ΜΕΡΟΣ 4 — «ΒΡΗΚΑ ΤΟ ΕΓΓΡΑΦΟ ΠΟΥ ΕΙΧΑΝ ΚΡΥΨΕΙ ΓΙΑ 31 ΧΡΟΝΙΑ… ΚΑΙ ΟΤΑΝ ΕΙΔΑ ΤΗΝ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΔΙΠΛΑ ΣΤΗΝ ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΜΟΥ, ΚΑΤΑΛΑΒΑ ΟΤΙ ΚΑΤΙ ΤΡΟΜΕΡΟ ΕΙΧΕ ΣΥΜΒΕΙ»
«Ποιο έγγραφο;» ρώτησα την Έλενορ Πράις.
Η γυναίκα δίστασε.
«Δεν θέλω να συζητήσουμε λεπτομέρειες από το τηλέφωνο».
«Τριάντα ένα χρόνια περίμενα απαντήσεις. Δεν θα περιμένω άλλο».
«Το καταλαβαίνω».
«Όχι», της είπα. «Δεν νομίζω ότι το καταλαβαίνετε».
Η φωνή μου έτρεμε.
«Εσείς γυρίζατε στο σπίτι σας κάθε βράδυ. Εγώ γύριζα σε ένα άδειο δωμάτιο και αναρωτιόμουν αν το μωρό μου ήταν ζωντανό».
Δεν απάντησε αμέσως.
Ύστερα ψιθύρισε:
«Έχετε δίκιο».
Συμφωνήσαμε να συναντηθούμε παρουσία της δικηγόρου μου.
Ο Άντριαν ζήτησε να είναι κι εκείνος παρών.
«Δεν χρειάζεται να το αντιμετωπίσεις μόνη σου», μου είπε.
Τον κοίταξα.
Δεν είχε χρησιμοποιήσει ακόμη τη λέξη μαμά.
Αλλά η φροντίδα στη φωνή του ήταν κάτι που δεν τολμούσα να ελπίσω.
Η Έλενορ Πράις εμφανίστηκε στο γραφείο της δικηγόρου τρεις ημέρες αργότερα.
Ήταν ηλικιωμένη.
Κρατούσε έναν φάκελο με φθαρμένες άκρες.
Τα χέρια της έτρεμαν καθώς τον ακούμπησε στο τραπέζι.
«Δούλευα τότε στο γραφείο που χειρίστηκε την υπόθεση», άρχισε.
«Θυμάμαι την οικογένειά σας».
Την κοίταξα.
«Θυμάστε κι εμένα;»
Έγνεψε.
«Θυμάμαι μια πολύ νέα γυναίκα που έκλαιγε και έλεγε συνεχώς ότι ήθελε να κρατήσει το μωρό της».
Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα.
«Τότε γιατί δεν με βοηθήσατε;»
Η Έλενορ κατέβασε το κεφάλι.
«Αυτό είναι το ερώτημα που με βασανίζει».
Άνοιξε τον φάκελο.
Υπήρχαν φωτοαντίγραφα.
Σημειώσεις.
Εσωτερική αλληλογραφία.
Και ένα έντυπο με ημερομηνία αρκετές εβδομάδες πριν γεννήσω.
Το έσπρωξε προς το μέρος μου.
Στην τελευταία σελίδα υπήρχε μια υπογραφή.
Έμοιαζε με τη δική μου.
Αλλά κάτι ήταν λάθος.
Κοίταξα την ημερομηνία.
Εκείνη την ημέρα ήμουν ακόμη έγκυος.
Και δεν είχα βρεθεί ποτέ στο συγκεκριμένο γραφείο.
«Δεν το υπέγραψα αυτό», είπα.
Η δικηγόρος μου πήρε το έγγραφο.
«Είστε βέβαιη;»
«Απόλυτα».
Η Έλενορ έσφιξε τα χέρια της.
«Δεν μπορώ να αποδείξω ποιος έβαλε αυτή την υπογραφή», είπε. «Αλλά θυμάμαι ότι είχα επισημάνει πως δεν σας είχα δει να υπογράφετε παρουσία μου».
Ο Άντριαν κοίταξε το χαρτί.
«Και τι έγινε μετά;»
«Μου είπαν ότι η οικογένεια θα διευθετούσε το θέμα».
«Ποιος σας το είπε;»
Η Έλενορ δίστασε.
«Ο πατέρας της».
Ένιωσα την καρδιά μου να σφίγγεται.
Η δικηγόρος μάς εξήγησε ότι θα έπρεπε να γίνει επίσημος έλεγχος των πρωτότυπων εγγράφων.
