ΜΕΡΟΣ 2: «ΜΑΜΑ, ΜΗΝ ΜΕ ΑΦΗΣΕΙΣ ΝΑ ΞΑΝΑΜΠΩ ΣΤΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ ΤΟΥ» — Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΗΣ ΟΝΤΡΕΪ ΠΟΥ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ
Η Κλερ ένιωσε τα πόδια της να παγώνουν.
Η κόρη της στεκόταν μπροστά της, με τα μάτια γεμάτα δάκρυα και τα χέρια της να τρέμουν. Για λίγα δευτερόλεπτα, η Κλερ δεν κατάφερε να μιλήσει. Προσπαθούσε να καταλάβει αν είχε ακούσει σωστά.
Ο Ντέρεκ.
Ο άνθρωπος που γνώριζε σχεδόν τριάντα χρόνια. Ο άνθρωπος που είχε καθίσει δίπλα στον Σκοτ στον γάμο τους, που είχε κρατήσει την Όντρεϊ όταν ήταν μωρό και που είχε προσφερθεί να τη βοηθήσει όταν η οικογένεια δεν μπορούσε να καλύψει τις μετακινήσεις της.
Η ίδια η Όντρεϊ τον αποκαλούσε θείο.
Και τώρα τον παρακαλούσε να μην την αφήσει να επιστρέψει μαζί του.
«Αγάπη μου», ψιθύρισε η Κλερ, προσπαθώντας να κρατήσει σταθερή τη φωνή της, «θέλω να μου εξηγήσεις τι συμβαίνει. Δεν θα σε πιέσω, αλλά πρέπει να καταλάβω».
Η Όντρεϊ κοίταξε προς την είσοδο της σχολής.
«Δεν θέλω να μιλήσω εδώ».
Η κυρία Αλβαρέζ πλησίασε τις δύο γυναίκες.
«Μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε το γραφείο μου. Θα είμαστε μόνες και κανείς δεν θα σας ενοχλήσει».
Η Κλερ έγνεψε.
Η Όντρεϊ, όμως, δεν κουνήθηκε.
«Μαμά, υποσχέσου μου κάτι πρώτα».
«Οτιδήποτε, καρδιά μου».
«Μη θυμώσεις μαζί μου».
Η Κλερ ένιωσε τα μάτια της να γεμίζουν δάκρυα.
«Γιατί να θυμώσω μαζί σου;»
Η κόρη της χαμήλωσε το βλέμμα.
«Επειδή δεν σου το είπα νωρίτερα».
Η Κλερ την αγκάλιασε προσεκτικά.
«Δεν χρειάζεται να ζητάς συγγνώμη επειδή φοβάσαι να μιλήσεις. Είμαι εδώ για να σε ακούσω».
Η Όντρεϊ άρχισε να κλαίει.
Δεν ήταν το συνηθισμένο κλάμα μιας έφηβης που είχε μαλώσει με τους γονείς της. Ήταν ένα κλάμα που έμοιαζε να είχε συγκρατηθεί για πάρα πολύ καιρό.
Η Κλερ την κράτησε κοντά της, ενώ η κυρία Αλβαρέζ άνοιξε την πόρτα του γραφείου.
Εκείνη τη στιγμή, η μητέρα κατάλαβε ότι τίποτα δεν θα ήταν πια όπως πριν.
Η αλήθεια που η Όντρεϊ κρατούσε μέσα της για εβδομάδες
Μόλις κάθισαν στο γραφείο, η κυρία Αλβαρέζ τούς έφερε νερό.
Η Όντρεϊ κρατούσε το ποτήρι με τα δύο χέρια, αλλά δεν έπινε.
Η Κλερ καθόταν δίπλα της.
«Πες μου από πού θέλεις να αρχίσουμε», είπε απαλά.
Η Όντρεϊ κοίταξε τη δασκάλα της.
«Μπορεί να μείνει εδώ;»
«Φυσικά», απάντησε η κυρία Αλβαρέζ. «Δεν χρειάζεται να είσαι μόνη σου».
Η κοπέλα πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Όλα άρχισαν πριν από περίπου έναν μήνα».
Η Κλερ δεν την διέκοψε.
«Στην αρχή, ο θείος Ντέρεκ με έπαιρνε κανονικά από το σχολείο. Πηγαίναμε στη σχολή, περίμενε να τελειώσει το μάθημα και μετά με έφερνε σπίτι».
«Και μετά;» ρώτησε η Κλερ.
Η Όντρεϊ έσφιξε τα χέρια της.
