Top Ad 728x90

Friday, October 30, 2026

ΜΕΡΟΣ 2 «ΑΝ ΣΟΥ ΠΑΡΟΥΝ ΤΗΝ ΑΔΕΛΦΗ ΣΟΥ, ΔΕΝ ΘΑ ΤΗΝ ΞΑΝΑΔΕΙΣ!» — Ο ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΠΟΥ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕ ΤΟ ΔΕΚΑΧΡΟΝΟ ΑΓΟΡΙ ΚΑΙ Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΠΟΥ ΘΑ ΚΑΘΟΡΙΖΕ ΤΗ ΜΟΙΡΑ ΔΥΟ ΠΑΙΔΙΩΝ

 


ΜΕΡΟΣ 2

«ΑΝ ΣΟΥ ΠΑΡΟΥΝ ΤΗΝ ΑΔΕΛΦΗ ΣΟΥ, ΔΕΝ ΘΑ ΤΗΝ ΞΑΝΑΔΕΙΣ!» — Ο ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΠΟΥ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕ ΤΟ ΔΕΚΑΧΡΟΝΟ ΑΓΟΡΙ ΚΑΙ Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΠΟΥ ΘΑ ΚΑΘΟΡΙΖΕ ΤΗ ΜΟΙΡΑ ΔΥΟ ΠΑΙΔΙΩΝ

Ο Άρον πάγωσε.

Ο άντρας στεκόταν στην αυλή και τον κοιτούσε.

«Σε ρώτησα πού πηγαίνεις».

Ο Άρον προσπάθησε να μιλήσει.

Αλλά η φωνή του δεν έβγαινε.

Η Μίρα κοιμόταν στην πλάτη του.

Ένιωθε τη ζεστή ανάσα της στον σβέρκο του.

«Οι γονείς σου πού είναι;» ρώτησε ο άντρας.

Ο Άρον κοίταξε τον χωματόδρομο.

«Τους πήραν».

Ο άντρας έμεινε για λίγο σιωπηλός.

«Ποιοι;»

«Οι στρατιώτες».

Η έκφρασή του άλλαξε.

Πλησίασε.

Ο Άρον έκανε αμέσως ένα βήμα πίσω.

«Μην αγγίξετε την αδελφή μου!»

Ο άντρας σταμάτησε.

«Δεν θα την αγγίξω».

Έβγαλε αργά το καπέλο του.

Τότε ο Άρον παρατήρησε ότι δεν φορούσε κανονική στρατιωτική στολή.

Ήταν ένα παλιό παλτό, φθαρμένο στους ώμους.

«Με λένε Ίστβαν», είπε. «Μένω δύο σπίτια πιο κάτω. Ο πατέρας σου με είχε βοηθήσει κάποτε».

Ο Άρον τον θυμήθηκε.

Ήταν ο άντρας που είχε έρθει το προηγούμενο φθινόπωρο ζητώντας ξύλα.

«Ξέρεις πού πηγαίνεις;»

Ο Άρον κούνησε αρνητικά το κεφάλι.

«Στη θεία Ρόζα».

«Πού μένει;»

«Μακριά».

Ο Ίστβαν αναστέναξε.

«Πολύ μακριά, μικρέ».

Ο Άρον έσφιξε τα χέρια του.

«Θα περπατήσω».

Ο άντρας κοίταξε τη Μίρα.

«Με το μωρό στην πλάτη σου;»

«Ναι».

«Και τι θα φάτε;»

Ο Άρον έδειξε το μικρό σακούλι.

«Έχω πατάτες».

Ο Ίστβαν χαμήλωσε το κεφάλι.

Για μια στιγμή, φάνηκε σαν να προσπαθούσε να συγκρατήσει κάτι.

«Έλα μέσα», είπε τελικά.

Ο Άρον δεν κουνήθηκε.

«Δεν θα σας κάνω κακό. Θα σας δώσω λίγο ψωμί».

Ο Άρον τον ακολούθησε διστακτικά.

Μέσα στο σπίτι του Ίστβαν υπήρχε μια ηλικιωμένη γυναίκα.

Η σύζυγός του.

Όταν είδε τη Μίρα, έφερε τα χέρια στο στόμα της.

«Παναγία μου…»

Ο Ίστβαν της εξήγησε τι είχε συμβεί.

Εκείνη δεν έκανε ερωτήσεις.

Έφερε λίγο ζεστό νερό και ένα κομμάτι ψωμί.

Ο Άρον έφαγε τόσο γρήγορα, ώστε πνίγηκε.

«Σιγά, παιδί μου», του είπε η γυναίκα.

Αλλά εκείνος δεν μπορούσε να σταματήσει.

Δεν ήξερε πότε θα ξανάβρισκε φαγητό.

Η γυναίκα πήρε τη Μίρα στην αγκαλιά της και της έδωσε λίγο γάλα.

