ΜΕΡΟΣ 8 — Η ΑΛΙΝΑ ΕΙΧΕ ΠΛΕΟΝ ΤΗ ΔΥΝΑΜΗ ΝΑ ΦΥΓΕΙ… ΚΑΙ ΑΥΤΟ ΗΤΑΝ ΤΟ ΜΟΝΑΔΙΚΟ ΠΡΑΓΜΑ ΠΟΥ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΑΠΟΔΕΙΞΕΙ ΑΝ Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥΣ ΗΤΑΝ ΑΛΗΘΙΝΗ
Η έκθεση βρισκόταν πάνω στο τραπέζι της κουζίνας.
Η Αλίνα είχε διαβάσει κάθε σελίδα δύο φορές.
Η οικογενειακή επιχείρηση δεν είχε ακόμη ανακάμψει πλήρως. Υπήρχαν χρέη, δύσκολες διαπραγματεύσεις και αποφάσεις που θα απαιτούσαν υπομονή. Όμως η ανεξάρτητη αξιολόγηση έδειχνε ότι η επιχείρηση μπορούσε να συνεχίσει τη λειτουργία της, εφόσον εφαρμόζονταν συγκεκριμένα μέτρα και συμφωνούνταν βιώσιμοι όροι με τους πιστωτές.
Δεν χρειαζόταν να παραμείνει παντρεμένη με τον Ντάντε για να σωθεί.
Δεν χρειαζόταν να θυσιάσει τα αισθήματά της για να προστατεύσει τη μητέρα της.
Και δεν χρειαζόταν να ζει με την αίσθηση ότι κάθε απόφαση της ζωής της είχε ήδη ληφθεί από κάποιον άλλον.
Η Ελεονόρα μπήκε στην κουζίνα και βρήκε την κόρη της να κοιτάζει έξω από το παράθυρο.
«Τι σκέφτεσαι;»
Η Αλίνα δίπλωσε την έκθεση και την άφησε στο τραπέζι.
«Ότι για πρώτη φορά μπορώ να επιλέξω χωρίς να φοβάμαι πως θα καταστρέψω την οικογένειά μας».
Η Ελεονόρα κάθισε απέναντί της.
«Και τι θέλεις να επιλέξεις;»
Η Αλίνα πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Θέλω να είμαι μαζί του».
Η μητέρα της δεν μίλησε.
«Αλλά δεν θέλω να επιστρέψω επειδή τον λυπάμαι. Δεν θέλω να επιστρέψω επειδή φοβάμαι ότι θα τον χάσω. Και δεν θέλω να επιστρέψω επειδή η οικογένειά μας χρειάζεται τα χρήματά του».
Η φωνή της έγινε πιο σταθερή.
«Θέλω να επιστρέψω επειδή τον αγαπώ. Επειδή θέλω να ξυπνάω δίπλα του. Επειδή θέλω να μοιράζομαι μαζί του τις καλές και τις κακές ημέρες. Επειδή θέλω να τον γνωρίσω πραγματικά, χωρίς να προσπαθώ να μαντέψω τι σκέφτεται».
Η Ελεονόρα χαμογέλασε με δάκρυα στα μάτια.
«Τότε πήγαινε και πες του το».
Η Αλίνα σηκώθηκε.
«Κι αν δεν θέλει πια;»
«Τότε θα έχεις πει την αλήθεια σου. Αλλά μην αφήσεις τον φόβο να αποφασίσει ξανά για εσένα».
Λίγο αργότερα, η Αλίνα τηλεφώνησε στον Ντάντε.
Εκείνος απάντησε αμέσως.
«Αλίνα; Συμβαίνει κάτι;»
«Θέλω να σε δω».
Ο Ντάντε έμεινε σιωπηλός για ένα δευτερόλεπτο.
«Φυσικά. Πότε;»
«Σήμερα. Στο σπίτι».
Εκείνος ένιωσε την καρδιά του να χτυπά πιο δυνατά.
«Θα είμαι εκεί».
Η Αλίνα έκλεισε το τηλέφωνο και στάθηκε για λίγο ακίνητη.
