ΜΕΡΟΣ 2 — Η ΚΙΘΑΡΑ ΠΟΥ ΑΞΙΖΕ ΧΙΛΙΑ ΔΟΛΑΡΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΠΟΥ Ο ΓΙΟΣ ΜΟΥ ΚΡΥΒΕ ΕΔΩ ΚΑΙ ΤΡΕΙΣ ΜΕΡΕΣ
Εκείνο το βράδυ, αφού ο Τζούλιαν μού αποκάλυψε ότι είχε πουλήσει την κιθάρα του, κάθισα μαζί του στο δωμάτιό του για να μάθω ακριβώς τι είχε συμβεί.
Δεν ήθελα να τον κάνω να αισθανθεί ότι είχε κάνει κάτι κακό επειδή νοιάστηκε για μια συμμαθήτριά του. Ήθελα, όμως, να καταλάβω πώς ένα παιδί δεκατριών ετών είχε καταλήξει να παίρνει μόνο του μια τόσο σημαντική απόφαση.
«Θέλω να μου πεις τα πάντα από την αρχή», του είπα.
Ο Τζούλιαν κάθισε στην άκρη του κρεβατιού του. Κοίταξε την άδεια βάση της κιθάρας και πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Όλα άρχισαν την περασμένη εβδομάδα, όταν η Μάγια έμεινε πίσω στην αλλαγή της αίθουσας.»
Μου εξήγησε ότι εκείνη την ημέρα οι μαθητές έπρεπε να μετακινηθούν γρήγορα από την τάξη των μαθηματικών στο εργαστήριο φυσικών επιστημών. Οι περισσότεροι έφυγαν γελώντας και συζητώντας, αλλά η Μάγια έμεινε πίσω, επειδή ένας τροχός της καρέκλας της είχε μπλοκάρει.
Ο Τζούλιαν σταμάτησε να μαζεύει τα βιβλία του και πήγε να τη βοηθήσει.
«Δεν χρειάζεται», του είπε εκείνη, προσπαθώντας να ξεμπλοκάρει τον τροχό.
«Άσε με να δω.»
Έσκυψε και προσπάθησε να καταλάβει τι είχε συμβεί. Ο τροχός γύρισε για λίγο, αλλά κόλλησε ξανά.
Η Μάγια αναστέναξε.
«Το κάνει συνέχεια. Μερικές φορές πρέπει να περιμένω κάποιον να με βοηθήσει. Δεν πειράζει.»
Όμως, για τον Τζούλιαν, πείραζε.
Όχι επειδή η Μάγια δεν μπορούσε να τα καταφέρει μόνη της, αλλά επειδή ένα αντικείμενο που υποτίθεται ότι θα τη βοηθούσε να κινείται ελεύθερα είχε αρχίσει να της δημιουργεί ακόμη περισσότερα εμπόδια.
«Δεν ήταν μόνο οι τροχοί», συνέχισε. «Το κάθισμα την πονούσε και κάθε φορά που προσπαθούσε να στρίψει, η καρέκλα τραβούσε προς τη μία πλευρά.»
«Και σου είπε ότι δεν μπορούσε να αποκτήσει άλλη;»
«Δεν μου το είπε ακριβώς. Την άκουσα να μιλάει με τη φίλη της. Έλεγε ότι οι γονείς της προσπαθούσαν να βρουν χρήματα, αλλά είχαν ήδη τόσους λογαριασμούς που δεν ήξεραν τι να κάνουν.»
Τον κοίταξα προσεκτικά.
«Και τότε σκέφτηκες να πουλήσεις την κιθάρα σου.»
Έγνεψε καταφατικά.
Τρεις ημέρες νωρίτερα, είχε ανεβάσει μια αγγελία σε ένα τοπικό φόρουμ μουσικών. Έγραψε ότι πουλούσε τη Fender Stratocaster του, μαζί με τη θήκη της, και πρόσθεσε φωτογραφίες από διαφορετικές γωνίες.
Ένας άντρας ονόματι κύριος Κέλερ, που συμμετείχε στη μουσική ομάδα της εκκλησίας μας, επικοινώνησε μαζί του.
Του πρόσφερε χίλια δολάρια.
«Ήταν καλή τιμή;» τον ρώτησα.
«Ναι. Ο κύριος Κέλερ είπε ότι την ήθελε για τον ανιψιό του. Μου έδειξε ότι είχε μαζί του τα χρήματα και μου έδωσε την απόδειξη της πώλησης.»
«Σε ρώτησε αν είχες την άδειά μας;»
Ο Τζούλιαν χαμήλωσε το βλέμμα.
«Ναι.»
Ένιωσα την απογοήτευση να με κυριεύει.
«Και τι του είπες;»
«Του είπα ότι το είχα συζητήσει μαζί σας.»
