ΜΕΡΟΣ 3 — ΤΟ ΠΟΣΟ ΠΟΥ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΤΟΥ ΞΕΠΛΗΡΩΣΕΙ ΟΛΑ ΤΑ ΧΡΕΗ ΤΟΝ ΕΚΑΝΕ ΝΑ ΤΡΕΜΕΙ… ΚΑΙ Η ΝΟΡΑ ΠΙΣΤΕΨΕ ΟΤΙ Η ΑΔΕΛΦΗ ΤΗΣ ΕΙΧΕ ΠΕΣΕΙ ΘΥΜΑ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ!
Ο Λούκας δεν θυμόταν πώς έφτασε στο αυτοκίνητό του.
Θυμόταν μόνο τη φωνή της Νόρα, το βλέμμα της και το κουτί που κρατούσε ακόμη στα χέρια του.
Μπήκε στο αυτοκίνητο και το άφησε στο κάθισμα του συνοδηγού. Έπειτα έμεινε ακίνητος, κοιτάζοντας το τιμόνι.
Το ποσό της κληρονομιάς ήταν σχεδόν απίστευτο.
Για χρόνια, τα φοιτητικά του δάνεια είχαν καθορίσει κάθε οικονομική απόφαση. Δεν αγόραζε τίποτα χωρίς να υπολογίζει αν μπορούσε να το αντέξει. Δεν έκανε διακοπές. Δεν επέτρεπε στον εαυτό του να σκεφτεί σοβαρά την αγορά ενός σπιτιού.
Τώρα, ένα έγγραφο έλεγε ότι όλα αυτά θα μπορούσαν να τελειώσουν.
Και αυτή ακριβώς η σκέψη τον έκανε να αισθάνεται ένοχος.
Αν δεχόταν τα χρήματα, θα μπορούσε να ελευθερωθεί από ένα βάρος που τον ακολουθούσε από τα φοιτητικά του χρόνια. Αν τα αρνιόταν, θα συνέχιζε να πληρώνει για χρόνια.
Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό.
Η Νόρα είχε δίκιο σε ένα πράγμα: η εικόνα ήταν τρομερή.
Ένας γιατρός παντρεύτηκε την ασθενή του. Εκείνη πέθανε. Μετά την κηδεία, αποκαλύφθηκε ότι του είχε αφήσει μια περιουσία.
Όποιος άκουγε την ιστορία χωρίς να γνωρίζει τις λεπτομέρειες θα μπορούσε εύκολα να βγάλει το χειρότερο συμπέρασμα.
Ο Λούκας επέστρεψε στο σπίτι του και άφησε το κουτί πάνω στο τραπέζι.
Δεν άνοιξε αμέσως το σημείωμα.
Πέρασε αρκετή ώρα κοιτάζοντας το έγγραφο του δικηγόρου, μέχρι που τελικά άνοιξε τον υπολογιστή του και μπήκε στον λογαριασμό των φοιτητικών του δανείων.
Έγραψε το ποσό της κληρονομιάς στην αριθμομηχανή.
Το αποτέλεσμα ήταν απλό.
Μηδενικό υπόλοιπο.
Δεν θα χρειαζόταν να ξαναδεί ειδοποίηση πληρωμής. Δεν θα έπρεπε να ανησυχεί για τους τόκους. Δεν θα περνούσε άλλα δέκα ή δεκαπέντε χρόνια προσπαθώντας να εξοφλήσει το κόστος των σπουδών του.
Για μια στιγμή, φαντάστηκε τον εαυτό του να κάθεται με τους γονείς του σε ένα εστιατόριο, να παραγγέλνει χωρίς να υπολογίζει κάθε ευρώ και να τους λέει ότι επιτέλους μπορούσε να αναπνεύσει.
Ύστερα έκλεισε τον υπολογιστή.
«Όχι», ψιθύρισε.
Δεν ήθελε τα χρήματα να γίνουν η απόδειξη μιας πρόθεσης που δεν είχε ποτέ.
Το επόμενο πρωί τηλεφώνησε στον δικηγόρο που αναφερόταν στο έγγραφο.
«Θέλω να αρνηθώ την κληρονομιά.»
Ο δικηγόρος εξεπλάγη.
«Έχετε διαβάσει προσεκτικά τους όρους;»
«Ναι.»
