ΜΕΡΟΣ 3 — «Η ΝΕΑΡΗ ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ ΕΦΕΡΝΕ ΦΑΓΗΤΟ ΚΑΘΕ ΒΡΑΔΥ, ΑΛΛΑ Ο 101ΧΡΟΝΟΣ ΔΕΝ ΗΞΕΡΕ ΟΤΙ ΕΚΕΙΝΗ ΕΜΕΝΕ ΝΗΣΤΙΚΗ — ΟΤΑΝ ΤΟ ΑΝΑΚΑΛΥΨΕ, ΠΗΡΕ ΜΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗ ΠΟΥ ΘΑ ΤΟΝ ΟΔΗΓΟΥΣΕ ΣΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ»
Ο χειμώνας εκείνης της χρονιάς ήταν ιδιαίτερα σκληρός.
Το χιόνι είχε καλύψει τους δρόμους.
Οι θερμοκρασίες έπεφταν κάτω από το μηδέν.
Και ο Γουόλτερ περνούσε τις περισσότερες ημέρες μόνος του.
Από τότε που είχε χάσει τη σύζυγό του, τη Ρουθ, η ζωή του είχε γίνει μια ατελείωτη σειρά από ήσυχες ημέρες.
Ξυπνούσε.
Έφτιαχνε λίγο τσάι.
Καθόταν στην πολυθρόνα του.
Κοιτούσε τις παλιές φωτογραφίες στον τοίχο.
Και περίμενε να περάσει η ώρα.
Μερικές φορές δεν μαγείρευε καθόλου.
Άλλες φορές έτρωγε μόνο λίγο ψωμί.
Δεν ήθελε να ενοχλεί κανέναν.
Μια ημέρα αρρώστησε.
Ο πυρετός τον εξάντλησε.
Τα πόδια του δεν τον κρατούσαν.
Και για δύο ολόκληρες ημέρες δεν κατάφερε να βγει από το σπίτι.
Η Σάρα ήταν εκείνη που το παρατήρησε.
Κάθε πρωί, καθώς πήγαινε τα παιδιά στο σχολείο, έβλεπε τον Γουόλτερ να κάθεται κοντά στο παράθυρο.
Της χαμογελούσε.
Τη χαιρετούσε.
Εκείνο το πρωί όμως οι κουρτίνες ήταν κλειστές.
Το ίδιο και το επόμενο.
Το απόγευμα της δεύτερης ημέρας, η Σάρα χτύπησε την πόρτα.
Καμία απάντηση.
Ξαναχτύπησε.
«Κύριε Γουόλτερ;»
Σιωπή.
Η καρδιά της άρχισε να χτυπά γρήγορα.
Τελικά άκουσε αργά βήματα.
Η πόρτα άνοιξε.
Ο Γουόλτερ στεκόταν μπροστά της χλωμός.
«Σάρα;»
«Θεέ μου! Είστε καλά;»
Ο ηλικιωμένος προσπάθησε να χαμογελάσει.
«Λίγο κρυωμένος, αγάπη μου.»
Αλλά η Σάρα κατάλαβε αμέσως ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.
Τον βοήθησε να καθίσει.
Του έφερε νερό.
Επικοινώνησε με γιατρό.
Και έμεινε μαζί του μέχρι να βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλής.
Όταν άνοιξε το ψυγείο του, ένιωσε την καρδιά της να σφίγγεται.
Υπήρχε μόνο ένα μικρό κομμάτι τυρί.
Λίγο γάλα.
Και ένα δοχείο με φαγητό αρκετών ημερών.
«Κύριε Γουόλτερ, τι τρώτε;»
Ο ηλικιωμένος χαμογέλασε αμήχανα.
«Δεν πεινάω πολύ τελευταία.»
Η Σάρα δεν είπε τίποτα.
Επέστρεψε σπίτι.
Μαγείρεψε κοτόπουλο με πατάτες.
Και το ίδιο βράδυ τού έφερε ένα μεγάλο πιάτο.
«Δεν χρειάζεται, παιδί μου», είπε εκείνος.