Έκλεισα για λίγο τα μάτια μου.
«Τζούλιαν, αυτό δεν ήταν αλήθεια.»
«Το ξέρω, μαμά. Συγγνώμη.»
Δεν προσπάθησε να δικαιολογηθεί. Δεν έριξε την ευθύνη σε κανέναν άλλον. Αυτό, με έναν παράξενο τρόπο, έκανε την κατάσταση ακόμη πιο δύσκολη.
«Και τα χίλια δολάρια έφτασαν για το αμαξίδιο;» ρώτησα.
Ο Τζούλιαν σηκώθηκε, άνοιξε το συρτάρι του γραφείου του και έβγαλε ένα μικρό μεταλλικό κουτί.
Ήταν άδειο.
«Εδώ είχα τα χρήματα των γενεθλίων μου.»
«Πόσα είχες μαζέψει;»
«Διακόσια πενήντα δολάρια.»
Τον κοίταξα έκπληκτη.
«Και πού είναι τώρα;»
«Τα έδωσα κι αυτά.»
Έπειτα έδειξε προς το ράφι κάτω από την τηλεόρασή του.
Η κονσόλα παιχνιδιών του έλειπε. Το ίδιο και αρκετά παιχνίδια που είχε αγοράσει με τα χρήματά του.
«Πούλησα και αυτά», παραδέχτηκε. «Μου έλειπαν ακόμη χρήματα.»
Το συνολικό ποσό έφτανε περίπου τα χίλια τετρακόσια δολάρια, όσο κόστιζε το εξειδικευμένο αμαξίδιο που είχε βρει.
Είχε ψάξει στο διαδίκτυο, είχε συγκρίνει μοντέλα και είχε επικοινωνήσει με έναν προμηθευτή ιατρικού εξοπλισμού. Δεν είχε επιλέξει απλώς το πρώτο αμαξίδιο που βρήκε. Προσπαθούσε να βεβαιωθεί ότι θα ήταν ελαφρύ, κατάλληλο για τις ανάγκες της Μάγιας και αρκετά εύκολο στον χειρισμό.
«Δεν ήθελα να αγοράσω κάτι που δεν θα τη βοηθούσε», μου είπε.
Για μια στιγμή, δεν μπορούσα να μιλήσω.
Από τη μία πλευρά, έβλεπα ένα παιδί που είχε αποφασίσει να στερηθεί σχεδόν όλα όσα αγαπούσε για να βοηθήσει κάποιον άλλον. Από την άλλη, έβλεπα ένα παιδί που είχε κάνει σημαντικές οικονομικές συμφωνίες χωρίς να ενημερώσει τους γονείς του και είχε πει ψέματα σε έναν ενήλικα.
Έπρεπε να ισορροπήσω ανάμεσα στα δύο.
«Τζούλιαν, το να βοηθάς τους άλλους είναι κάτι υπέροχο. Αλλά δεν χρειάζεται να θυσιάζεις τα πάντα μόνος σου. Είμαστε οικογένεια. Θα μπορούσες να μας είχες μιλήσει.»
«Φοβήθηκα ότι δεν θα προλαβαίναμε να κάνουμε τίποτα.»
«Και αν είχες κάνει λάθος στην αγορά; Αν το αμαξίδιο δεν ήταν κατάλληλο; Αν κάποιος σε εξαπατούσε;»
Έμεινε σιωπηλός.
«Αυτές είναι οι στιγμές που χρειάζεσαι έναν ενήλικα δίπλα σου», του εξήγησα. «Όχι για να σου απαγορεύσει να κάνεις το καλό, αλλά για να σε βοηθήσει να το κάνεις με ασφάλεια.»
Έγνεψε καταφατικά.
Ύστερα έβγαλε από την τσέπη του μια απόδειξη.
«Το αμαξίδιο είναι έτοιμο. Μπορούμε να πάμε αύριο να το πάρουμε;»
Τον κοίταξα.
«Θέλεις να της το δώσεις αύριο;»
«Ναι. Δεν θέλω να περιμένει άλλο.»
Έσφιξα την απόδειξη στα χέρια μου.
«Εντάξει. Θα πάμε μαζί.»
Ο Τζούλιαν χαμογέλασε για πρώτη φορά εκείνο το βράδυ.
Κι εγώ πίστεψα ότι, παρά το λάθος του, είχαμε βρει έναν τρόπο να διορθώσουμε την κατάσταση.
Δεν ήξερα ότι, λίγες ώρες αργότερα, η ίδια η πράξη του θα έφτανε σε ανθρώπους που δεν είχαμε καν γνωρίσει.
Και δεν ήξερα ότι ένας από αυτούς θα στεκόταν σύντομα έξω από το σπίτι μας, φορώντας αστυνομική στολή.
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 3…

0 comments:
Post a Comment