ΜΕΡΟΣ 6
«ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ ΗΤΑΝ ΣΕ ΜΙΑ ΛΙΣΤΑ!» — Ο ΑΡΟΝ ΠΙΣΤΕΨΕ ΟΤΙ ΘΑ ΞΑΝΑΒΡΕΙ ΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΟΥ, ΑΛΛΑ Ο ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΟΥ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕ ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΤΟΝ ΕΚΑΝΕ ΝΑ ΚΛΑΨΕΙ ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ
Ο Άρον άρπαξε σχεδόν το χαρτί από τα χέρια του άντρα.
«Πού είναι ο πατέρας μου;»
«Περίμενε, μικρέ».
«Τον είδατε;»
Ο άντρας, που συστήθηκε ως Πέτερ, γονάτισε μπροστά του.
«Αυτή είναι μια λίστα ανθρώπων που αναζητούνται από συγγενείς».
Ο Άρον κοίταξε τις γραμμές.
Δεν καταλάβαινε όλα τα γράμματα.
«Και ο πατέρας μου;»
Ο Πέτερ έδειξε ένα όνομα.
Ήταν πράγματι το όνομα του Ντάβιντ.
Αλλά δίπλα του υπήρχε μια σημείωση.
«Τι γράφει;» ρώτησε ο Άρον.
Ο Πέτερ πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Ότι η οικογένειά του αγνοείται».
Ο Άρον τον κοίταξε.
«Δηλαδή;»
«Κάποιος αναζητά τον πατέρα σου».
«Ποιος;»
«Δεν ξέρουμε ακόμη».
Η ελπίδα που είχε γεννηθεί μέσα του άρχισε να σβήνει.
«Νόμιζα ότι τον βρήκατε».
Ο Πέτερ χαμήλωσε το βλέμμα.
«Λυπάμαι».
Ο Άρον γύρισε από την άλλη.
Δεν ήθελε να τον δουν να κλαίει.
Η Μίρα κινήθηκε στην πλάτη του.
Εκείνος σκούπισε βιαστικά τα μάτια του.
«Δεν πειράζει», ψιθύρισε.
Αλλά πείραζε.
Πείραζε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.
Ο Πέτερ τού εξήγησε ότι στο επόμενο χωριό υπήρχε ένας χώρος όπου καταγράφονταν εκτοπισμένοι άνθρωποι.
«Ίσως κάποιος γνωρίζει τη θεία σου».
Ο Άρον ανασήκωσε το κεφάλι.
«Τη Ρόζα;»
«Μπορεί».
Ο Πέτερ προσφέρθηκε να τον συνοδεύσει.
Περπάτησαν μαζί για αρκετή ώρα.
Κατά μήκος του δρόμου περνούσαν οικογένειες με βαλίτσες.
Άντρες με επιδέσμους.
Γυναίκες που κρατούσαν φωτογραφίες.
Παιδιά που αναζητούσαν κάποιον γνωστό.
Ο Άρον δεν είχε ξαναδεί τόσο πολλούς ανθρώπους που έμοιαζαν χαμένοι.
Στον πρόχειρο χώρο υποδοχής υπήρχαν τραπέζια με χαρτιά.
Μια γυναίκα κατέγραφε ονόματα.
Ο Πέτερ την πλησίασε.
«Αυτό το παιδί αναζητά συγγενείς».
Η γυναίκα σήκωσε το βλέμμα.
«Πώς σε λένε;»
«Άρον».
«Επώνυμο;»
Ο Άρον απάντησε.
«Η μικρή;»
«Μίρα».
«Πόσων χρονών είσαι;»
«Δέκα».
Η γυναίκα σταμάτησε να γράφει.
«Και την κουβαλάς μόνος σου;»
Ο Άρον έγνεψε.
«Πόσο δρόμο έχεις κάνει;»
«Δεν ξέρω».
Ο Πέτερ της εξήγησε από ποια περιοχή είχε ξεκινήσει.
Η γυναίκα έκανε έναν πρόχειρο υπολογισμό.
«Πάνω από εκατό χιλιόμετρα…»
Ο Άρον δεν κατάλαβε πόσο μεγάλη ήταν αυτή η απόσταση.
Για εκείνον, ο δρόμος μετριόταν διαφορετικά.
