Top Ad 728x90

Thursday, October 29, 2026

ΜΕΡΟΣ 5 — «ΤΟ ΠΡΩΙ ΤΗΣ ΠΑΡΕΛΑΣΗΣ ΕΒΡΕΧΕ ΚΑΤΑΡΡΑΚΤΩΔΩΣ ΚΑΙ Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΤΟΝ ΡΩΤΗΣΕ ΑΝ ΘΑ ΜΕΙΝΟΥΝ ΣΠΙΤΙ — Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΟΥ ΤΟΥ ΕΔΩΣΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΕΡΙΜΕΝΕ»

 


ΜΕΡΟΣ 5 — «ΤΟ ΠΡΩΙ ΤΗΣ ΠΑΡΕΛΑΣΗΣ ΕΒΡΕΧΕ ΚΑΤΑΡΡΑΚΤΩΔΩΣ ΚΑΙ Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΤΟΝ ΡΩΤΗΣΕ ΑΝ ΘΑ ΜΕΙΝΟΥΝ ΣΠΙΤΙ — Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΟΥ ΤΟΥ ΕΔΩΣΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΕΡΙΜΕΝΕ»

Η ημέρα της παρέλασης έφτασε.

Ο Αντρέας ξύπνησε πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι.

Άνοιξε τα μάτια του.

Άκουσε τον ήχο της βροχής.

Σηκώθηκε προσεκτικά και κοίταξε έξω από το παράθυρο.

Ο ουρανός ήταν γκρίζος.

Το νερό κυλούσε στα τζάμια.

Ο δρόμος γυάλιζε.

Έμεινε ακίνητος.

Ύστερα φώναξε:

«Μπαμπά!»

Ο Δημήτρης εμφανίστηκε στην πόρτα.

«Καλημέρα, πρωταθλητή.»

Ο μικρός έδειξε το παράθυρο.

«Βρέχει.»

«Το βλέπω.»

«Θα ακυρωθεί;»

«Δεν ξέρω ακόμα.»

Ο Αντρέας χαμήλωσε το βλέμμα.

«Και αν δεν μπορώ να περπατήσω στη βροχή;»

Ο Δημήτρης κάθισε δίπλα του.

«Τότε θα κάνουμε αυτό που είναι ασφαλές για σένα.»

«Αλλά περίμενα τόσο καιρό…»

Ο πατέρας του χαμογέλασε.

«Το ξέρω.»

«Εσύ θέλεις να πάμε;»

Ο Δημήτρης σκέφτηκε για λίγο.

«Εγώ θέλω να κάνεις αυτό που θα σε κάνει χαρούμενο, χωρίς να βάλεις τον εαυτό σου σε κίνδυνο.»

Ο Αντρέας έμεινε σιωπηλός.

«Αν μας πουν ότι μπορούμε να συμμετάσχουμε, θα έρθεις μαζί μου;»

Ο πατέρας του γέλασε.

«Έχω ήδη ετοιμάσει το σακάκι μου.»

Ο μικρός χαμογέλασε.

Η Ελένη μπήκε στο δωμάτιο κρατώντας το λευκό πουκάμισο του γιου της.

«Λοιπόν, κύριοι, ας ετοιμαστούμε και θα δούμε τι θα γίνει.»

Ο Αντρέας φόρεσε το πουκάμισο.

Το σκούρο γιλέκο.

Το παντελόνι του.

Η μητέρα του τού ίσιωσε τον γιακά.

«Είσαι πανέμορφος.»

Ο μικρός κοκκίνισε.

«Μαμά…»

Ο Δημήτρης φόρεσε το σκούρο σακάκι του.

Έδεσε τη γαλάζια γραβάτα.

Ο Αντρέας τον κοίταξε.

«Γιατί ντύθηκες τόσο καλά;»

Ο πατέρας του χαμογέλασε.

«Επειδή σήμερα είναι μια σημαντική ημέρα.»

«Για μένα;»

«Για όλους μας.»

Λίγο αργότερα, ενημερώθηκαν ότι η παρέλαση θα πραγματοποιούνταν.

Οι υπεύθυνοι είχαν οργανώσει τη συμμετοχή του Αντρέα και ο ίδιος αισθανόταν έτοιμος να δοκιμάσει.

Όταν έφτασαν στο σημείο συγκέντρωσης, ο δρόμος ήταν γεμάτος κόσμο.

Παιδιά με στολές.

Σημαίες.

Γονείς με ομπρέλες.

Εκπαιδευτικοί που έδιναν οδηγίες.

Ο Αντρέας κρατούσε σφιχτά το χέρι του πατέρα του.

«Μπαμπά;»

«Ναι;»

«Νομίζω ότι φοβάμαι.»

Ο Δημήτρης έσκυψε.

«Κι εγώ λίγο.»

Ο μικρός τον κοίταξε έκπληκτος.

«Εσύ;»

«Φυσικά.»

«Γιατί;»

«Επειδή θέλω να περάσεις όμορφα.»

Ο Αντρέας χαμογέλασε αχνά.

«Θα με κρατάς;»

«Όσο το χρειάζεσαι.»

Η μουσική άρχισε.

Τα πρώτα τμήματα ξεκίνησαν.

Ο κόσμος χειροκροτούσε.

Η βροχή συνέχιζε να πέφτει.

Και τότε ήρθε η σειρά τους.

Ο Αντρέας κοίταξε μπροστά.

Έσφιξε το χέρι του πατέρα του.

«Πάμε;»

Ο Δημήτρης χαμογέλασε.

«Πάμε, αγόρι μου.»

Έκαναν το πρώτο βήμα.

Ύστερα το δεύτερο.

Και τότε ο Αντρέας άκουσε κάτι που δεν περίμενε.

Από το πεζοδρόμιο κάποιος φώναξε το όνομά του.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΣΤΟ ΜΕΡΟΣ 6…

ΜΕΡΟΣ 6 ➡️

⬅️ ΠΙΣΩ       



0 comments:

Post a Comment

Top Ad 728x90