ΜΕΡΟΣ 5 — «ΤΟ ΠΡΩΙ ΤΗΣ ΠΑΡΕΛΑΣΗΣ ΕΒΡΕΧΕ ΚΑΤΑΡΡΑΚΤΩΔΩΣ ΚΑΙ Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΤΟΝ ΡΩΤΗΣΕ ΑΝ ΘΑ ΜΕΙΝΟΥΝ ΣΠΙΤΙ — Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΟΥ ΤΟΥ ΕΔΩΣΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΕΡΙΜΕΝΕ»
Η ημέρα της παρέλασης έφτασε.
Ο Αντρέας ξύπνησε πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι.
Άνοιξε τα μάτια του.
Άκουσε τον ήχο της βροχής.
Σηκώθηκε προσεκτικά και κοίταξε έξω από το παράθυρο.
Ο ουρανός ήταν γκρίζος.
Το νερό κυλούσε στα τζάμια.
Ο δρόμος γυάλιζε.
Έμεινε ακίνητος.
Ύστερα φώναξε:
«Μπαμπά!»
Ο Δημήτρης εμφανίστηκε στην πόρτα.
«Καλημέρα, πρωταθλητή.»
Ο μικρός έδειξε το παράθυρο.
«Βρέχει.»
«Το βλέπω.»
«Θα ακυρωθεί;»
«Δεν ξέρω ακόμα.»
Ο Αντρέας χαμήλωσε το βλέμμα.
«Και αν δεν μπορώ να περπατήσω στη βροχή;»
Ο Δημήτρης κάθισε δίπλα του.
«Τότε θα κάνουμε αυτό που είναι ασφαλές για σένα.»
«Αλλά περίμενα τόσο καιρό…»
Ο πατέρας του χαμογέλασε.
«Το ξέρω.»
«Εσύ θέλεις να πάμε;»
Ο Δημήτρης σκέφτηκε για λίγο.
«Εγώ θέλω να κάνεις αυτό που θα σε κάνει χαρούμενο, χωρίς να βάλεις τον εαυτό σου σε κίνδυνο.»
Ο Αντρέας έμεινε σιωπηλός.
«Αν μας πουν ότι μπορούμε να συμμετάσχουμε, θα έρθεις μαζί μου;»
Ο πατέρας του γέλασε.
«Έχω ήδη ετοιμάσει το σακάκι μου.»
Ο μικρός χαμογέλασε.
Η Ελένη μπήκε στο δωμάτιο κρατώντας το λευκό πουκάμισο του γιου της.
«Λοιπόν, κύριοι, ας ετοιμαστούμε και θα δούμε τι θα γίνει.»
Ο Αντρέας φόρεσε το πουκάμισο.
Το σκούρο γιλέκο.
Το παντελόνι του.
Η μητέρα του τού ίσιωσε τον γιακά.
«Είσαι πανέμορφος.»
Ο μικρός κοκκίνισε.
«Μαμά…»
Ο Δημήτρης φόρεσε το σκούρο σακάκι του.
Έδεσε τη γαλάζια γραβάτα.
Ο Αντρέας τον κοίταξε.
«Γιατί ντύθηκες τόσο καλά;»
Ο πατέρας του χαμογέλασε.
«Επειδή σήμερα είναι μια σημαντική ημέρα.»
«Για μένα;»
«Για όλους μας.»
Λίγο αργότερα, ενημερώθηκαν ότι η παρέλαση θα πραγματοποιούνταν.
Οι υπεύθυνοι είχαν οργανώσει τη συμμετοχή του Αντρέα και ο ίδιος αισθανόταν έτοιμος να δοκιμάσει.
Όταν έφτασαν στο σημείο συγκέντρωσης, ο δρόμος ήταν γεμάτος κόσμο.
Παιδιά με στολές.
Σημαίες.
Γονείς με ομπρέλες.
Εκπαιδευτικοί που έδιναν οδηγίες.
Ο Αντρέας κρατούσε σφιχτά το χέρι του πατέρα του.
«Μπαμπά;»
«Ναι;»
«Νομίζω ότι φοβάμαι.»
Ο Δημήτρης έσκυψε.
«Κι εγώ λίγο.»
Ο μικρός τον κοίταξε έκπληκτος.
«Εσύ;»
«Φυσικά.»
«Γιατί;»
«Επειδή θέλω να περάσεις όμορφα.»
Ο Αντρέας χαμογέλασε αχνά.
«Θα με κρατάς;»
«Όσο το χρειάζεσαι.»
Η μουσική άρχισε.
Τα πρώτα τμήματα ξεκίνησαν.
Ο κόσμος χειροκροτούσε.
Η βροχή συνέχιζε να πέφτει.
Και τότε ήρθε η σειρά τους.
Ο Αντρέας κοίταξε μπροστά.
Έσφιξε το χέρι του πατέρα του.
«Πάμε;»
Ο Δημήτρης χαμογέλασε.
«Πάμε, αγόρι μου.»
Έκαναν το πρώτο βήμα.
Ύστερα το δεύτερο.
Και τότε ο Αντρέας άκουσε κάτι που δεν περίμενε.
Από το πεζοδρόμιο κάποιος φώναξε το όνομά του.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΣΤΟ ΜΕΡΟΣ 6…

0 comments:
Post a Comment