ΜΕΡΟΣ 5
«ΠΕΡΠΑΤΟΥΣΑ ΓΙΑ ΝΑ ΒΡΩ ΤΗ ΘΕΙΑ ΜΟΥ, ΑΛΛΑ ΜΟΥ ΕΙΠΑΝ ΟΤΙ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΤΗΣ ΕΙΧΕ ΚΑΕΙ!» — Η ΣΤΙΓΜΗ ΠΟΥ Ο ΑΡΟΝ ΕΧΑΣΕ ΤΗ ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΤΟΥ ΕΛΠΙΔΑ ΚΑΙ ΑΝΑΓΚΑΣΤΗΚΕ ΝΑ ΠΑΡΕΙ ΤΗ ΔΥΣΚΟΛΟΤΕΡΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ
Ο Άρον κοίταξε τον άντρα με το κάρο.
«Δεν μπορεί να είναι αλήθεια».
Ο άντρας δεν απάντησε.
«Η θεία Ρόζα μένει εκεί», συνέχισε το αγόρι. «Η μαμά μου είπε να πάω σ' εκείνη».
«Λυπάμαι, μικρέ».
Ο Άρον ένιωσε τα μάτια του να καίνε.
Είχε περπατήσει τόσες ημέρες.
Είχε περάσει ένα παγωμένο ποτάμι.
Είχε δει τη Μίρα να αρρωσταίνει.
Είχε αντέξει την πείνα.
Και τώρα μάθαινε ότι ο μοναδικός προορισμός του ίσως δεν υπήρχε πια.
«Μήπως κάνετε λάθος;» ρώτησε.
«Μπορεί», είπε ο άντρας. «Δεν ήμουν εκεί όταν έγινε».
Αυτή η μικρή λέξη έδωσε στον Άρον κάτι να κρατηθεί.
Μπορεί.
Ίσως η θεία Ρόζα είχε φύγει εγκαίρως.
Ίσως ζούσε σε άλλο χωριό.
Ίσως περίμενε ακόμη.
«Θα συνεχίσω», είπε.
Ο άντρας τον κοίταξε.
«Πόσων χρονών είσαι;»
«Δέκα».
«Και το μωρό;»
«Είναι η αδελφή μου».
Ο άντρας αναστέναξε.
«Μπορώ να σας πάω μέχρι την επόμενη διασταύρωση».
Ο Άρον δίστασε.
Η Ίλονκα του είχε πει να ζητά βοήθεια.
Αλλά είχε μάθει επίσης ότι δεν μπορούσε να εμπιστεύεται τους πάντες.
«Θα με αφήσετε να κρατήσω τη Μίρα;»
Ο άντρας συνοφρυώθηκε.
«Φυσικά».
«Δεν θα μας χωρίσετε;»
«Όχι».
Ο Άρον ανέβηκε στο κάρο.
Για πρώτη φορά μετά από πολλές ημέρες, τα πόδια του ξεκουράστηκαν.
Ο άντρας ονομαζόταν Μίκλος.
Μετέφερε ξύλα και λίγα τρόφιμα σε συγγενείς.
Καθώς προχωρούσαν, ο Άρον του μίλησε για τη μητέρα του.
Για τον πατέρα του.
Για το σπίτι που είχε αφήσει πίσω.
Ο Μίκλος άκουγε χωρίς να τον διακόπτει.
«Πιστεύετε ότι θα τους ξαναδώ;» ρώτησε κάποια στιγμή ο Άρον.
Ο άντρας κράτησε για λίγο τα μάτια στον δρόμο.
«Δεν ξέρω».
Ο Άρον χαμήλωσε το κεφάλι.
«Όλοι αυτό λένε».
«Επειδή κανείς δεν θέλει να σου πει ψέματα».
Το αγόρι έμεινε σιωπηλό.
Ύστερα ο Μίκλος πρόσθεσε:
«Αλλά όσο δεν ξέρεις, μπορείς να ελπίζεις».
Έφτασαν σε μια διασταύρωση το απόγευμα.