«Μια μέρα μού είπε ότι έπρεπε να περάσουμε από το γραφείο του για λίγα λεπτά. Είπε ότι είχε ξεχάσει κάποια έγγραφα και ότι δεν θα αργούσαμε».
Η Κλερ ένιωσε μια ανησυχία να μεγαλώνει μέσα της.
«Πήγατε στο γραφείο του;»
«Ναι. Στην αρχή όλα φαίνονταν φυσιολογικά. Μου είπε να περιμένω στο αυτοκίνητο, αλλά μετά άρχισε να με ρωτάει πράγματα για τη σχολή».
Η Όντρεϊ σταμάτησε.
«Τι πράγματα;»
«Με ρωτούσε αν η κυρία Αλβαρέζ ήταν ευχαριστημένη μαζί μου. Αν θα συμμετείχα στις ακροάσεις. Αν είχα πει στους γονείς μου για όσα γίνονταν στα μαθήματα».
Η Κλερ κοίταξε τη δασκάλα.
Η κυρία Αλβαρέζ παρέμεινε σιωπηλή.
«Και τι του απάντησες;» ρώτησε η μητέρα.
«Του είπα ότι δεν καταλάβαινα τι εννοούσε. Τότε μου είπε ότι έπρεπε να είμαι προσεκτική με όσα έλεγα, επειδή μερικές φορές οι άνθρωποι παρεξηγούν εύκολα τις καταστάσεις».
Η Κλερ ένιωσε την καρδιά της να χτυπά γρήγορα.
«Σου είπε ότι κάποιος θα σε παρεξηγούσε;»
Η Όντρεϊ έγνεψε.
«Είπε ότι, αν ήθελα να συνεχίσω στη σχολή, έπρεπε να αποφεύγω να δημιουργώ προβλήματα».
Η Κλερ έφερε το χέρι στο στόμα της.
«Προβλήματα; Μα τι προβλήματα θα μπορούσες να δημιουργήσεις;»
Η Όντρεϊ άρχισε να κλαίει ξανά.
«Δεν ξέρω, μαμά. Αυτό ήταν που με τρόμαξε. Δεν καταλάβαινα τι έπρεπε να είχα κάνει λάθος».
Η κυρία Αλβαρέζ έσκυψε ελαφρά προς το μέρος της.
«Όντρεϊ, θυμάσαι τι συνέβη την επόμενη φορά που ήρθες στη σχολή;»
Η κοπέλα σκούπισε τα μάτια της.
«Ναι».
Κοίταξε τη μητέρα της και ύστερα συνέχισε.
«Ο Ντέρεκ άρχισε να μου λέει ότι οι γονείς μου είχαν κάνει πολλές θυσίες για να μπορώ να χορεύω. Μου είπε ότι δεν έπρεπε να τους απογοητεύσω. Ότι, αν ήθελα να συνεχίσω, έπρεπε να σταματήσω να μιλάω για ορισμένα πράγματα».
«Ποια πράγματα;» ρώτησε η Κλερ.
Η Όντρεϊ έμεινε σιωπηλή.
Για πρώτη φορά, η μητέρα της κατάλαβε ότι η κόρη της δεν προσπαθούσε απλώς να θυμηθεί. Προσπαθούσε να βρει το θάρρος να συνεχίσει.
«Δεν χρειάζεται να μου τα πεις όλα μονομιάς», της είπε.
Η Όντρεϊ έγνεψε αργά.
«Το πρόβλημα είναι ότι μετά άρχισα να φοβάμαι κάθε φορά που ερχόταν να με πάρει».
Η Κλερ την αγκάλιασε.
«Γιατί δεν μου τηλεφώνησες;»
«Επειδή δεν ήθελα να χάσω τη σχολή. Και επειδή ο Ντέρεκ έλεγε ότι, αν δημιουργούσα πρόβλημα, ίσως να μην μπορούσα να συνεχίσω».
Η Κλερ έκλεισε τα μάτια.
Το όνειρο της κόρης της, εκείνο για το οποίο είχε δουλέψει τόσο σκληρά, είχε μετατραπεί σε κάτι που την έκανε να φοβάται.
Και η μητέρα της δεν είχε καταλάβει τίποτα.
Η κυρία Αλβαρέζ αποκαλύπτει τι είχε παρατηρήσει
Η δασκάλα πήρε μια καρέκλα και κάθισε απέναντί τους.
«Κυρία Μπένετ, θα ήθελα να σας εξηγήσω τι παρατήρησα εγώ».
Η Κλερ σήκωσε το βλέμμα.
«Σας παρακαλώ».
Η κυρία Αλβαρέζ άνοιξε το ντοσιέ της.
