ΜΕΡΟΣ 3 — ΠΑΡΑΔΩΣΑΜΕ ΤΟ ΑΝΑΠΗΡΙΚΟ ΑΜΑΞΙΔΙ ΣΤΗ ΜΑΓΙΑ… ΚΑΙ ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΤΗΣ ΕΚΑΝΕ ΟΛΗ ΤΗ ΘΥΣΙΑ ΝΑ ΑΞΙΖΕΙ
Το επόμενο απόγευμα, ο Τζούλιαν κι εγώ πήγαμε στον προμηθευτή ιατρικού εξοπλισμού για να παραλάβουμε το αμαξίδιο.
Από τη στιγμή που μπήκαμε στο κατάστημα, ο γιος μου δεν σταμάτησε να κάνει ερωτήσεις.
«Αυτοί οι τροχοί είναι πιο εύκολοι στις στροφές;»
«Μπορεί να ρυθμιστεί το ύψος;»
«Και αν η Μάγια κουραστεί, μπορεί κάποιος να τη βοηθήσει να αλλάξει θέση;»
Ο υπάλληλος απάντησε υπομονετικά σε κάθε ερώτηση και μας έδειξε πώς να ελέγχουμε τα φρένα, τις ρυθμίσεις και τα εξαρτήματα.
Παρατηρώντας τον Τζούλιαν, ένιωσα ένα μείγμα περηφάνιας και ανησυχίας. Είχε προετοιμαστεί τόσο σχολαστικά για να βοηθήσει τη συμμαθήτριά του, αλλά είχε ξεχάσει να ζητήσει βοήθεια από τους ανθρώπους που θα μπορούσαν να τον καθοδηγήσουν.
Όταν φορτώσαμε το αμαξίδιο στο αυτοκίνητο, με κοίταξε με ένα νευρικό χαμόγελο.
«Κι αν θυμώσει μαζί μου;»
«Γιατί να θυμώσει;»
«Επειδή μπορεί να μη θέλει να ξέρει όλο το σχολείο ότι χρειάζεται βοήθεια.»
Αυτή ήταν μια σκέψη που δεν είχα κάνει.
«Τότε θα της δώσουμε την επιλογή», του είπα. «Δεν θα την πιέσουμε να αντιδράσει με κάποιον συγκεκριμένο τρόπο. Το σημαντικό είναι να νιώσει ότι τη σεβόμαστε.»
Ο Τζούλιαν έγνεψε καταφατικά.
Οδηγήσαμε μέχρι το σπίτι της οικογένειας Λιν, στην οδό Όουκ. Ήταν ένα μικρό, περιποιημένο σπίτι με λουλούδια στην είσοδο και ένα ποδήλατο ακουμπισμένο δίπλα στον φράχτη.
Ο Τζούλιαν κατέβηκε από το αυτοκίνητο και στάθηκε μπροστά στην πόρτα.
«Έτοιμος;» τον ρώτησα.
«Όχι ακριβώς.»
Γέλασα απαλά.
«Ούτε εγώ. Αλλά θα τα καταφέρουμε.»
Χτύπησε το κουδούνι.
Η Μάγια εμφανίστηκε στην πόρτα καθισμένη στο παλιό της αμαξίδιο. Μόλις τον είδε, χαμογέλασε.
«Τζούλιαν! Τι κάνεις εδώ;»
«Σου έφερα κάτι.»
Η μητέρα της, η Τζίλιαν, εμφανίστηκε πίσω της και κοίταξε προς το αυτοκίνητο.
«Σάρα; Όλα καλά;»
«Ναι», απάντησα. «Ο Τζούλιαν ήθελε να σας δείξει κάτι.»
Ο γιος μου άνοιξε το πορτμπαγκάζ. Μαζί μεταφέραμε το κουτί στο εσωτερικό του σπιτιού.
Η Τζίλιαν διάβασε τις πληροφορίες στη συσκευασία και το πρόσωπό της άλλαξε.
«Περίμενε… αυτό είναι καινούργιο αναπηρικό αμαξίδιο;»
Ο Τζούλιαν έγνεψε.
«Είναι για τη Μάγια.»
Η γυναίκα με κοίταξε σαν να μην καταλάβαινε τι άκουγε.
«Μα αυτό κοστίζει πολύ. Δεν μπορώ να δεχτώ κάτι τέτοιο χωρίς να ξέρω τι συνέβη.»
Ο Τζούλιαν πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Πούλησα την κιθάρα μου για να το αγοράσω.»
Η Μάγια πάγωσε.
«Ποια κιθάρα;»
«Τη Fender μου.»
Το χαμόγελό της χάθηκε.
«Την κιθάρα που μου έλεγες συνέχεια ότι ήθελες από τότε που ήσουν μικρός;»
«Ναι.»
