ΜΕΡΟΣ 3 – Η ΜΗΤΕΡΑ ΠΟΥ Ο ΤΖΑΚ ΠΙΣΤΕΥΕ ΟΤΙ ΤΟΝ ΕΙΧΕ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΕΙ
Το όνομα της γυναίκας που αναζητούσαμε ήταν Έβελιν.
Ήταν η βιολογική μητέρα του Τζακ και του Ντάνιελ.
Για δεκαετίες, ο Τζακ πίστευε ότι εκείνη είχε επιλέξει να τον εγκαταλείψει. Η ανάμνηση που κουβαλούσε από την παιδική του ηλικία ήταν θολή: μια γυναίκα που έκλαιγε, μια πόρτα που έκλεινε και μια υπόσχεση ότι θα επέστρεφε σύντομα.
Δεν επέστρεψε ποτέ.
Τουλάχιστον, έτσι πίστευε εκείνος.
Η Μάρα μού εξήγησε ότι ο Τζακ είχε περάσει χρόνια προσπαθώντας να βρει πληροφορίες για τη μητέρα του, αλλά τα παλιά αρχεία ήταν ελλιπή. Κάθε φορά που πλησίαζε σε μια απάντηση, εμφανιζόταν ένα νέο εμπόδιο.
«Ο Τζακ δεν ήθελε να σας φορτώσει με το παρελθόν του», είπε. «Όταν μάθαμε ότι είχε καρκίνο, άρχισε να φοβάται ότι θα πέθαινε χωρίς να μάθει ποτέ τι είχε συμβεί».
«Πώς γνωριστήκατε εσείς;» τη ρώτησα.
Η Μάρα πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Εργάζομαι σε μια υπηρεσία που βοηθά ανθρώπους να αναζητούν βιολογικούς συγγενείς. Ο Τζακ επικοινώνησε μαζί μας όταν έλαβε τα πρώτα έγγραφα για τον αδελφό του. Αργότερα, όταν βρήκαμε τον Ίθαν, μου ζήτησε να τον βοηθήσω να επικοινωνήσει με τη θετή του μητέρα».
«Και γιατί ερχόσασταν στο νοσοκομείο;»
«Επειδή ο Τζακ ήθελε να μάθει αν θα μπορούσε να εξασφαλίσει ένα ασφαλές μέλλον για τον Ίθαν. Ήξερε ότι η υγεία του χειροτέρευε. Δεν ήθελε το παιδί να μεγαλώσει με την αίσθηση ότι είχε χάσει άλλη μια οικογένεια».
Ένιωσα την καρδιά μου να πονά.
Ο άντρας μου, ενώ πάλευε να αναπνεύσει και να αντέξει τους πόνους του, προσπαθούσε να βοηθήσει ένα παιδί που δεν είχε γνωρίσει ποτέ.
Κι εγώ, που βρισκόμουν δίπλα του σχεδόν κάθε μέρα, δεν είχα καταλάβει τίποτα.
«Θα μπορούσε να μου το είχε πει», ψιθύρισα.
«Ναι», απάντησε η Μάρα. «Θα μπορούσε».
Δεν προσπάθησε να τον δικαιολογήσει.
Αυτό, παράξενα, με έκανε να την εμπιστευτώ λίγο περισσότερο.
Το επόμενο πρωί πήγα στο γραφείο που αναφερόταν στα έγγραφα του Τζακ. Εκεί συναντήσαμε μια γυναίκα που είχε ασχοληθεί με παλιές υποθέσεις οικογενειακής επανένωσης.
Αφού εξέτασε τα έγγραφα, μας είπε ότι υπήρχε μια πιθανή διεύθυνση για την Έβελιν.
«Δεν μπορούμε να εγγυηθούμε ότι τα στοιχεία είναι ακόμη σωστά», μας προειδοποίησε. «Έχουν περάσει πολλά χρόνια».
Η διεύθυνση οδηγούσε σε μια μικρή πόλη, περίπου δύο ώρες μακριά.