Το μωρό ήπιε λαίμαργα.

Ο Άρον την παρακολουθούσε.

«Θα μου την επιστρέψετε;» ρώτησε.

Η γυναίκα τον κοίταξε με θλίψη.

«Φυσικά».

«Το υπόσχεστε;»

«Στο υπόσχομαι».

Αργότερα, ο Ίστβαν άπλωσε ένα παλιό χαρτί πάνω στο τραπέζι.

Δεν ήταν ακριβώς χάρτης.

Ήταν ένα πρόχειρο σχέδιο δρόμων και χωριών.

«Αν πας από τον κεντρικό δρόμο, θα σε σταματήσουν», είπε.

Ο Άρον τον άκουγε προσεκτικά.

«Θα ακολουθήσεις τα χωράφια μέχρι το μικρό ποτάμι. Μετά θα βρεις μια πέτρινη γέφυρα».

«Και μετά;»

«Θα ζητήσεις τον δρόμο προς τα δυτικά».

Ο Άρον έγνεψε.

Προσπάθησε να απομνημονεύσει κάθε λέξη.

Η γυναίκα του Ίστβαν του έδωσε μια δεύτερη κουβέρτα.

«Για το μωρό».

Έπειτα έβγαλε από την τσέπη της δύο μικρά κουμπιά.

«Αυτά είναι από το παλτό του γιου μου».

Ο Άρον τα κοίταξε.

«Πού είναι ο γιος σας;»

Η γυναίκα χαμήλωσε τα μάτια.

«Δεν γύρισε».

Ο Άρον κατάλαβε ότι δεν έπρεπε να ρωτήσει περισσότερα.

Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκε στο πάτωμα, δίπλα στη Μίρα.

Για πρώτη φορά από τότε που πήραν τους γονείς του, ένιωσε ότι ίσως δεν ήταν εντελώς μόνος.

Όμως λίγο πριν χαράξει, ο Ίστβαν μπήκε βιαστικά στο δωμάτιο.

«Άρον! Σήκω!»

Το αγόρι πετάχτηκε.

«Τι έγινε;»

«Έρχονται στρατιώτες. Ψάχνουν τα σπίτια».

Ο Άρον άρπαξε τη Μίρα.

Ο Ίστβαν του άνοιξε την πίσω πόρτα.

«Τρέξε προς τα χωράφια».

«Εσείς;»

«Μη χάνεις χρόνο!»

Ο Άρον έδεσε γρήγορα το μωρό στην πλάτη του.

Πριν φύγει, η ηλικιωμένη γυναίκα τον φίλησε στο μέτωπο.

«Να θυμάσαι κάτι», του ψιθύρισε. «Δεν είναι όλοι οι ξένοι εχθροί».

Ο Άρον βγήκε στο σκοτάδι.

Έτρεξε ανάμεσα στα παγωμένα χωράφια.

Πίσω του ακούστηκαν φωνές.

Έπειτα ένας πυροβολισμός.

Σταμάτησε απότομα.

Γύρισε το κεφάλι.

Το σπίτι του Ίστβαν φαινόταν μικρό μέσα στην ομίχλη.

Μια πόρτα χτύπησε.

Κάποιος φώναξε.

Ο Άρον ήθελε να επιστρέψει.

Αλλά τότε η Μίρα άρχισε να κλαίει.

Και το αγόρι συνέχισε να τρέχει.

Δεν ήξερε τι απέγιναν οι άνθρωποι που τους είχαν βοηθήσει.

Ήξερε μόνο ότι είχε ήδη χάσει τους γονείς του.

Και δεν άντεχε να χάσει κανέναν άλλον.

Ύστερα από ώρες περπατήματος, έφτασε σε ένα στενό ποτάμι.

Στην απέναντι όχθη βρισκόταν η πέτρινη γέφυρα που του είχε περιγράψει ο Ίστβαν.

Ο Άρον χαμογέλασε για πρώτη φορά.

«Τα καταφέραμε, Μίρα».

Αλλά καθώς πλησίασε, είδε κάτι που τον έκανε να σταματήσει.

Στη γέφυρα υπήρχε ένα φυλάκιο.

Δύο ένοπλοι άντρες εξέταζαν όσους περνούσαν.

Και ένας τρίτος κρατούσε ένα μικρό παιδί από το χέρι, ενώ η μητέρα του παρακαλούσε να της το επιστρέψουν.

Ο Άρον κατάλαβε ότι, αν πλησίαζε, ίσως του έπαιρναν τη Μίρα.

Κοίταξε το παγωμένο ποτάμι.

Έπειτα τη γέφυρα.

Και συνειδητοποίησε ότι είχε μπροστά του μόνο δύο επιλογές.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΣΤΟ ΜΕΡΟΣ 3…

ΜΕΡΟΣ 3 ➡️

⬅️ ΠΙΣΩ       



0 comments:

Post a Comment

Top Ad 728x90