Top Ad 728x90

Sunday, October 25, 2026

ΜΕΡΟΣ 2 — Η ΑΔΕΛΦΗ ΜΟΥ ΚΑΤΑΛΑΒΕ ΟΤΙ ΚΑΤΙ ΔΕΝ ΠΗΓΑΙΝΕ ΚΑΛΑ… ΑΛΛΑ Ο ΝΤΑΝΙΕΛ ΦΡΟΝΤΙΣΕ ΝΑ ΜΗΝ ΚΑΤΑΦΕΡΩ ΠΟΤΕ ΝΑ ΠΑΩ ΣΤΟΝ ΔΙΚΟ ΜΟΥ ΓΙΑΤΡΟ

 


ΜΕΡΟΣ 2 — Η ΑΔΕΛΦΗ ΜΟΥ ΚΑΤΑΛΑΒΕ ΟΤΙ ΚΑΤΙ ΔΕΝ ΠΗΓΑΙΝΕ ΚΑΛΑ… ΑΛΛΑ Ο ΝΤΑΝΙΕΛ ΦΡΟΝΤΙΣΕ ΝΑ ΜΗΝ ΚΑΤΑΦΕΡΩ ΠΟΤΕ ΝΑ ΠΑΩ ΣΤΟΝ ΔΙΚΟ ΜΟΥ ΓΙΑΤΡΟ

Οι εβδομάδες που ακολούθησαν ήταν παράξενες. Δεν υπήρχε κάποιο μεγάλο περιστατικό που να μπορούσα να δείξω και να πω: «Να, αυτό είναι που άλλαξε τα πάντα». Ήταν μικρά πράγματα, σχεδόν ασήμαντα, τα οποία όμως άρχισαν να συσσωρεύονται μέσα στο μυαλό μου.

Ξυπνούσα κουρασμένη, ακόμη κι όταν είχα κοιμηθεί εννέα ή δέκα ώρες. Ξεχνούσα πού είχα αφήσει τα γυαλιά μου. Δυσκολευόμουν να παρακολουθήσω μια συζήτηση και κάποιες φορές έπρεπε να ζητήσω από τον Ντάνιελ να επαναλάβει αυτό που μόλις είχε πει.

Εκείνος, κάθε φορά, αντιδρούσε με την ίδια γλυκιά υπομονή.

«Μην ανησυχείς, αγάπη μου. Όλοι ξεχνάμε πράγματα.»

«Μα δεν ήμουν έτσι πριν», του έλεγα.

«Έχεις περάσει πολλές αλλαγές. Παντρεύτηκες, μετακόμισες, άλλαξες καθημερινότητα. Το σώμα σου χρειάζεται χρόνο.»

Ήταν τόσο ήρεμος, τόσο σίγουρος, που στο τέλος ένιωθα εγώ υπερβολική επειδή επέμενα.

Μια Παρασκευή, η Ελένη ήρθε να με επισκεφτεί. Είχε φέρει ένα κουτί με τα αγαπημένα μου μπισκότα και ένα παλιό βιβλίο που ήξερε ότι ήθελα να ξαναδιαβάσω.

«Έχεις αδυνατίσει», είπε μόλις με είδε.

«Δεν νομίζω.»

«Μάργκαρετ, σε ξέρω από τότε που ήμασταν παιδιά. Δεν χρειάζεται να μου κρύβεσαι.»

Προσπάθησα να γελάσω, αλλά το γέλιο μου ακούστηκε αδύναμο.

Καθίσαμε στην κουζίνα. Για λίγα λεπτά μιλήσαμε για συνηθισμένα πράγματα, μέχρι που η Ελένη με κοίταξε προσεκτικά.

«Κοιμάσαι καλά;»

«Υπερβολικά καλά, θα έλεγα. Το πρόβλημα είναι ότι ξυπνάω πιο κουρασμένη απ’ ό,τι όταν πέφτω στο κρεβάτι.»

«Και η μνήμη σου;»

Έμεινα σιωπηλή.

«Μερικές φορές ξεχνάω πράγματα», παραδέχτηκα. «Ο Ντάνιελ λέει ότι είναι το άγχος.»

Η Ελένη ακούμπησε το χέρι της πάνω στο δικό μου.

«Θέλω να κλείσεις ραντεβού με τον γιατρό που σε παρακολουθούσε τόσα χρόνια. Όχι με κάποιον που θα διαλέξει ο Ντάνιελ. Με τον δικό σου γιατρό.»

Πριν προλάβω να απαντήσω, ακούστηκε η πόρτα.

Ο Ντάνιελ μπήκε στην κουζίνα κρατώντας ένα μεγάλο μπουκέτο λουλούδια. Το χαμόγελό του ήταν φωτεινό, όμως όταν άκουσε τη συζήτησή μας, το πρόσωπό του άλλαξε για μια στιγμή.

«Τι συμβαίνει εδώ;» ρώτησε.

«Η αδελφή σου λέει ότι πρέπει να εξεταστώ», απάντησα.

«Φυσικά και πρέπει», είπε αμέσως. «Και μάλιστα θα κανονίσω εγώ ένα ραντεβού.»

Η Ελένη δεν χαμογέλασε.

«Θα προτιμούσα να το κανονίσει η ίδια η Μάργκαρετ.»

Για πρώτη φορά, η φωνή του Ντάνιελ έγινε ψυχρή.

«Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να κάνουμε θέμα κάτι τόσο απλό.»