Δεν είχα τη δύναμη να ταξιδέψω μόνη μου, αλλά δεν μπορούσα και να περιμένω άλλο.
Η Μάρα προσφέρθηκε να με συνοδεύσει.
Πριν φύγουμε, άφησα την Έμιλι στη μητέρα μου και της εξήγησα ότι θα επέστρεφα το ίδιο βράδυ.
«Θα βρεις τη γιαγιά του μπαμπά;» με ρώτησε.
Σταμάτησα.
Δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι η Έμιλι είχε ακούσει τη συζήτησή μου με τη Μάρα.
«Θα προσπαθήσω, αγάπη μου».
«Αν τη βρεις, πες της ότι ο μπαμπάς μου ήταν καλός».
Έσκυψα και την αγκάλιασα σφιχτά.
«Θα της το πω».
Το σπίτι βρισκόταν σε έναν ήσυχο δρόμο, με ξεθωριασμένους τοίχους και μια μικρή αυλή. Χτυπήσαμε το κουδούνι δύο φορές.
Καμία απάντηση.
Την τρίτη φορά, ακούστηκαν αργά βήματα.
Η πόρτα άνοιξε και εμφανίστηκε μια ηλικιωμένη γυναίκα με λευκά μαλλιά και κουρασμένα μάτια.
«Ναι;» ρώτησε.
Η Μάρα έκανε ένα βήμα μπροστά.
«Ψάχνουμε την Έβελιν Κάρτερ».
Η γυναίκα έσφιξε το χερούλι της πόρτας.
«Ποια τη ζητά;»
Έβγαλα από την τσάντα μου τη φωτογραφία των δύο μικρών αγοριών.
«Ονομάζομαι Κλερ. Ήμουν η σύζυγος του Τζακ».
Το πρόσωπό της άσπρισε.
Κοίταξε τη φωτογραφία και ύστερα εμένα.
Τα χείλη της άρχισαν να τρέμουν.
«Ο Τζακ…;»
«Πέθανε πριν από λίγες εβδομάδες».
Η γυναίκα έφερε το χέρι στο στόμα της και λύγισε.
«Όχι… Όχι, όχι…»
Την κρατήσαμε για να μην πέσει.
Όταν συνήλθε, μας οδήγησε μέσα.
Καθίσαμε σε ένα μικρό δωμάτιο γεμάτο βιβλία και παλιές φωτογραφίες. Πάνω στο τραπέζι υπήρχε μια κορνίζα με δύο αγόρια.
Ήταν η ίδια φωτογραφία.
«Είστε η Έβελιν;» τη ρώτησα.
Έγνεψε αργά.
«Ναι».
Η φωνή μου κόπηκε.
«Ο Τζακ πέρασε όλη του τη ζωή πιστεύοντας ότι τον εγκαταλείψατε».
Η Έβελιν έκλεισε τα μάτια.
«Το ξέρω».
«Τότε γιατί δεν τον αναζητήσατε;»
Η ηλικιωμένη γυναίκα άρχισε να κλαίει.
«Γιατί πίστευα ότι ήταν καλύτερα χωρίς εμένα».
Η απάντησή της με εξόργισε.
«Καλύτερα; Ένα παιδί που μεγαλώνει πιστεύοντας ότι η μητέρα του δεν το ήθελε;»
«Δεν ήταν τόσο απλό».
«Τίποτα δεν είναι απλό όταν πρόκειται για παιδιά!»
Η Έβελιν έσκυψε το κεφάλι.
«Ήμουν είκοσι δύο ετών όταν γεννήθηκε ο Ντάνιελ. Ο πατέρας τους ήταν βίαιος και εξαφανιζόταν για μέρες. Όταν γεννήθηκε ο Τζακ, δεν είχα χρήματα, σπίτι ή κάποιον να με βοηθήσει. Προσπάθησα να κρατήσω τα παιδιά μου κοντά μου, αλλά η κατάσταση έγινε επικίνδυνη».