«Γνωρίζετε ότι πρόκειται για σημαντικό ποσό;»
«Το γνωρίζω.»
«Και είστε βέβαιος ότι αυτή είναι η τελική σας απόφαση;»
Ο Λούκας κοίταξε το κουτί.
«Δεν θέλω να υπάρχει καμία αμφιβολία ότι τα χρήματα δεν ήταν ο λόγος που συμφώνησα να παντρευτώ την Αλίσια.»
Ο δικηγόρος τού εξήγησε τη διαδικασία και συμφώνησε να του στείλει τα απαραίτητα έγγραφα.
Αμέσως μετά, ο Λούκας κάλεσε τη Νόρα.
«Αρνήθηκα την κληρονομιά.»
Η απάντησή της ήταν ψυχρή.
«Αυτό δεν αποδεικνύει τίποτα.»
«Δεν σου τηλεφωνώ για να σε αναγκάσω να με πιστέψεις. Θέλω μόνο να ξέρεις τι έκανα.»
«Η αδελφή μου είναι νεκρή, Λούκας. Δεν μπορώ να τη ρωτήσω γιατί σου άφησε τα χρήματα. Δεν μπορώ να τη ρωτήσω αν γνώριζε τι θα συνέβαινε. Και δεν μπορώ να πάρω πίσω όσα έγιναν.»
«Το ξέρω.»
«Όχι. Δεν νομίζω ότι το ξέρεις.»
Η φωνή της έσπασε.
«Εσύ θα συνεχίσεις τη ζωή σου. Θα πληρώσεις τα χρέη σου ή δεν θα τα πληρώσεις. Θα βρεις άλλη δουλειά, θα γνωρίσεις άλλους ανθρώπους. Εγώ όμως έχασα την αδελφή μου. Και τώρα πρέπει να αναρωτιέμαι αν κάποιος εκμεταλλεύτηκε την τελευταία της επιθυμία.»
Ο Λούκας έκλεισε τα μάτια.
«Δεν την εκμεταλλεύτηκα.»
«Δεν μπορώ να το ξέρω αυτό.»
Και έκλεισε το τηλέφωνο.
Λίγο αργότερα, ο Λούκας έφτασε στο νοσοκομείο. Πίστευε ότι η άρνηση της κληρονομιάς θα έδειχνε πως δεν είχε οικονομικό κίνητρο.
Όμως ο Δρ. Πατέλ τον περίμενε ήδη στον διάδρομο.
«Πρέπει να παραδώσεις το σήμα σου.»
«Γιατί;»
«Έχει υποβληθεί καταγγελία. Η διοίκηση θα εξετάσει την υπόθεση και, μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία, δεν θα έχεις κλινικά καθήκοντα.»
Ο Λούκας ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται.
«Έχω αρνηθεί τα χρήματα.»
«Το γνωρίζω. Θα εξετάσουμε και αυτό. Αλλά το ζήτημα δεν είναι μόνο η κληρονομιά.»
«Τότε τι άλλο είναι;»
Ο Πατέλ τον κοίταξε σοβαρά.
«Είσαι γιατρός, Λούκας. Η Αλίσια ήταν ασθενής σου. Ακόμη κι αν είχες τις καλύτερες προθέσεις, έπρεπε να σκεφτείς τις επαγγελματικές σου υποχρεώσεις πριν συμφωνήσεις.»
Ο Λούκας έμεινε σιωπηλός.
Για πρώτη φορά, κάποιος τού έλεγε ξεκάθαρα αυτό που ο ίδιος προσπαθούσε να αποφύγει.
Το πρόβλημα δεν ήταν μόνο ότι η Νόρα τον υποψιαζόταν.
Το πρόβλημα ήταν ότι είχε πάρει μια σοβαρή απόφαση χωρίς να ζητήσει καθοδήγηση, επειδή πίστευε πως η επιθυμία της Αλίσιας και η δική του καλή πρόθεση αρκούσαν.
Ξεκούμπωσε το σήμα του και το παρέδωσε.
Καθώς έβγαινε από το νοσοκομείο, κοίταξε πίσω προς την ογκολογική κλινική.
Είχε περάσει χρόνια προσπαθώντας να φτάσει εκεί.
Και τώρα δεν ήξερε αν θα του επέτρεπαν ποτέ να επιστρέψει.
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 4…

0 comments:
Post a Comment