«Δεν κάνω θέμα τίποτα», απάντησε εκείνη. «Απλώς ανησυχώ για την αδελφή μου.»

Ο Ντάνιελ έστρεψε το βλέμμα του σε μένα και αμέσως ξαναφόρεσε το γνώριμο χαμόγελό του.

«Έχεις δίκιο, αγάπη μου. Θα το φροντίσουμε.»

Όμως το ραντεβού δεν κανονίστηκε ποτέ.

Κάθε φορά που προσπαθούσα να τηλεφωνήσω στον γιατρό μου, κάτι συνέβαινε. Μια επαγγελματική υποχρέωση του Ντάνιελ. Ένα ταξίδι που έπρεπε να κάνουμε. Μια ξαφνική αλλαγή στο πρόγραμμά μας. Πάντα υπήρχε μια δικαιολογία που ακουγόταν λογική, μέχρι που άρχισα να αναρωτιέμαι αν πραγματικά μπορούσα να εμπιστευτώ τη δική μου κρίση.

Και κάθε βράδυ, το φλιτζάνι με το ζεστό γάλα εμφανιζόταν δίπλα στην πολυθρόνα μου.

Ένα βράδυ αποφάσισα να μην το πιω.

«Δεν θέλω απόψε», είπα, σπρώχνοντας ελαφρά το φλιτζάνι.

Ο Ντάνιελ σταμάτησε να τακτοποιεί τα βιβλία στο τραπεζάκι.

«Γιατί;»

«Δεν διψάω.»

«Πρέπει να το πιεις.»

Η φράση του ακούστηκε τόσο απότομη, που τον κοίταξα έκπληκτη.

Εκείνος πλησίασε αμέσως και χαμήλωσε τη φωνή του.

«Συγγνώμη. Θέλω απλώς να σε βοηθήσω να κοιμηθείς καλά. Το ξέρεις αυτό.»

Πήρα το φλιτζάνι, αλλά δεν ήπια.

Τα μάτια του έμειναν καρφωμένα πάνω μου.

«Μέχρι την τελευταία σταγόνα, αγάπη μου», είπε τελικά.

Ένιωσα ένα ανεξήγητο ρίγος.

Γιατί τον ενδιέφερε τόσο πολύ αν θα τελείωνα ένα απλό ρόφημα;

Το επόμενο πρωί, όταν ο Ντάνιελ έφυγε για το γραφείο του, πήγα στην κουζίνα και εξέτασα προσεκτικά τα ντουλάπια. Βρήκα το μέλι, την κανέλα, τη βανίλια και το γάλα. Όλα έμοιαζαν συνηθισμένα. Δεν υπήρχε τίποτα που να μπορούσα να θεωρήσω ύποπτο.

Άρχισα να ντρέπομαι για τις σκέψεις μου.

Ίσως η Ελένη είχε βάλει ιδέες στο μυαλό μου. Ίσως η ηλικία μου να με έκανε πιο ευάλωτη στο άγχος. Ίσως ο Ντάνιελ να προσπαθούσε πραγματικά να με φροντίσει.

Το ίδιο βράδυ, όμως, ξύπνησα λίγο μετά τα μεσάνυχτα και τον άκουσα να μιλάει στο τηλέφωνο.

Η φωνή του ερχόταν από την άλλη πλευρά του υπνοδωματίου. Κρατούσε το κινητό κοντά στο παράθυρο και πίστευε ότι κοιμόμουν.

«Ναι», ψιθύρισε. «Ακολουθώ ακόμη τις οδηγίες.»

Έμεινα ακίνητη κάτω από τα σκεπάσματα.

«Αλλά αρχίζει να γίνεται καχύποπτη.»

Σιωπή.

Έπειτα τον άκουσα να αναστενάζει.

«Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε έτσι για πάντα. Ο χρόνος μας τελειώνει.»

Η καρδιά μου άρχισε να χτυπά δυνατά.

Ο Ντάνιελ χαμήλωσε ακόμη περισσότερο τη φωνή του.

«Δεν μπορεί να ανακαλύψει τι συνέβη στους άλλους. Όχι πριν μάθουμε αν η θεραπεία λειτουργεί.»

Ένιωσα το αίμα να παγώνει στις φλέβες μου.

Ποιοι ήταν «οι άλλοι»;

Ποια θεραπεία;

Και γιατί ο άντρας που κοιμόταν δίπλα μου κάθε βράδυ μιλούσε για μένα σαν να ήμουν ένα μυστικό που έπρεπε να μείνει θαμμένο;

Το επόμενο πρωί, ο Ντάνιελ με φίλησε στο μέτωπο και μου έφερε το πρωινό μου όπως πάντα.

«Κοιμήθηκες καλά;» ρώτησε.

Τον κοίταξα στα μάτια.

«Υπέροχα», απάντησα ψέματα.

Εκείνος χαμογέλασε ανακουφισμένος.

Και τότε πήρα την απόφασή μου. Δεν θα τον κατηγορούσα χωρίς αποδείξεις. Δεν θα του έδειχνα ότι είχα ακούσει τη συνομιλία. Θα ανακάλυπτα πρώτα τι έκρυβε.

Ακόμη κι αν η αλήθεια κατέστρεφε τον γάμο μου.

Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 3…

ΜΕΡΟΣ 3 ➡️

⬅️ ΠΙΣΩ       



0 comments:

Post a Comment

Top Ad 728x90