Με τις φορές που η Μίρα πεινούσε.
Με τις νύχτες που δεν είχαν στέγη.
Με τα βήματα που έκανε ενώ τα πόδια του πονούσαν.
Η γυναίκα τού έδωσε λίγο ζεστό φαγητό.
Έπειτα άρχισε να ψάχνει σε ένα κουτί με καταλόγους.
«Ρόζα…» μουρμούρισε.
Γύρισε μια σελίδα.
Μετά άλλη.
Ο Άρον περίμενε κρατώντας τη Μίρα.
«Εδώ υπάρχει μια Ρόζα που μεταφέρθηκε από ένα κατεστραμμένο χωριό», είπε τελικά.
Ο Άρον πετάχτηκε.
«Είναι η θεία μου!»
«Δεν ξέρουμε ακόμη».
«Πού είναι;»
Η γυναίκα έδειξε ένα σημείο στον κατάλογο.
«Σε έναν ξενώνα για εκτοπισμένους, λίγο πιο δυτικά».
Ο Άρον χαμογέλασε.
«Μπορούμε να πάμε;»
«Θα προσπαθήσουμε να βρούμε μεταφορά».
Εκείνο το βράδυ, ο Άρον και η Μίρα κοιμήθηκαν σε ένα δωμάτιο μαζί με άλλες οικογένειες.
Ο Άρον ξύπνησε αρκετές φορές.
Κάθε φορά ακουμπούσε το χέρι του στη Μίρα.
Κάθε φορά η μικρή ανέπνεε ήρεμα.
Και κάθε φορά εκείνος ψιθύριζε:
«Λίγο ακόμη».
Το επόμενο πρωί, ένα φορτηγό τούς μετέφερε προς τον ξενώνα.
Ο Άρον κοιτούσε τον δρόμο.
Φανταζόταν τη θεία Ρόζα να τους περιμένει.
Θυμόταν το σπίτι της.
Την ξύλινη καρέκλα στην αυλή.
Τα γλυκά που τους έδινε όταν την επισκέπτονταν.
Ίσως όλα να τελείωναν σύντομα.
Όταν έφτασαν, η γυναίκα που τους συνόδευε μπήκε πρώτη στο κτίριο.
Ο Άρον περίμενε έξω.
Κρατούσε τη Μίρα στην αγκαλιά.
Πέρασαν λίγα λεπτά.
Έπειτα η γυναίκα επέστρεψε.
Το πρόσωπό της ήταν σοβαρό.
«Άρον…»
«Τη βρήκατε;»
Εκείνη γονάτισε μπροστά του.
«Η Ρόζα που βρίσκεται εδώ δεν είναι η θεία σου».
Ο Άρον έμεινε ακίνητος.
«Όμως…»
Η γυναίκα συνέχισε.
«Μίλησα με κάποιον που ήρθε από το χωριό της θείας σου».
Ο Άρον κράτησε την ανάσα του.
«Και;»
«Μου είπε ότι είδε μια γυναίκα με το όνομά της να φεύγει μαζί με άλλους επιζώντες».
«Πού πήγε;»
Η γυναίκα άνοιξε ένα μικρό σημείωμα.
«Υπάρχει μια διεύθυνση».
Ο Άρον την κοίταξε με ελπίδα.
Αλλά η γυναίκα δεν χαμογελούσε.
«Υπάρχει κάτι ακόμη που πρέπει να ξέρεις».
«Τι;»
«Η γυναίκα εκείνη έψαχνε δύο παιδιά. Ένα αγόρι και ένα κοριτσάκι».
Ο Άρον ένιωσε το στήθος του να σφίγγεται.
«Εμάς;»
«Ίσως».
«Τότε γιατί δεν ήρθε να μας βρει;»
Η γυναίκα δίστασε.
«Επειδή, σύμφωνα με όσα της είχαν πει, τα παιδιά είχαν χαθεί στον δρόμο».
Ο Άρον κοίταξε τη Μίρα.
Έπειτα ξανά τη γυναίκα.
Κάποιος πίστευε ότι ήταν νεκροί.
Και ίσως εκείνη τη στιγμή η θεία Ρόζα να τους θρηνούσε.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΣΤΟ ΜΕΡΟΣ 7…

0 comments:
Post a Comment