στο οικογενειακό τραπέζι.
Την αλλαγή στο πρόσωπό του όταν την είδε στο αυτοκίνητο.
Και τη φωνή της Όντρεϊ που τον παρακαλούσε να μιλήσει σε κάποιον.
«Τι ακριβώς προσπαθείτε να μου πείτε;» ψιθύρισε.
Η κυρία Αλβαρέζ την κοίταξε σοβαρά.
«Θέλω πρώτα να σας κάνω μία ερώτηση. Όταν ο Ντέρεκ φέρνει την Όντρεϊ στη σχολή, είστε απολύτως βέβαιη ότι γνωρίζετε πού βρίσκεται και με ποιον περνά τον χρόνο της μέχρι να τελειώσει το μάθημά της;»
Η Κλερ ένιωσε το αίμα να παγώνει στις φλέβες της.
Για πρώτη φορά, δεν είχε καμία απάντηση.
Και τότε η δασκάλα πρόσθεσε κάτι που έκανε την Κλερ να συνειδητοποιήσει ότι ίσως είχε εμπιστευτεί τον λάθος άνθρωπο.
«Γιατί, κυρία Μπένετ, υπάρχει κάτι που η Όντρεϊ φοβάται να σας πει. Και αν αυτό που υποψιάζομαι είναι αλήθεια, πρέπει να το μάθετε πριν επιστρέψει ξανά στο αυτοκίνητο του Ντέρεκ».
Η Κλερ άνοιξε το στόμα της για να απαντήσει.
Όμως εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα.
Η κυρία Αλβαρέζ γύρισε απότομα.
Μια νεαρή μαθήτρια στεκόταν έξω από την αίθουσα, κρατώντας ένα κινητό τηλέφωνο.
«Κυρία Αλβαρέζ», είπε διστακτικά, «συγγνώμη που διακόπτω, αλλά η Όντρεϊ είναι εδώ».
Η Κλερ πάγωσε.
«Η Όντρεϊ;» επανέλαβε. «Μα νόμιζα ότι σήμερα δεν είχε μάθημα».
Η μαθήτρια κοίταξε προς τον διάδρομο.
«Δεν ήρθε για να χορέψει».
Η Κλερ ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.
«Τότε γιατί ήρθε;»
Η κοπέλα δίστασε και ύστερα ψιθύρισε:
«Ήρθε επειδή είπε ότι σήμερα δεν μπορούσε να επιστρέψει σπίτι μαζί του».
Η Κλερ ένιωσε τον κόσμο γύρω της να χάνεται.
Και πριν προλάβει να κάνει άλλη ερώτηση, η κυρία Αλβαρέζ άνοιξε την πόρτα και βγήκε στον διάδρομο.
Η Κλερ την ακολούθησε.
Στην άλλη άκρη του διαδρόμου, δίπλα στα αποδυτήρια, στεκόταν η κόρη της.
Η Όντρεϊ σήκωσε το βλέμμα.
Μόλις είδε τη μητέρα της, το πρόσωπό της χλόμιασε.
«Μαμά;»
Η Κλερ προχώρησε αργά προς το μέρος της.
«Αγάπη μου, τι συμβαίνει;»
Η Όντρεϊ κοίταξε πίσω της, σαν να περίμενε να εμφανιστεί κάποιος.
Ύστερα κοίταξε τη μητέρα της με μάτια γεμάτα δάκρυα.
«Μαμά… πρέπει να σου πω κάτι».
Η φωνή της έσπασε.
Η Κλερ άπλωσε το χέρι της, αλλά σταμάτησε πριν την αγγίξει.
«Είμαι εδώ. Δεν χρειάζεται να φοβάσαι να μου μιλήσεις».
Η Όντρεϊ πήρε μια τρεμάμενη ανάσα.
«Δεν ξέρω αν θα με πιστέψεις».
Η Κλερ ένιωσε την καρδιά της να σφίγγεται.
«Είσαι η κόρη μου. Θα σε ακούσω».
Η Όντρεϊ έκλεισε τα μάτια της για μια στιγμή.
Και όταν τα άνοιξε ξανά, είπε τις λέξεις που η Κλερ δεν θα ξεχνούσε ποτέ.
«Μαμά, σε παρακαλώ… μην αφήσεις τον Ντέρεκ να με ξαναπάρει μαζί του».
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 2…

0 comments:
Post a Comment