ΜΕΡΟΣ 6 — «ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΝΑ ΜΕΙΝΕΙΣ ΑΠΟ ΟΙΚΤΟ», ΤΗΣ ΕΙΠΕ… ΚΑΙ ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ Ο ΝΤΑΝΤΕ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕ ΤΟ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΤΟΥ
Το καφέ ήταν σχεδόν άδειο όταν η Αλίνα τελείωσε την ανάγνωση των εγγράφων.
Έξω, η βροχή είχε σταματήσει. Οι περαστικοί περπατούσαν βιαστικά στο πεζοδρόμιο, κρατώντας ομπρέλες και κοιτάζοντας τα κινητά τους.
Μέσα, όμως, ο χρόνος έμοιαζε να έχει επιβραδυνθεί.
Η Αλίνα έκλεισε τον φάκελο.
«Θα ζητήσω από τον δικό μου δικηγόρο να εξετάσει όλα αυτά», είπε.
«Πρέπει να το κάνεις».
«Και θέλω πρόσβαση σε όλα τα σχετικά έγγραφα».
«Θα την έχεις».
Εκείνη τον κοίταξε με καχυποψία.
«Χωρίς περιορισμούς;»
«Χωρίς περιορισμούς που δεν δικαιολογούνται νόμιμα. Θα έχεις όσα δικαιούσαι να λάβεις και θα ζητήσουμε ανεξάρτητο έλεγχο για όσα χρειάζονται περαιτέρω διερεύνηση».
Η Αλίνα έγειρε πίσω στην καρέκλα.
«Γιατί το κάνεις αυτό;»
Ο Ντάντε δεν απάντησε αμέσως.
«Επειδή δεν θέλω να αισθάνεσαι ότι σου χρωστάω μια ζωή ή ότι μου χρωστάς τον γάμο σου».
Η Αλίνα ένιωσε τα μάτια της να καίνε.
«Πάντα πίστευα ότι αυτό ακριβώς συνέβαινε. Ότι έμενα μαζί σου επειδή η οικογένειά μου χρειαζόταν τη βοήθειά σου. Ότι, αν έφευγα, θα κατέστρεφα όλα όσα προσπαθούσαμε να σώσουμε».
«Δεν θέλω να πιστεύεις κάτι τέτοιο».
«Αλλά έτσι ένιωθα».
Ο Ντάντε χαμήλωσε το κεφάλι.
«Το ξέρω τώρα».
Η Αλίνα έμεινε σιωπηλή.
Ύστερα τον ρώτησε:
«Και τα έγγραφα του διαζυγίου;»
Ο Ντάντε ένιωσε την καρδιά του να χτυπά δυνατά.
Δεν μπορούσε πλέον να κρυφτεί.
«Τα ετοίμασα».
Η Αλίνα δεν έδειξε έκπληξη. Μόνο πόνο.
«Πότε;»
«Πριν από λίγες εβδομάδες».
«Γιατί;»
Ο Ντάντε έσφιξε τα χέρια του κάτω από το τραπέζι.
«Επειδή πίστευα ότι δεν με αγαπούσες. Πίστευα ότι παρέμενες μαζί μου από υποχρέωση και ότι, αν σου ζητούσα να μείνεις, θα σε ανάγκαζα να θυσιάσεις τη ζωή που πραγματικά ήθελες».
Η Αλίνα τον κοίταξε σαν να μην μπορούσε να καταλάβει αυτό που άκουγε.
«Εσύ πίστευες ότι δεν σε αγαπούσα;»
«Ναι».
Ένα πικρό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της.
«Κι εγώ πίστευα ακριβώς το ίδιο για εσένα».
Ο Ντάντε έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή.
Τρία χρόνια.
Τρία χρόνια γεμάτα μικρές παρεξηγήσεις, ανομολόγητες επιθυμίες και φόβους που κανείς από τους δύο δεν είχε τολμήσει να παραδεχτεί.
«Γιατί δεν μου το είπες ποτέ;» τον ρώτησε.
«Επειδή φοβόμουν».
«Εσύ;»
«Ναι, Αλίνα. Κι εγώ φοβάμαι. Απλώς έχω περάσει τη ζωή μου μαθαίνοντας να το κρύβω».
Η φωνή του ήταν ήρεμη, αλλά τα μάτια του αποκάλυπταν την αλήθεια.
«Έχω συνηθίσει να διαπραγματεύομαι, να παίρνω αποφάσεις, να αντιμετωπίζω ανθρώπους που προσπαθούν να με εκμεταλλευτούν. Αλλά όταν πρόκειται για εσένα, δεν ξέρω πώς να προστατευτώ από το ενδεχόμενο να με απορρίψεις».
Η Αλίνα ένιωσε ένα δάκρυ να κυλά στο μάγουλό της.
«Δεν ήθελα ποτέ να σε απορρίψω».
Ο Ντάντε σήκωσε το βλέμμα.
«Το ξέρω».
«Όχι, δεν το ξέρεις. Δεν ξέρεις πόσες φορές ήθελα να σε αγκαλιάσω όταν επέστρεφες κουρασμένος. Πόσες φορές ήθελα να σου πω ότι μου έλειπες όταν έφευγες. Πόσες φορές περίμενα να με κοιτάξεις και να μου πεις ότι ήθελες να είμαι δίπλα σου όχι επειδή το απαιτούσε μια συμφωνία, αλλά επειδή δεν μπορούσες να φανταστείς τη ζωή σου χωρίς εμένα».