«Τζούλιαν, όχι! Γιατί το έκανες αυτό;»
Εκείνος κατέβασε το βλέμμα.
«Επειδή σε είδα να δυσκολεύεσαι. Δεν μου άρεσε που έπρεπε να περιμένεις βοήθεια κάθε φορά που κολλούσε ο τροχός σου. Και δεν ήθελα να νιώθεις ότι πρέπει να προσποιείσαι πως όλα είναι καλά.»
Η Μάγια κοίταξε το κουτί. Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα.
«Δεν ήθελα να στερηθείς κάτι τόσο σημαντικό εξαιτίας μου.»
«Δεν φταις εσύ», απάντησε αμέσως ο Τζούλιαν. «Εγώ το αποφάσισα.»
Η Τζίλιαν έφερε το χέρι στο στόμα της.
«Αυτό είναι απίστευτο», ψιθύρισε. «Αλλά, αγόρι μου, δεν έπρεπε να το κάνεις μόνος σου. Θα μπορούσαμε να είχαμε ζητήσει βοήθεια από το σχολείο ή από άλλους ανθρώπους.»
Ο Τζούλιαν την κοίταξε.
«Το ξέρω τώρα.»
Η απάντησή του ήταν τόσο ειλικρινής που η Τζίλιαν δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τα δάκρυά της. Τον αγκάλιασε απαλά.
«Σε ευχαριστώ που νοιάστηκες τόσο πολύ για την κόρη μου.»
Στη συνέχεια, οι γονείς της Μάγιας έλεγξαν το αμαξίδιο και τις ρυθμίσεις του, ακολουθώντας τις οδηγίες του προμηθευτή. Όταν όλα ήταν έτοιμα, η Μάγια κάθισε προσεκτικά και άρχισε να δοκιμάζει τις κινήσεις της.
Πρώτα γύρισε προς το τραπεζάκι.
Έπειτα κινήθηκε προς την κουζίνα.
Σταμάτησε, έκανε μια μικρή στροφή και επέστρεψε στο σαλόνι.
Το πρόσωπό της φωτίστηκε.
«Μαμά! Κοίτα πόσο εύκολα στρίβω!»
Η Τζίλιαν χαμογέλασε μέσα από τα δάκρυά της.
«Το βλέπω, αγάπη μου.»
Η Μάγια κινήθηκε ξανά προς τον Τζούλιαν.
«Είναι πραγματικά πολύ πιο εύκολο.»
Ο Τζούλιαν χαμογέλασε.
«Χαίρομαι.»
Για λίγη ώρα, τα δύο παιδιά συζητούσαν για το σχολείο, τα μαθήματα και τα τραγούδια που ήθελαν να ακούσουν. Η Μάγια του υποσχέθηκε ότι θα του έδειχνε την επόμενη μέρα πόσο πιο εύκολα θα μπορούσε να κινηθεί στους διαδρόμους.
Όταν ετοιμαστήκαμε να φύγουμε, η Τζίλιαν με κράτησε για λίγο στην είσοδο.
«Σάρα, ξέρω ότι αυτό δεν ήταν μικρή απόφαση για τον γιο σου. Θα βρούμε τρόπο να του επιστρέψουμε τα χρήματα.»
«Δεν θέλω να αισθάνεστε ότι χρωστάτε κάτι», της είπα. «Αλλά συμφωνώ ότι πρέπει να συζητήσουμε μαζί τους τρόπους με τους οποίους μπορούμε να βοηθήσουμε, χωρίς τα παιδιά να αναλαμβάνουν τέτοιες ευθύνες μόνα τους.»
Με κοίταξε ευγνώμονα.
«Θα ήθελα πολύ να το κάνουμε.»
Στο αυτοκίνητο, ο Τζούλιαν κοιτούσε έξω από το παράθυρο.
«Είσαι χαρούμενος;» τον ρώτησα.
«Ναι.»
«Σου λείπει η κιθάρα σου;»
Έμεινε σιωπηλός για λίγο.
«Μου λείπει. Αλλά δεν μετανιώνω.»
Τον κοίταξα και χαμογέλασα.
Εκείνο το βράδυ, κοιμήθηκα πιστεύοντας ότι είχαμε κάνει κάτι καλό. Πίστευα πως η ιστορία θα έμενε ανάμεσα στις δύο οικογένειες και πως, την επόμενη μέρα, ο Τζούλιαν θα επέστρεφε στο σχολείο όπως κάθε άλλο παιδί.
Όμως, στις 6:45 το επόμενο πρωί, ένα δυνατό χτύπημα στην πόρτα διέλυσε την ησυχία του σπιτιού.
Και όταν άνοιξα, δύο αστυνομικοί με περίμεναν στη βεράντα.
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 4…

0 comments:
Post a Comment