Δεν ήξερε πώς θα εξελισσόταν η συνάντηση.
Δεν ήξερε αν θα κατάφερναν να ξεπεράσουν όλα όσα είχαν συμβεί.
Αλλά ήξερε ότι δεν ήθελε να περάσει άλλη μία ημέρα κρύβοντας όσα ένιωθε.
Ο Ντάντε έφτασε στο σπίτι το απόγευμα.
Όταν άνοιξε η πόρτα, η Αλίνα στεκόταν μπροστά του.
Για λίγα δευτερόλεπτα, κανείς δεν μίλησε.
Το σπίτι έμοιαζε διαφορετικό χωρίς εκείνη. Ο Ντάντε είχε συνειδητοποιήσει πόσο πολύ είχε συνηθίσει την παρουσία της: το βιβλίο που άφηνε στο τραπεζάκι, τα λουλούδια που άλλαζε κάθε εβδομάδα, το φως που άφηνε αναμμένο στο διάδρομο όταν εκείνος επέστρεφε αργά.
Τώρα, όμως, δεν ήθελε να της ζητήσει να επιστρέψει σε μια παλιά συνήθεια.
Ήθελε να της ζητήσει να δημιουργήσουν κάτι καινούργιο.
«Πέρασε», είπε η Αλίνα.
Εκείνος μπήκε.
Κάθισαν στο καθιστικό, στο ίδιο μέρος όπου είχαν περάσει αμέτρητα βράδια χωρίς να μιλούν πραγματικά ο ένας στον άλλον.
Η Αλίνα έβαλε την έκθεση πάνω στο τραπέζι.
«Η επιχείρηση μπορεί να συνεχίσει χωρίς να εξαρτάται από τον γάμο μου».
Ο Ντάντε κοίταξε τα έγγραφα.
«Αυτό είναι καλό νέο».
«Ναι. Και θέλω να ξέρεις ότι, αν επιστρέψω, δεν θα είναι επειδή χρειάζομαι τη βοήθειά σου».
Εκείνος την κοίταξε προσεκτικά.
«Δεν θέλω να επιστρέψεις για κανέναν άλλο λόγο».
Η Αλίνα χαμογέλασε αχνά.
«Το ξέρω τώρα».
Ο Ντάντε ένιωσε την καρδιά του να σφίγγεται.
«Αλίνα, δεν χρειάζεται να πάρεις αυτή την απόφαση σήμερα».
«Την έχω ήδη πάρει».
Εκείνος έμεινε ακίνητος.
Η Αλίνα πλησίασε λίγο περισσότερο.
«Θέλω να προσπαθήσουμε ξανά. Όχι να συνεχίσουμε από εκεί που σταματήσαμε, γιατί εκείνος ο γάμος δεν μας έκανε ευτυχισμένους. Θέλω να ξεκινήσουμε από την αρχή».
Ο Ντάντε δεν μπόρεσε να μιλήσει αμέσως.
«Είσαι σίγουρη;»
«Δεν είμαι σίγουρη ότι θα είναι εύκολο. Δεν είμαι σίγουρη ότι δεν θα φοβηθούμε ξανά. Αλλά είμαι σίγουρη ότι δεν θέλω να χάσω την ευκαιρία να μάθω πώς είναι να είμαι πραγματικά μαζί σου».
Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα.
«Δεν ξέρεις πόσο καιρό περίμενα να ακούσω αυτά τα λόγια».
Η Αλίνα χαμογέλασε με τρυφερότητα.
«Κι εσύ δεν ξέρεις πόσο καιρό περίμενα να τα πεις πρώτος».
Γέλασαν και οι δύο, με εκείνο το αμήχανο γέλιο που έρχεται όταν μια μεγάλη ένταση αρχίζει επιτέλους να υποχωρεί.
Ο Ντάντε άπλωσε το χέρι του, αλλά σταμάτησε πριν την αγγίξει.
Η Αλίνα κατάλαβε.
Πλησίασε και ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του.
