ΜΕΡΟΣ 7 — «ΣΟΥ ΕΙΧΑ ΠΕΙ ΝΑ ΜΗΝ ΤΗΝ ΑΓΓΙΞΕΙΣ!» Η ΦΡΑΣΗ ΤΟΥ ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΠΟΥ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕ ΟΤΙ Η ΣΙΩΠΗ ΤΟΥ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΤΥΧΑΙΑ
«Τι εννοούσες;» ρώτησα ξανά.
Ο Ντέιβιντ κοίταξε τη μητέρα του και μετά εμένα.
«Δεν εννοούσα τίποτα. Είπα ότι δεν έπρεπε να υπάρξει σωματική επαφή».
«Όχι. Είπες ότι της είχες πει να μη με αγγίξει».
Η Σύλβια παρενέβη αμέσως.
«Ο γιος μου είναι αναστατωμένος. Δεν χρειάζεται να αναλύεις κάθε λέξη του».
«Τότε ας εξηγήσει ο ίδιος τι εννοούσε».
Ο Ντέιβιντ έσφιξε το σαγόνι του.
«Άννα, δεν θα το συζητήσουμε εδώ».
«Πού θέλεις να το συζητήσουμε; Στο σπίτι όπου με έσπρωξε; Στο νοσοκομείο όπου μου ζήτησες να πω ψέματα; Ή στο γραφείο όπου δεν μπορούσες να εξηγήσεις ποιος δημιούργησε το έγγραφο με την υπογραφή μου;»
Ο δικηγόρος του τον τράβηξε διακριτικά προς την έξοδο.
Ο πατέρας μου ακούμπησε απαλά το χέρι στον ώμο μου.
«Δεν χρειάζεται να πάρεις απάντηση σήμερα», μου είπε. «Αλλά έχεις δικαίωμα να μην ξεχάσεις την ερώτηση».
Εκείνο το βράδυ, ο Ντέιβιντ έστειλε ένα μεγάλο μήνυμα. Έγραφε ότι αγαπούσε ακόμη την οικογένειά μας, ότι είχε πιεστεί από τη δουλειά και ότι η μητέρα του είχε χάσει την ψυχραιμία της.
Στο τέλος, πρόσθεσε:
«Δεν πρέπει να αφήσουμε ένα λάθος να καταστρέψει όσα χτίσαμε».
Το διάβασα πολλές φορές.
Δεν ήταν συγγνώμη. Δεν έλεγε ότι λυπόταν που με άφησε στο πάτωμα. Δεν έλεγε ότι θα αναλάμβανε την ευθύνη για όσα είχε κάνει. Απλώς αποκαλούσε «λάθος» κάτι που είχε αλλάξει τη ζωή μου.
Δεν απάντησα.
Την επόμενη μέρα, ο Μάρκος επικοινώνησε ξανά με την Έλενα. Είχε αποφασίσει να δώσει επίσημη κατάθεση για όσα είδε στο σπίτι. Είπε ότι δεν μπορούσε να επιβεβαιώσει κάθε λεπτομέρεια, αλλά είχε δει τη Σύλβια να με σπρώχνει και τον Ντέιβιντ να αρνείται αρχικά να καλέσει βοήθεια.
Η κατάθεσή του δεν θα έλυνε από μόνη της την υπόθεση. Ήταν όμως μια ανεξάρτητη μαρτυρία που έπρεπε να ληφθεί υπόψη.
Παράλληλα, η εξέταση του εγγράφου συνεχίστηκε. Ο ειδικός εντόπισε διαφορές ανάμεσα στην υπογραφή που εμφανιζόταν στην εξουσιοδότηση και σε άλλα πρωτότυπα έγγραφα. Δεν μπορούσε ακόμη να αποφανθεί οριστικά ότι είχε γίνει πλαστογραφία, αλλά συνέστησε περαιτέρω έλεγχο.
Η Έλενα με ενημέρωσε ότι θα ζητούσε να διατηρηθούν όλα τα σχετικά αρχεία και να μην καταστραφεί κανένα έγγραφο.
«Θέλω να ξέρω την αλήθεια», της είπα. «Όχι να εκδικηθώ».
«Αυτό ακριβώς κάνουμε», απάντησε.
Λίγες μέρες αργότερα, ο Ντέιβιντ ζήτησε να με συναντήσει. Συμφώνησα, αλλά μόνο παρουσία της Έλενας και του πατέρα μου.
Ήρθε χωρίς τη μητέρα του. Φαινόταν κουρασμένος και για πρώτη φορά δεν είχε το συνηθισμένο ύφος αυτοπεποίθησης.
Κάθισε απέναντί μου.
«Δεν περίμενα να φτάσουμε ως εδώ», είπε.
«Ούτε εγώ».
«Η μητέρα μου δεν έπρεπε να σε σπρώξει».
«Και εσύ δεν έπρεπε να με αφήσεις μόνη μου».