«Το ξέρω.»
«Έχεις τρία παιδιά.»
«Και εσείς χρειάζεστε ένα ζεστό γεύμα.»
Από εκείνη την ημέρα, η Σάρα άρχισε να του φέρνει φαγητό συχνά.
Μερικές φορές σούπα.
Άλλες φορές μακαρόνια.
Κάποτε ένα κομμάτι πίτα.
Ο Γουόλτερ προσπαθούσε να της δίνει χρήματα.
Εκείνη αρνιόταν.
«Δεν είστε πελάτης μου, κύριε Γουόλτερ.»
«Τότε τι είμαι;»
Η Σάρα χαμογελούσε.
«Γείτονάς μας.»
Και λίγο αργότερα:
«Φίλος μας.»
Ο Γουόλτερ άρχισε να χαμογελά ξανά.
Περίμενε τα βήματά της στο πεζοδρόμιο.
Χαιρόταν όταν τα παιδιά της έτρεχαν προς την πόρτα του.
Για πρώτη φορά μετά από χρόνια, το σπίτι του δεν έμοιαζε τόσο άδειο.
Ώσπου ένα βράδυ συνέβη κάτι.
Η Σάρα τού έφερε ένα δοχείο γεμάτο φαγητό.
Ο Γουόλτερ την κοίταξε.
«Εσύ έφαγες;»
Εκείνη χαμογέλασε.
«Δεν πεινάω απόψε.»
Δεν έδωσε σημασία.
Αλλά λίγες ημέρες αργότερα, η δεκάχρονη κόρη της Σάρας ήρθε να του φέρει ένα πιάτο.
Ο Γουόλτερ τη ρώτησε:
«Έφαγε η μαμά σου;»
Το κορίτσι κούνησε το κεφάλι.
«Όχι.»
«Γιατί;»
«Λέει ότι δεν πεινάει.»
Ο Γουόλτερ συνοφρυώθηκε.
«Συχνά το λέει αυτό;»
Το παιδί έγνεψε.
«Ναι. Λέει ότι εμείς πρέπει να τρώμε επειδή μεγαλώνουμε.»
Ο ηλικιωμένος ένιωσε το αίμα να παγώνει στις φλέβες του.
«Και εκείνη;»
Το κορίτσι ανασήκωσε τους ώμους.
«Μερικές φορές πίνει μόνο τσάι.»
Ο Γουόλτερ κοίταξε το φαγητό μπροστά του.
Ξαφνικά κατάλαβε.
Η Σάρα δεν του έφερνε ό,τι περίσσευε.
Του έδινε μέρος από το φαγητό που χρειαζόταν η ίδια.
Και κάποιες φορές έμενε νηστική για να μη λείψει τίποτα από εκείνον και τα παιδιά της.
Ο Γουόλτερ άρχισε να κλαίει.
Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκε.
Καθόταν στην πολυθρόνα του.
Κοιτούσε τη φωτογραφία της Ρουθ.
Και ψιθύρισε:
«Αυτή η γυναίκα έχει τρία παιδιά να μεγαλώσει… και φροντίζει εμένα.»
Την επόμενη ημέρα πήγε στην τράπεζα.
Έβγαλε χρήματα από τις οικονομίες του.
Και αγόρασε τρόφιμα.
Γάλα.
Ψωμί.
Κρέας.
Φρούτα.
Σχολικά είδη.
Τα άφησε έξω από την πόρτα της Σάρας.
Όταν εκείνη τον ρώτησε γιατί, χαμογέλασε.
«Επειδή τώρα είναι η σειρά μου να βοηθήσω.»
Αυτό συνεχίστηκε για μήνες.
Μέχρι που μια ημέρα ο Γουόλτερ πήγε στην τράπεζα.
Έδωσε την κάρτα του.
Κοίταξε το υπόλοιπο.
Και κατάλαβε ότι οι οικονομίες μιας ολόκληρης ζωής είχαν σχεδόν εξαφανιστεί.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΣΤΟ ΜΕΡΟΣ 4…

0 comments:
Post a Comment