ΜΕΡΟΣ 5 — «Ο ΜΑΡΤΥΡΑΣ ΜΟΥ ΕΔΕΙΞΕ ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΠΕΘΕΡΟΥ ΜΟΥ ΔΙΠΛΑ ΣΤΟ ΦΟΡΤΗΓΟ ΠΟΥ ΧΤΥΠΗΣΕ ΤΟΝ ΑΔΕΛΦΟ ΜΟΥ — ΤΟΤΕ ΚΑΤΑΛΑΒΑ ΟΤΙ Ο ΑΝΤΡΑΣ ΜΟΥ ΕΚΡΥΒΕ ΕΝΑ ΜΥΣΤΙΚΟ ΠΟΥ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΚΑΤΑΣΤΡΕΨΕΙ ΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΟΥ»
Κοίταζα τη φωτογραφία.
Ο άντρας δίπλα στο φορτηγό ήταν ο Ρόμπερτ.
Ο πατέρας του Τζούλιαν.
Ένας άνθρωπος που είχα γνωρίσει ως ήσυχο και αυστηρό οικογενειάρχη.
Ένας άνθρωπος που είχε πεθάνει πριν από πέντε χρόνια.
Και που, όπως πίστευα, δεν είχε καμία σχέση με τον θάνατο του αδελφού μου.
«Αυτός είναι ο πεθερός μου», ψιθύρισα.
Ο Μάρκους έγνεψε.
«Το ξέρω».
«Μου λες ότι εκείνος σκότωσε τον Ντάνιελ;»
«Σου λέω ότι εκείνο το φορτηγό συνδεόταν με την εταιρεία του. Και ότι ο Τζούλιαν γνώριζε ποιος το χρησιμοποιούσε».
Τον κοίταξα.
«Δεν είναι το ίδιο πράγμα».
«Όχι», παραδέχτηκε.
«Αλλά υπάρχει κάτι ακόμα».
Ο Μάρκους μού εξήγησε ότι μετά το δυστύχημα είχε φοβηθεί.
Ο Ρόμπερτ ήταν ισχυρός άνθρωπος.
Είχε χρήματα.
Γνωριμίες.
Και μπορούσε να καταστρέψει την επαγγελματική ζωή όσων εργάζονταν για εκείνον.
«Με απείλησε», είπε ο Μάρκους.
«Πώς;»
«Μου είπε ότι αν μιλούσα, θα φρόντιζε να χάσω τα πάντα».
«Και τον πίστεψες;»
Ο Μάρκους χαμήλωσε το βλέμμα.
«Ναι».
Ένιωσα οργή.
«Ο αδελφός μου ήταν δεκαεννέα χρονών».
«Το ξέρω».
«Πέθανε μόνος του στον δρόμο».
«Το ξέρω».
«Και εσύ έμεινες σιωπηλός;»
Ο Μάρκους έκλεισε τα μάτια.
«Ναι».
Δεν προσπάθησε να δικαιολογηθεί.
Και αυτό έκανε τον θυμό μου ακόμα μεγαλύτερο.
«Γιατί μιλάς τώρα;»
Ο Μάρκους πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Επειδή ο Τζούλιαν με βρήκε πριν από έναν μήνα».
«Τι ήθελε;»
«Να μου ζητήσει να καταθέσω».
Τον κοίταξα έκπληκτη.
«Να καταθέσεις;»
«Ναι».
«Γιατί τώρα;»
«Επειδή βρήκε κάτι στα παλιά αρχεία του πατέρα του».
Η καρδιά μου χτύπησε δυνατά.
«Τι;»
Ο Μάρκους δίστασε.
«Ένα βιβλίο καταγραφής των οχημάτων».
«Και;»
«Το φορτηγό που χτύπησε τον Ντάνιελ είχε καταχωριστεί ως ακινητοποιημένο».
Έμεινα ακίνητη.
«Δηλαδή;»
«Δηλαδή κάποιος το οδήγησε ενώ επίσημα δεν έπρεπε να βρίσκεται στον δρόμο».
Ο Μάρκους έβγαλε άλλο ένα χαρτί.
Ήταν φωτοτυπία μιας παλιάς καταχώρισης.
Ημερομηνία.
Αριθμός οχήματος.
Υπογραφή.
Κοίταξα το όνομα.
ΡΟΜΠΕΡΤ ΧΕΪΣ.
Ο πατέρας του Τζούλιαν.
«Αυτό αποδεικνύει ότι οδηγούσε;» ρώτησα.
«Όχι απαραίτητα. Αποδεικνύει ότι είχε εγκρίνει τη χρήση του οχήματος».
Έσφιξα το χαρτί.
«Τότε ποιος οδηγούσε;»
Ο Μάρκους με κοίταξε.
«Αυτό είναι που προσπαθεί να μάθει ο Τζούλιαν».
Έφυγα από το καφέ με το κεφάλι μου γεμάτο ερωτήσεις.
Δεν ήξερα ποιον να πιστέψω.
Ο Τζούλιαν μού είχε πει ψέματα.
Αυτό ήταν βέβαιο.
Αλλά δεν ήξερα αν προσπαθούσε να προστατεύσει τον πατέρα του.
Ή αν προσπαθούσε, έστω καθυστερημένα, να αποκαλύψει την αλήθεια.
Όταν γύρισα σπίτι, το αυτοκίνητό του ήταν στο γκαράζ.
Η καρδιά μου άρχισε να χτυπά δυνατά.
Μπήκα μέσα.
Ο Τζούλιαν καθόταν στο σαλόνι.
Μπροστά του υπήρχαν δύο φάκελοι.
Μόλις με είδε, σηκώθηκε.
«Έμιλι».
Δεν του απάντησα.
Άφησα τη φωτογραφία του πατέρα του πάνω στο τραπέζι.
«Θέλω την αλήθεια».
Το πρόσωπό του χλώμιασε.
«Πού τη βρήκες;»
«Από τον Μάρκους».
Έκλεισε τα μάτια.
«Σου είπα να μην τον συναντήσεις».
«Και εγώ σου είπα να μου πεις την αλήθεια».
Ο Τζούλιαν κάθισε.
Έμοιαζε εξαντλημένος.
«Ο πατέρας μου ήταν υπεύθυνος για το φορτηγό».
«Το ξέρω».
«Αλλά δεν ήταν εκείνος που οδηγούσε».
Τον κοίταξα.
«Ποιος ήταν;»
Δεν απάντησε αμέσως.
«Τζούλιαν».
Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα.
«Εγώ ήμουν εκεί».
Ένιωσα την αναπνοή μου να κόβεται.
«Τι εννοείς;»
«Ήμουν πίσω από το φορτηγό, με το αυτοκίνητό μου».
«Είδες το τροχαίο;»
Έγνεψε.
«Ναι».
Έκανα ένα βήμα πίσω.
«Και δεν μου το είπες ποτέ;»
Η φωνή του έσπασε.
«Φοβήθηκα».
«Τι φοβήθηκες;»
Ο Τζούλιαν με κοίταξε.
«Ότι θα με μισούσες».
Ένιωσα τον θυμό μου να ανεβαίνει.
«Ποιος οδηγούσε;»
Εκείνος άνοιξε έναν φάκελο.
Έβγαλε μια παλιά φωτογραφία.
Την τοποθέτησε μπροστά μου.
Και είπε:
«Ο άνθρωπος που οδηγούσε εκείνο το βράδυ ήταν κάποιος που ο πατέρας μου είχε πληρώσει για να εξαφανιστεί».
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΣΤΟ ΜΕΡΟΣ 6…

0 comments:
Post a Comment