Κατέβασε το κεφάλι.
«Φοβήθηκα».
«Για ποιο πράγμα; Για μένα ή για τη δική σου εικόνα;»
Δεν απάντησε αμέσως.
«Για όλα», ψιθύρισε.
«Αυτό δεν είναι απάντηση».
Πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Η μητέρα μου πίστευε ότι, αν το περιστατικό γινόταν γνωστό, θα έχανα την προαγωγή μου. Εγώ πίστευα ότι θα μπορούσαμε να το κρατήσουμε μέσα στην οικογένεια μέχρι να ηρεμήσουν τα πράγματα».
«Και το έγγραφο;»
Το πρόσωπό του άλλαξε.
«Δεν είναι όπως νομίζεις».
«Τότε εξήγησέ μου».
Κοίταξε την Έλενα, η οποία του υπενθύμισε ότι μπορούσε να απευθυνθεί στον δικηγόρο του πριν απαντήσει σε ερωτήσεις για μια υπόθεση που εξεταζόταν.
Ο Ντέιβιντ έμεινε σιωπηλός για λίγο.
«Υπήρχε μια συναλλαγή που έπρεπε να ολοκληρωθεί γρήγορα», είπε τελικά. «Μου είπαν ότι η εξουσιοδότηση ήταν τυπική. Δεν πίστευα ότι θα δημιουργούσε τέτοιο πρόβλημα».
«Ποιος σου το είπε;»
Δεν απάντησε.
«Ντέιβιντ, αν δεν γνωρίζεις τι υπέγραψα, πώς μπορείς να λες ότι όλα ήταν τυπικά;»
Έτριψε το πρόσωπό του με τα χέρια.
«Δεν ήθελα να σε μπλέξω».
«Με μπλέξατε όταν χρησιμοποιήσατε το όνομά μου χωρίς να μου εξηγήσετε τι συμβαίνει».
Η Έλενα σημείωσε την απάντησή του και του είπε ότι κάθε σχετικός ισχυρισμός θα έπρεπε να επιβεβαιωθεί με στοιχεία.
Ο Ντέιβιντ γύρισε προς εμένα.
«Μπορούμε να σώσουμε τον γάμο μας. Μπορούμε να φύγουμε από εδώ, να πάμε κάπου αλλού και να αρχίσουμε ξανά».
Τον κοίταξα και θυμήθηκα το χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Την ώρα που μου είπε να ακούσω τη μητέρα του. Το αίμα στο πάτωμα. Την αγωνία μου για το μωρό. Το μήνυμα που μου είχε στείλει από το νοσοκομείο.
«Δεν μπορώ να αρχίσω ξανά με έναν άνθρωπο που θέλει να ξεχάσω τι συνέβη πριν μου πει όλη την αλήθεια».
Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα, αλλά δεν ήξερα αν έκλαιγε για μένα ή για όσα έχανε.
«Σε αγαπώ», είπε.
«Ίσως να με αγαπούσες με τον τρόπο που ήξερες. Αλλά η αγάπη χωρίς σεβασμό δεν με προστατεύει».
Σηκώθηκε αργά.
«Θα το μετανιώσεις».
Ο πατέρας μου δεν κουνήθηκε από τη θέση του. Η Έλενα δεν απάντησε. Κι εγώ, για πρώτη φορά, δεν ένιωσα φόβο όταν άκουσα αυτή τη φράση.
Όταν ο Ντέιβιντ έφυγε, ο πατέρας μου με ρώτησε αν ήθελα να σταματήσουμε για σήμερα.
«Όχι», είπα. «Θέλω να συνεχίσουμε, αλλά με τον σωστό τρόπο. Θέλω να ξέρω τι συνέβη και θέλω να προστατεύσω το παιδί μου».
Εκείνο το βράδυ, η Έλενα έλαβε μια νέα ενημέρωση από τον ειδικό που εξέταζε το έγγραφο.
Το αρχείο είχε δημιουργηθεί στον υπολογιστή του εκτελεστικού βοηθού του Ντέιβιντ. Η υπογραφή μου φαινόταν να έχει αντιγραφεί από διαφορετικό έγγραφο, όμως ο ειδικός χρειαζόταν ακόμη τα πρωτότυπα για να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα.
Η Έλενα σήκωσε το βλέμμα της.
«Αν επιβεβαιωθούν αυτά τα ευρήματα, θα πρέπει να εξεταστεί ποιος έδωσε την εντολή και ποιος γνώριζε τι περιείχε το έγγραφο».
Κοίταξα το όνομα του Ντέιβιντ στο χαρτί.
Δεν ήξερα ακόμη τι θα αποδεικνυόταν.
Ήξερα όμως πως η αλήθεια δεν θα εξαφανιζόταν επειδή εκείνος φοβόταν να την αντιμετωπίσει.
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 8…

0 comments:
Post a Comment