Ο Μίκλος κατέβασε το σακίδιο του Άρον.
«Από εδώ ο δρόμος οδηγεί προς τα χωριά που αναζητάς».
«Ευχαριστώ».
Ο άντρας του έδωσε δύο βραστές πατάτες.
«Κράτησέ τες».
Ο Άρον τις πήρε.
«Δεν έχω τίποτα να σας δώσω».
Ο Μίκλος χαμογέλασε.
«Δεν χρειάζεται κάθε βοήθεια να πληρώνεται».
Ο Άρον συνέχισε.
Οι επόμενες ώρες ήταν οι δυσκολότερες.
Η λάσπη κολλούσε στα παπούτσια του.
Ο άνεμος χτυπούσε το πρόσωπό του.
Η Μίρα είχε αρχίσει να βαραίνει στην πλάτη του.
Όχι επειδή είχε μεγαλώσει.
Αλλά επειδή ο Άρον είχε εξαντληθεί.
Κάθε τόσο σταματούσε.
Ακουμπούσε τα χέρια στα γόνατα.
Έπαιρνε ανάσα.
Και συνέχιζε.
Το βράδυ βρήκε ένα εγκαταλελειμμένο υπόστεγο.
Κάθισε στο πάτωμα.
Ξέδεσε τη Μίρα.
Την τύλιξε με την κουβέρτα.
«Ξέρεις κάτι;» της είπε.
Το μωρό τον κοίταξε.
«Όταν γυρίσουμε σπίτι, θα ζητήσω από τη μαμά να μας φτιάξει τηγανίτες».
Η Μίρα έβγαλε έναν μικρό ήχο.
Ο Άρον χαμογέλασε.
«Και θα σου δώσω τη δική μου».
Έπειτα το χαμόγελό του έσβησε.
Δεν ήξερε αν θα υπήρχε σπίτι στο οποίο θα επέστρεφαν.
Δεν ήξερε αν η μητέρα τους ζούσε.
Ακούμπησε το κεφάλι στον τοίχο.
«Μου λείπει», ψιθύρισε.
Η Μίρα άπλωσε το μικρό της χέρι.
Άγγιξε το μάγουλό του.
Ο Άρον έπιασε τα δαχτυλάκια της.
«Το ξέρω. Κι εσένα σου λείπει».
Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκε πολύ.
Άκουγε τον αέρα να περνά από τις χαραμάδες.
Σκεφτόταν πόσο μακριά είχαν φτάσει.
Και πόσο μακριά ίσως έπρεπε ακόμη να πάνε.
Το επόμενο πρωί, λίγο πριν βγει από το υπόστεγο, άκουσε φωνές.
Δύο άντρες μιλούσαν έξω.
«Στο επόμενο χωριό έχουν καταγράψει τους πρόσφυγες», είπε ο ένας.
«Ψάχνουν παιδιά που έχασαν τους γονείς τους».
Ο Άρον ανασηκώθηκε.
Ίσως εκεί να μπορούσε να μάθει κάτι.
Πλησίασε την πόρτα.
«Συγγνώμη…»
Οι άντρες γύρισαν.
«Τι κάνεις εδώ;»
«Ψάχνω τους γονείς μου».
Ο ένας άντρας τον κοίταξε προσεκτικά.
«Πώς τους λένε;»
Ο Άρον απάντησε.
Ο άντρας συνοφρυώθηκε.
«Περίμενε…»
Έβγαλε από την τσέπη του ένα διπλωμένο χαρτί.
Το άνοιξε.
Διάβασε μερικά ονόματα.
Και ξαφνικά σήκωσε το βλέμμα.
«Άρον… είπες ότι ο πατέρας σου λέγεται Ντάβιντ;»
Το αγόρι ένιωσε την καρδιά του να χτυπά δυνατά.
«Ναι».
Ο άντρας δίστασε.
«Τότε πρέπει να δεις αυτό το χαρτί».
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΣΤΟ ΜΕΡΟΣ 6…

0 comments:
Post a Comment