ΜΕΡΟΣ 3 — «Η ΠΡΩΗΝ ΝΟΣΗΛΕΥΤΡΙΑ ΜΟΥ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕ ΤΙ ΕΙΧΕ ΨΙΘΥΡΙΣΕΙ Ο ΑΔΕΛΦΟΣ ΜΟΥ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙ — ΚΑΙ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΠΟΥ ΑΚΟΥΣΑ ΗΤΑΝ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΑ»
Η Κάρολ Μπένετ καθόταν απέναντί μου.
Ο φάκελος βρισκόταν πάνω στο τραπέζι.
Τα χέρια της έτρεμαν.
«Γιατί έρχεστε τώρα;» τη ρώτησα.
Με κοίταξε.
«Επειδή κάποιος με βρήκε πριν από τρεις εβδομάδες».
«Ποιος;»
«Ο σύζυγός σας».
Ένιωσα ένα ρίγος να διαπερνά το σώμα μου.
«Ο Τζούλιαν;»
«Ναι».
«Γιατί;»
Η γυναίκα χαμήλωσε το βλέμμα.
«Επειδή ήθελε να μάθει αν θυμόμουν ακόμα τι είχε συμβεί εκείνη τη νύχτα».
Η Κάρολ μού εξήγησε ότι εργαζόταν στα επείγοντα του Σεντ Μέρι.
Θυμόταν τον Ντάνιελ.
«Ήταν πολύ νέος», είπε.
«Το ξέρω».
«Και όταν τον έφεραν, είχε ακόμα τις αισθήσεις του για λίγα λεπτά».
Ένιωσα την καρδιά μου να χτυπά δυνατά.
«Τι είπε;»
Η Κάρολ πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Επαναλάμβανε ένα όνομα».
«Ποιο;»
Με κοίταξε.
«Τζούλιαν».
Ο κόσμος γύρω μου έμοιαζε να σταματά.
«Όχι».
Η γυναίκα δεν απάντησε.
«Αποκλείεται».
«Δεν ξέρω τι ακριβώς εννοούσε», είπε προσεκτικά.
«Μπορεί να ζητούσε τον φίλο του. Μπορεί να προσπαθούσε να μας πει κάτι άλλο».
Την κοίταξα.
«Και γιατί δεν μου το είπατε τότε;»
Η Κάρολ χαμήλωσε τα μάτια.
«Επειδή όταν έφτασα να σας μιλήσω, ο σύζυγός σας βρισκόταν ήδη εκεί».
«Και;»
«Του είπα τι είχε ακουστεί».
Ένιωσα τα δάχτυλά μου να παγώνουν.
«Τι σας απάντησε;»
«Ότι ο Ντάνιελ τον θεωρούσε αδελφό του και πιθανότατα τον ζητούσε επειδή φοβόταν».
Αυτό ακουγόταν λογικό.
Τρομακτικά λογικό.
«Και τον πιστέψατε;»
Η Κάρολ αναστέναξε.
«Τότε, ναι».
Άνοιξε τον φάκελο.
Μέσα υπήρχε ένα αντίγραφο παλιάς καταγραφής συμβάντος.
«Αυτό είναι από το αρχείο μου», είπε.
«Δεν είναι πλήρης ιατρικός φάκελος. Είναι οι προσωπικές σημειώσεις που κράτησα εκείνη τη νύχτα».
Διάβασα τις πρώτες γραμμές.
Ώρα άφιξης.
Κατάσταση ασθενούς.
Σύντομη περιγραφή.
Και στο τέλος:
«Ασθενής επαναλαμβάνει: Τζούλιαν… το αυτοκίνητο…»
Σήκωσα το κεφάλι.
«Το αυτοκίνητο;»
Η Κάρολ έγνεψε.
«Αυτές ήταν οι λέξεις που άκουσα».
«Γιατί δεν το ανέφεραν στην αστυνομία;»
«Δεν ξέρω τι ακριβώς καταγράφηκε τότε. Οι σημειώσεις μου δεν αποδεικνύουν ποιος οδηγούσε».
Έσφιξα το χαρτί.
Ήθελα να ουρλιάξω.
Αλλά δεν μπορούσα.
«Τι σας είπε ο Τζούλιαν πριν από τρεις εβδομάδες;»
Η Κάρολ με κοίταξε.