Η ύπαρξη ενός ύποπτου φωτοαντιγράφου δεν αρκούσε για να αποδειχθεί πλαστογραφία.
Το καταλάβαινα.
Αλλά εκείνη τη στιγμή δεν σκεφτόμουν τη νομική διαδικασία.
Σκεφτόμουν τον πατέρα μου.
Τον άνθρωπο που με είχε κοιτάξει στα μάτια και μου είχε πει:
«Θα σε βοηθήσουμε να μεγαλώσεις το μωρό».
Και ύστερα με είχε οδηγήσει σε ένα νοσοκομειακό κρεβάτι, όπου μου είχε παρουσιάσει μια απόφαση σαν να μην είχα άλλη επιλογή.
Μετά τη συνάντηση, ο Άντριαν περπάτησε μαζί μου μέχρι το αυτοκίνητο.
«Πώς είσαι;» με ρώτησε.
Γέλασα πικρά.
«Δεν ξέρω».
«Δεν χρειάζεται να αποφασίσεις τώρα πώς θα νιώσεις».
Τον κοίταξα.
«Ξέρεις τι με πονάει περισσότερο;»
«Τι;»
«Ότι πίστευα πως με αγαπούσαν».
Ο Άντριαν έμεινε σιωπηλός.
«Ίσως να με αγαπούσαν με τον δικό τους τρόπο», συνέχισα. «Αλλά αποφάσισαν ότι η δική τους γνώμη είχε μεγαλύτερη σημασία από τη ζωή μου».
Ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό μου.
«Και από τη δική σου».
Ο Άντριαν άπλωσε το χέρι του.
Το κράτησα.
Εκείνο το απόγευμα επισκέφθηκα τη μητέρα μου.
Ο πατέρας μου είχε πεθάνει πριν από αρκετά χρόνια.
Δεν μπορούσα πια να του ζητήσω εξηγήσεις.
Αλλά η μητέρα μου ήταν εκεί.
Της έδειξα το έγγραφο.
Το πρόσωπό της χλώμιασε.
«Το έχεις δει ξανά;» τη ρώτησα.
Δεν απάντησε.
«Μαμά».
Άρχισε να κλαίει.
«Ο πατέρας σου μού είπε ότι ήταν μια τυπική διαδικασία».
«Ήξερες ότι υπήρχε υπογραφή στο όνομά μου;»
Έγνεψε αργά.
Ένιωσα να παγώνω.
«Και δεν μου το είπες;»
«Φοβόμουν».
«Τι φοβόσουν;»
«Ότι αν ερχόσουν σε σύγκρουση μαζί του, θα σε έδιωχνε από το σπίτι».
Την κοίταξα.
«Με άφησες να πιστεύω για τριάντα ένα χρόνια ότι εγώ είχα αποτύχει ως μητέρα».
Η μητέρα μου ξέσπασε σε λυγμούς.
«Συγγνώμη».
Αλλά αυτή τη φορά η συγγνώμη δεν μπορούσε να σβήσει όσα είχαν συμβεί.
Το ίδιο βράδυ ο Άντριαν μού τηλεφώνησε.
«Έχουμε νέα από το εργαστήριο».
Κράτησα την αναπνοή μου.
«Τα αποτελέσματα;»
«Ναι».
Δεν μπόρεσα να μιλήσω.
«Θέλεις να έρθω να τα διαβάσουμε μαζί;»
«Ναι».
Μισή ώρα αργότερα καθόμασταν στο σαλόνι μου.
Ο Άντριαν κρατούσε έναν σφραγισμένο φάκελο.
Τα χέρια μου έτρεμαν.
«Άνοιξέ τον», του είπα.
Έσκισε προσεκτικά το χαρτί.
Διάβασε.
Και ύστερα με κοίταξε.
Τα μάτια του είχαν γεμίσει δάκρυα.
«Δεν υπάρχει πια αμφιβολία», ψιθύρισε. «Είσαι η βιολογική μου μητέρα».
Έκρυψα το πρόσωπό μου στα χέρια μου.
Και τότε, για πρώτη φορά μετά από τριάντα ένα χρόνια, άκουσα τον γιο μου να μου κάνει μια ερώτηση που περίμενα μια ολόκληρη ζωή.
«Μπορώ να σε αγκαλιάσω;»
Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΜΕΡΟΣ 5 — Η ΠΡΩΤΗ ΑΓΚΑΛΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΓΙΟ ΜΟΥ ΜΕΤΑ ΑΠΟ 31 ΧΡΟΝΙΑ… ΚΑΙ Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΥ ΤΟΝ ΜΕΓΑΛΩΣΕ.

0 comments:
Post a Comment