«Η Όντρεϊ ήταν από τις πιο αφοσιωμένες μαθήτριές μου. Ερχόταν προετοιμασμένη, προσπαθούσε συνεχώς να βελτιωθεί και δεν φοβόταν να κάνει ερωτήσεις. Τον τελευταίο μήνα, όμως, η συμπεριφορά της άλλαξε απότομα».
«Το παρατήρησα κι εγώ στο σπίτι», είπε η Κλερ.
«Στην αρχή σκέφτηκα ότι ίσως είχε δυσκολίες με το πρόγραμμα. Όταν προσπάθησα να της μιλήσω, μου είπε ότι ήταν κουρασμένη. Αργότερα, άρχισε να ζητά να φεύγει νωρίτερα».
Η Κλερ την κοίταξε έκπληκτη.
«Να φεύγει νωρίτερα;»
«Ναι. Μου έλεγε ότι δεν αισθανόταν καλά ή ότι έπρεπε να προλάβει κάτι. Όμως, κάθε φορά που τη ρωτούσα αν υπήρχε πρόβλημα με τη μεταφορά της, γινόταν πολύ ανήσυχη».
Η Όντρεϊ χαμήλωσε το κεφάλι.
Η δασκάλα συνέχισε.
«Πριν από δύο εβδομάδες, την είδα να στέκεται μόνη της στον διάδρομο μετά το μάθημα. Δεν έκλαιγε, αλλά έμοιαζε τρομοκρατημένη. Τη ρώτησα αν χρειαζόταν βοήθεια και μου είπε ότι απλώς περίμενε».
«Τι περίμενε;» ρώτησε η Κλερ.
«Τον Ντέρεκ».
Η μητέρα ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.
Η κυρία Αλβαρέζ συνέχισε.
«Τότε της είπα ότι, αν ποτέ αισθανόταν άβολα ή φοβόταν να επιστρέψει με κάποιον, μπορούσε να έρθει στο γραφείο μου. Δεν χρειαζόταν να μου εξηγήσει τα πάντα αμέσως».
Η Όντρεϊ σκούπισε τα μάτια της.
«Αυτό με βοήθησε», ψιθύρισε.
«Και σήμερα;» ρώτησε η Κλερ. «Γιατί ήρθες στη σχολή ενώ δεν είχες μάθημα;»
Η κόρη της έσφιξε τα χέρια της.
«Επειδή σήμερα μου είπε ότι θα με έπαιρνε νωρίτερα και θα πηγαίναμε κάπου πριν επιστρέψουμε σπίτι. Δεν ήθελα να πάω».
Η Κλερ ένιωσε έναν κόμπο στον λαιμό.
«Και τι έκανες;»
«Του είπα ότι δεν αισθανόμουν καλά. Εκείνος θύμωσε και μου είπε ότι έπρεπε να σταματήσω να συμπεριφέρομαι σαν παιδί».
Η Κλερ πήρε το χέρι της κόρης της.
«Δεν έκανες τίποτα κακό επειδή φοβήθηκες».
Η Όντρεϊ άρχισε να κλαίει πιο έντονα.
«Νόμιζα ότι θα με πίστευες λιγότερο επειδή είναι φίλος του μπαμπά».
Η Κλερ ένιωσε σαν να είχε χάσει τη γη κάτω από τα πόδια της.
«Αγάπη μου, θα έπρεπε να είχες νιώσει ότι μπορούσες να μου μιλήσεις από την πρώτη στιγμή».
Η κυρία Αλβαρέζ παρενέβη ήρεμα.
«Το σημαντικό τώρα είναι να νιώσει ασφαλής. Δεν χρειάζεται να πάρουμε βιαστικές αποφάσεις για όλα τα υπόλοιπα αυτή τη στιγμή».
Η Κλερ έγνεψε.
Αλλά μέσα της είχε ήδη αποφασίσει κάτι.
Η Όντρεϊ δεν θα επέστρεφε ξανά μόνη με τον Ντέρεκ.
Και ο Σκοτ έπρεπε να μάθει την αλήθεια.
Το τηλεφώνημα που άλλαξε τη συμπεριφορά του Σκοτ
Η Κλερ και η Όντρεϊ έφυγαν από τη σχολή μαζί.
Η μητέρα δεν έκανε άλλες ερωτήσεις κατά τη διάρκεια της διαδρομής. Ήξερε ότι η κόρη της είχε ήδη μοιραστεί περισσότερα απ' όσα μπορούσε να αντέξει εκείνη τη στιγμή.
Όταν έφτασαν στο σπίτι, η Κλερ τής ετοίμασε ένα ζεστό ρόφημα και κάθισε δίπλα της στον καναπέ.
«Θέλεις να ξεκουραστείς;»
«Ναι».