Ο Ντάντε δεν προσπάθησε να τη διακόψει.
Άκουγε κάθε λέξη σαν να του έδινε πίσω ένα κομμάτι από τη ζωή που είχαν χάσει.
«Αλίνα», είπε τελικά, «σε αγαπώ».
Εκείνη έμεινε ακίνητη.
Ο Ντάντε συνέχισε πριν χάσει το θάρρος του.
«Σε αγαπώ από τότε που σε είδα έξω από το εργοστάσιο της οικογένειάς σου, να προσπαθείς να καθησυχάσεις τους εργαζομένους σου ενώ ήξερες ότι η δική σου ζωή μπορούσε να καταρρεύσει. Σε αγάπησα επειδή δεν προσπάθησες να φανείς δυνατή για να εντυπωσιάσεις κανέναν. Ήσουν δυνατή επειδή νοιαζόσουν για τους άλλους».
Η Αλίνα έκρυψε το στόμα της με το χέρι της.
«Γιατί δεν μου το είπες;»
«Επειδή πίστεψα ότι, αν σου έλεγα πως σε αγαπούσα πριν από τον γάμο, θα αναρωτιόσουν αν είχα χρησιμοποιήσει τη δύσκολη θέση της οικογένειάς σου για να σε κερδίσω. Έτσι κρύφτηκα πίσω από τη συμφωνία. Και όταν παντρευτήκαμε, φοβήθηκα ότι θα μείνεις μαζί μου επειδή δεν θα ήθελες να με πληγώσεις».
«Κι εγώ φοβόμουν ότι θα έμενες μαζί μου επειδή δεν ήθελες να με πληγώσεις».
Ο Ντάντε χαμογέλασε πικρά.
«Κοιτάζαμε ο ένας τον άλλον και βλέπαμε τους δικούς μας φόβους αντί για την αλήθεια».
Η Αλίνα κατέβασε τα μάτια.
«Δεν μπορώ να σου υποσχεθώ ότι όλα θα γίνουν όπως πριν».
«Δεν σου ζητώ κάτι τέτοιο».
«Δεν μπορώ να επιστρέψω στο σπίτι και να προσποιηθώ ότι δεν συνέβη τίποτα».
«Δεν θέλω να προσποιηθείς».
Εκείνη τον κοίταξε.
«Και τι θέλεις από εμένα;»
Ο Ντάντε πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Θέλω να ξέρεις ότι σε αγαπώ. Θέλω να έχεις την ελευθερία να αποφασίσεις αν μπορείς να με αγαπήσεις χωρίς να φοβάσαι ότι χρωστάς κάτι σε εμένα. Κι αν αποφασίσεις ότι δεν θέλεις να συνεχίσουμε, θα σεβαστώ την απόφασή σου».
Η Αλίνα άρχισε να κλαίει σιωπηλά.
Ο Ντάντε δεν άπλωσε το χέρι του να την αγγίξει. Δεν ήθελε να θεωρήσει δεδομένο ότι είχε ακόμη αυτό το δικαίωμα.
Και τότε εκείνη έκανε κάτι που δεν περίμενε.
Άπλωσε το χέρι της πάνω στο τραπέζι.
Τα δάχτυλά της ακούμπησαν τα δικά του.
«Σε αγαπώ, Ντάντε», ψιθύρισε.
Εκείνος ένιωσε τα μάτια του να γεμίζουν δάκρυα.
«Αλλά χρειάζομαι χρόνο», συνέχισε εκείνη. «Χρειάζομαι να μάθω ποια είμαι χωρίς να φοβάμαι ότι η οικογένειά μου εξαρτάται από τον γάμο μου. Χρειάζομαι να δω αν μπορούμε να είμαστε μαζί χωρίς να κρύβουμε ο ένας από τον άλλον όσα μας φοβίζουν».
Ο Ντάντε έσφιξε απαλά το χέρι της.
«Θα σου δώσω όσο χρόνο χρειάζεσαι».
Η Αλίνα τον κοίταξε για αρκετή ώρα.
Για πρώτη φορά μετά από χρόνια, δεν υπήρχε ανάμεσά τους ένα συμβόλαιο που καθόριζε τις αποφάσεις τους.
Υπήρχε μόνο μια αλήθεια.
Αλλά όταν ο Ντάντε επέστρεψε στο γραφείο του εκείνο το βράδυ, βρήκε ένα μήνυμα από τον Ρίτσαρντ.
Η έρευνα είχε προχωρήσει.
Ο δικηγόρος που είχε χειριστεί την παλιά συμφωνία είχε εντοπιστεί και είχε δεχτεί να μιλήσει.
Είχε, όμως, θέσει έναν όρο.
Θα αποκάλυπτε όσα γνώριζε μόνο αν ο Ντάντε δεχόταν να συναντηθεί μαζί του χωρίς την παρουσία της νομικής ομάδας του.
Και είχε προειδοποιήσει ότι η αλήθεια δεν θα έφερνε μόνο ανακούφιση.
Θα αποκάλυπτε και ποιοι είχαν επιτρέψει στη σιωπή να γίνει όπλο.
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 7…

0 comments:
Post a Comment