«Και τα αφήσατε;»
«Μου είπαν ότι θα ήταν προσωρινό. Ότι θα τα έβαζαν σε ασφαλή σπίτια μέχρι να σταθώ ξανά στα πόδια μου. Μου υποσχέθηκαν ότι θα μπορούσα να τα βλέπω».
Η φωνή της έσπασε.
«Στην αρχή έστελνα γράμματα. Μετά άλλαξαν οι διευθύνσεις, χάθηκαν τα έγγραφα, και κάποιος μου είπε ότι ο Τζακ δεν ήθελε να με ξαναδεί».
«Ποιος σας το είπε;»
Η Έβελιν άνοιξε τα μάτια της.
«Ένας άντρας που είχε αναλάβει την υπόθεσή μας».
«Ποιος άντρας;»
Η ηλικιωμένη γυναίκα σηκώθηκε με δυσκολία και πήγε σε ένα συρτάρι.
Έβγαλε ένα παλιό κουτί γεμάτο επιστολές.
«Κράτησα όλα όσα είχα. Δεν ξέρω αν θα σας βοηθήσουν».
Άνοιξα το κουτί.
Τα περισσότερα γράμματα ήταν παλιά, με ημερομηνίες που έφταναν δεκαετίες πίσω. Κάποια είχαν επιστραφεί χωρίς να ανοιχτούν. Άλλα έφεραν σφραγίδες υπηρεσιών που είχαν κλείσει εδώ και χρόνια.
Και τότε είδα ένα γράμμα με το όνομα του Τζακ.
Η ημερομηνία ήταν από τότε που εκείνος ήταν μόλις δεκαέξι ετών.
Το άνοιξα προσεκτικά.
Μέσα υπήρχαν μόνο λίγες γραμμές.
«Αγαπημένε μου Τζακ, δεν σε ξέχασα ποτέ. Δεν πέρασε ούτε μία μέρα χωρίς να σκέφτομαι εσένα και τον αδελφό σου. Αν κάποτε μάθεις την αλήθεια, σε παρακαλώ, μη με μισήσεις πριν ακούσεις όσα πραγματικά συνέβησαν».
Το γράμμα δεν είχε φτάσει ποτέ στον Τζακ.
Στο κάτω μέρος υπήρχε ένα όνομα.
Ρίτσαρντ Χέιλ.
Η Έβελιν το είδε και άρχισε να τρέμει.
«Αυτός ήταν ο άνθρωπος που μου έλεγε ότι τα παιδιά δεν ήθελαν να με δουν».
«Ποιος ήταν;» ρώτησε η Μάρα.
Η Έβελιν μας κοίταξε με μάτια γεμάτα φόβο.
«Ο υπεύθυνος που χειριζόταν την υπόθεσή μας τότε. Ήταν ο άνθρωπος που υποτίθεται ότι θα μας βοηθούσε να ξανασμίξουμε».
Ένιωσα το αίμα να παγώνει στις φλέβες μου.
Για δεκαετίες, μια οικογένεια πίστευε ότι είχε εγκαταλειφθεί από τα ίδια της τα μέλη.
Κι ίσως κάποιος να είχε φροντίσει να μην ξαναβρεθούν ποτέ.
Όμως η Έβελιν δεν είχε τελειώσει.
Πήρε ένα δεύτερο γράμμα από το κουτί και μου το έδωσε.
«Υπάρχει κάτι ακόμη που πρέπει να ξέρετε», είπε.
Στο γράμμα, ο Ρίτσαρντ Χέιλ έγραφε ότι είχε συναντήσει τον Ντάνιελ λίγο πριν εκείνος πεθάνει.
Και σύμφωνα με την Έβελιν, ο Ντάνιελ είχε ανακαλύψει κάτι που τον είχε τρομοκρατήσει.
Κάτι που αφορούσε την κληρονομιά της οικογένειάς τους.
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 4…

0 comments:
Post a Comment