«Εντάξει. Θα είμαι εδώ αν με χρειαστείς».
Η Όντρεϊ την κοίταξε.
«Μαμά;»
«Ναι, αγάπη μου;»
«Μπορείς να μην πεις στον μπαμπά ότι σου τα είπα όλα σήμερα;»
Η Κλερ δίστασε.
Δεν ήθελε να υποσχεθεί κάτι που θα μπορούσε να εμποδίσει την προστασία της κόρης της. Ταυτόχρονα, δεν ήθελε να αισθανθεί η Όντρεϊ ότι έχανε ξανά τον έλεγχο της κατάστασης.
«Δεν θα μοιραστώ τις λεπτομέρειές σου χωρίς λόγο», απάντησε. «Αλλά πρέπει να ενημερώσουμε τον μπαμπά σου ότι δεν αισθάνεσαι ασφαλής με τον Ντέρεκ. Αυτό είναι σημαντικό».
Η Όντρεϊ κοίταξε το πάτωμα.
«Θα θυμώσει».
«Δεν φταις εσύ για ό,τι συμβαίνει».
Η Κλερ πήρε το κινητό της και τηλεφώνησε στον Σκοτ.
Εκείνος απάντησε μετά από δύο κουδουνίσματα.
«Γεια σου, αγάπη μου. Όλα καλά;»
«Χρειάζεται να γυρίσεις σπίτι».
Η φωνή της ήταν τόσο σοβαρή, που ο Σκοτ σταμάτησε να μιλά.
«Τι συνέβη; Είναι η Όντρεϊ καλά;»
«Είναι μαζί μου. Είναι ασφαλής. Αλλά πρέπει να μιλήσουμε αμέσως».
«Κλερ, με τρομάζεις».
«Θα σου εξηγήσω όταν έρθεις».
Ο Σκοτ επέστρεψε στο σπίτι όσο πιο γρήγορα μπορούσε.
Μόλις μπήκε, είδε την Όντρεϊ στον καναπέ, με τα μάτια πρησμένα από το κλάμα.
«Κορίτσι μου, τι συνέβη;»
Η Όντρεϊ σηκώθηκε απότομα.
«Μπαμπά, εγώ…»
Δεν κατάφερε να συνεχίσει.
Ο Σκοτ κοίταξε την Κλερ.
«Τι γίνεται εδώ;»
Η Κλερ τού εξήγησε όσα είχε μάθει στη σχολή και όσα της είχε πει η κόρη τους.
Καθώς άκουγε, η έκφρασή του άλλαζε.
Στην αρχή έμοιαζε μπερδεμένος.
Ύστερα δύσπιστος.
Τελικά, έγινε χλωμός.
«Μιλάμε για τον Ντέρεκ;» ρώτησε.
Η Κλερ έγνεψε.
Ο Σκοτ σηκώθηκε και άρχισε να περπατά στο δωμάτιο.
«Αυτό δεν βγάζει νόημα. Ο Ντέρεκ δεν θα…»
Σταμάτησε.
Κοίταξε την κόρη του.
Η Όντρεϊ είχε αρχίσει να κλαίει ξανά.
«Μπαμπά, δεν θέλω να πω ψέματα. Δεν θέλω να κάνω κακό σε κανέναν. Απλώς δεν θέλω να με ξαναπάρει μαζί του».
Ο Σκοτ γονάτισε μπροστά της.
«Κοίταξέ με, αγάπη μου».
Η Όντρεϊ σήκωσε αργά το κεφάλι.
«Σε πιστεύω ότι φοβάσαι», είπε εκείνος. «Και δεν θα σε αναγκάσω να μπεις ξανά στο αυτοκίνητό του».
Η κόρη του τον αγκάλιασε.
Η Κλερ είδε τον Σκοτ να κλείνει τα μάτια και να κρατά την Όντρεϊ σφιχτά.
Ήταν η πρώτη φορά που τον έβλεπε τόσο συντετριμμένο.
Όμως, ενώ εκείνος προσπαθούσε να παρηγορήσει την κόρη του, το κινητό του άρχισε να χτυπά.
Στην οθόνη εμφανίστηκε το όνομα του Ντέρεκ.
Ο Σκοτ κοίταξε την Κλερ.
Κανείς τους δεν μίλησε.
Το τηλέφωνο συνέχισε να χτυπά.
Και για πρώτη φορά μετά από σχεδόν τριάντα χρόνια φιλίας, ο Σκοτ δεν ήξερε αν έπρεπε να απαντήσει στον άνθρωπο που θεωρούσε αδελφό του.
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 3…

0 comments:
Post a Comment