«Με ρώτησε αν υπήρχε κάποιο παλιό έγγραφο».
«Και;»
«Του είπα ότι είχα μόνο τις σημειώσεις μου».
«Τι έκανε;»
«Έδειχνε αναστατωμένος. Μου είπε ότι ήθελε να διορθώσει ένα λάθος».
Ένιωσα την αναπνοή μου να κόβεται.
«Ποιο λάθος;»
«Δεν μου εξήγησε».
Τότε θυμήθηκα κάτι.
Ο Τζούλιαν είχε αρχίσει να συμπεριφέρεται διαφορετικά τον τελευταίο μήνα.
Ξυπνούσε μέσα στη νύχτα.
Έμενε καθισμένος στο σκοτάδι.
Μια φορά τον είχα βρει στο σαλόνι να κοιτάζει μια παλιά φωτογραφία του Ντάνιελ.
Όταν με είδε, την έκρυψε.
«Όλα καλά;» τον είχα ρωτήσει.
«Ναι».
«Γιατί είσαι ξύπνιος;»
«Δεν μπορούσα να κοιμηθώ».
Τώρα αναρωτιόμουν τι πραγματικά τον κρατούσε ξύπνιο.
Η Κάρολ σηκώθηκε.
«Πρέπει να φύγω».
Την κοίταξα.
«Γιατί ήρθατε σε εμένα;»
Τα μάτια της γέμισαν.
«Επειδή ο αδελφός σας ήταν δεκαεννέα χρονών. Και επί δεκατέσσερα χρόνια αναρωτιόμουν αν κάποιος άκουσε πραγματικά τις τελευταίες του λέξεις».
Πριν φύγει, στάθηκε στην πόρτα.
«Έμιλι, υπάρχει κάτι ακόμα».
Γύρισα.
«Τι;»
«Ο Τζούλιαν δεν ήταν ο μόνος που με αναζήτησε».
Η καρδιά μου χτύπησε δυνατά.
«Ποιος άλλος;»
«Ένας άντρας που συστήθηκε ως παλιός φίλος του Ντάνιελ».
«Όνομα;»
«Μάρκους Ριντ».
Το όνομα μου ήταν άγνωστο.
Η Κάρολ συνέχισε:
«Μου είπε ότι είχε δει το τροχαίο».
Έμεινα ακίνητη.
«Υπήρχε μάρτυρας;»
«Έτσι ισχυρίστηκε».
«Και γιατί δεν εμφανίστηκε τότε;»
Η γυναίκα με κοίταξε σοβαρά.
«Επειδή, όπως μου είπε, φοβόταν τον άνθρωπο που οδηγούσε».
Μόλις έφυγε, πήρα το κινητό μου.
Πληκτρολόγησα το όνομα.
Μάρκους Ριντ.
Βρήκα ένα παλιό άρθρο.
Ένα τροχαίο.
Έναν νεαρό άντρα που είχε τραυματιστεί.
Και μια φωτογραφία.
Στην εικόνα, δίπλα στον Μάρκους, στεκόταν ο Τζούλιαν.
Και πίσω τους…
Ο Ντάνιελ.
Οι τρεις τους γνωρίζονταν.
Και εγώ δεν είχα ακούσει ποτέ το όνομα Μάρκους.
Τότε χτύπησε το τηλέφωνό μου.
Ήταν ο Τζούλιαν.
Απάντησα.
«Έμιλι;»
Η φωνή του ήταν βραχνή.
«Ναι».
«Βρήκες το κινητό μου;»
Κοίταξα τη συσκευή πάνω στο τραπέζι.
«Ναι».
Σιωπή.
«Ποιος το είχε;»
«Ένας άντρας που το βρήκε».
Άκουσα την αναπνοή του να αλλάζει.
«Σου είπε πού;»
Δεν απάντησα αμέσως.
«Στο Σεντ Μέρι».
Ακολούθησε μια τόσο μεγάλη σιωπή, που νόμιζα ότι είχε κλείσει.
Ύστερα ο Τζούλιαν ψιθύρισε:
«Έμιλι… ό,τι κι αν σου πουν σήμερα, σε παρακαλώ, μην πας να συναντήσεις τον Μάρκους».
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΣΤΟ ΜΕΡΟΣ 4…

0 comments:
Post a Comment