Εκείνος την αγκάλιασε προσεκτικά, σαν να φοβόταν πως ακόμη και η πιο μικρή κίνηση θα μπορούσε να την κάνει να αλλάξει γνώμη.
«Σε αγαπώ», ψιθύρισε.
«Κι εγώ σε αγαπώ».
Έμειναν έτσι για αρκετή ώρα.
Δεν χρειάζονταν μεγάλες υποσχέσεις.
Δεν χρειάζονταν δαχτυλίδια, συμβόλαια ή εντυπωσιακές χειρονομίες.
Χρειάζονταν μόνο να μάθουν να λένε την αλήθεια, ακόμη κι όταν η αλήθεια τούς έκανε ευάλωτους.
Οι επόμενοι μήνες δεν ήταν τέλειοι.
Υπήρχαν στιγμές που ο Ντάντε επέστρεφε στις παλιές του συνήθειες και κλεινόταν στον εαυτό του. Υπήρχαν στιγμές που η Αλίνα φοβόταν ότι η σιωπή του σήμαινε πως είχε αλλάξει γνώμη.
Αλλά τώρα μιλούσαν.
Όταν ο Ντάντε είχε μια δύσκολη ημέρα, το έλεγε.
Όταν η Αλίνα ένιωθε ανασφάλεια, δεν προσποιούνταν ότι όλα ήταν καλά.
Και όταν διαφωνούσαν, προσπαθούσαν να ακούσουν ο ένας τον άλλον αντί να απομακρύνονται.
Παράλληλα, η επιχείρηση της οικογένειας της Αλίνα άρχισε να σταθεροποιείται μέσα από τη νέα αναδιάρθρωση και τις δικές της αποφάσεις. Η νομική έρευνα συνεχιζόταν, ενώ οι ειδικοί εξέταζαν τα στοιχεία για τις παλιές τροποποιήσεις.
Ο Ντάντε δεν απαίτησε να αναλάβει εκείνος τον έλεγχο.
Η Αλίνα δεν του επέτρεψε να πάρει όλες τις αποφάσεις για λογαριασμό της.
Και αυτή ακριβώς η ισορροπία ήταν που τους έφερε πιο κοντά.
Ένα βράδυ, καθώς περπατούσαν στον κήπο, η Αλίνα σταμάτησε κάτω από ένα δέντρο.
«Ξέρεις τι σκέφτομαι;»
«Τι;»
«Ότι αν είχαμε μιλήσει ειλικρινά από την αρχή, ίσως να είχαμε γλιτώσει τρία χρόνια μοναξιάς».
Ο Ντάντε της έπιασε το χέρι.
«Ίσως. Αλλά δεν θέλω να περάσω το υπόλοιπο της ζωής μου μετανιώνοντας για όσα δεν είπαμε».
Την κοίταξε στα μάτια.
«Θέλω να προσέχω όσα έχουμε τώρα».
Η Αλίνα ακούμπησε το μέτωπό της στο δικό του.
Και για πρώτη φορά, δεν φοβήθηκε ότι η στιγμή θα τελείωνε με κάποια ανείπωτη αλήθεια.
Όμως υπήρχε ακόμη ένα πράγμα που ο Ντάντε δεν είχε κάνει.
Δεν είχε σκίσει τα έγγραφα του διαζυγίου.
Τα είκοσι επτά φύλλα παρέμεναν στο συρτάρι του γραφείου του.
Όχι επειδή εξακολουθούσε να θέλει να χωρίσει.
Αλλά επειδή ήθελε να θυμάται πόσο κοντά είχαν φτάσει στο να χάσουν ο ένας τον άλλον χωρίς να έχουν μιλήσει ποτέ αληθινά.
Ένα χρόνο αργότερα, η Αλίνα θα ανακάλυπτε αυτά τα έγγραφα.
Και τότε θα καταλάβαινε κάτι που κανένα «σ’ αγαπώ» δεν θα μπορούσε από μόνο του να της διδάξει.
Συνεχίζεται στο ΤΕΛΙΚΟ…

0 comments:
Post a Comment