ΜΕΡΟΣ 1 — «ΕΤΟΙΜΑΣΑ ΤΡΑΠΕΖΙ ΓΙΑ ΤΑ ΕΞΙ ΠΑΙΔΙΑ ΜΟΥ ΣΤΑ 60Α ΜΟΥ ΓΕΝΕΘΛΙΑ, ΑΛΛΑ ΚΑΝΕΝΑ ΔΕΝ ΗΡΘΕ… ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΩΡΕΣ ΑΡΓΟΤΕΡΑ, ΕΝΑΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΧΤΥΠΗΣΕ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΜΟΥ ΕΔΩΣΕ ΕΝΑ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΠΟΥ ΜΕ ΕΚΑΝΕ ΝΑ ΤΡΕΜΩ»
Στα εξηκοστά μου γενέθλια, περίμενα τέσσερις ώρες τα έξι παιδιά μου να εμφανιστούν.
Είχα μαγειρέψει από τις έξι το πρωί.
Είχα στρώσει το καλό τραπεζομάντιλο που χρησιμοποιούσα μόνο τα Χριστούγεννα.
Είχα βγάλει τα πορσελάνινα πιάτα που μου είχε χαρίσει η μητέρα μου πριν από σαράντα χρόνια.
Και είχα τοποθετήσει επτά καρέκλες γύρω από το τραπέζι.
Έξι για τα παιδιά μου.
Μία για μένα.
Ο σύζυγός μου είχε πεθάνει πριν από οκτώ χρόνια, κι από τότε τα γενέθλιά μου είχαν γίνει μια δύσκολη ημέρα.
Όμως εκείνη τη χρονιά ήθελα να είναι διαφορετικά.
Έκλεινα τα εξήντα.
Και το μόνο δώρο που επιθυμούσα ήταν να καθίσουμε όλοι μαζί γύρω από ένα τραπέζι.
Δεν ήθελα λουλούδια.
Δεν ήθελα ακριβά κοσμήματα.
Δεν ήθελα ταξίδια.
Ήθελα μόνο να ακούσω ξανά το σπίτι μου γεμάτο φωνές.
Όπως παλιά.
Όταν τα παιδιά μου ήταν μικρά και έτρεχαν στους διαδρόμους.
Όταν διαφωνούσαν για το ποιος θα καθίσει δίπλα μου.
Όταν με αγκάλιαζαν τόσο δυνατά, που σχεδόν δεν μπορούσα να αναπνεύσω.
Τώρα ήταν όλοι ενήλικες.
Είχαν δουλειές.
Οικογένειες.
Υποχρεώσεις.
Και, όπως συχνά μου έλεγαν, πολύ λίγο ελεύθερο χρόνο.
Με λένε Ελένη.
Έχω έξι παιδιά.
Τον Δημήτρη, σαράντα ετών.
Τη Μαρία, τριάντα οκτώ.
Τον Νίκο, τριάντα έξι.
Την Κατερίνα, τριάντα τεσσάρων.
Τον Αντώνη, τριάντα δύο.
Και τη μικρότερή μου, τη Σοφία, είκοσι εννέα.
Τα μεγάλωσα με τον άντρα μου σε ένα μικρό σπίτι στα προάστια.
Δεν ήμασταν πλούσιοι.
Υπήρχαν μήνες που μετρούσαμε τα κέρματα για να πληρώσουμε το ρεύμα.
Υπήρχαν χειμώνες που φορούσα την ίδια παλιά ζακέτα επειδή προτιμούσα να αγοράσω καινούργια παπούτσια στα παιδιά.
Αλλά ποτέ δεν παραπονέθηκα.
Ήταν η οικογένειά μου.
Ολόκληρος ο κόσμος μου.
Όταν ο άντρας μου έφυγε από τη ζωή, προσπάθησα να μη γίνω βάρος σε κανέναν.
Δεν τους τηλεφωνούσα κάθε μέρα.
Δεν τους ζητούσα να με επισκέπτονται συνεχώς.
Και όταν μου έλεγαν ότι ήταν απασχολημένοι, απαντούσα πάντα:
«Δεν πειράζει, αγάπη μου. Θα τα πούμε άλλη φορά».
Μόνο που οι «άλλες φορές» γίνονταν όλο και πιο σπάνιες.
Δύο εβδομάδες πριν από τα γενέθλιά μου, δημιούργησα μια ομαδική συνομιλία.
Έγραψα:
«Παιδιά μου, φέτος κλείνω τα εξήντα. Θα ήθελα πολύ να έρθετε όλοι την Κυριακή στις δύο το μεσημέρι. Θα μαγειρέψω τα αγαπημένα σας φαγητά. Μου λείψατε».
Ο Δημήτρης απάντησε πρώτος.
«Θα προσπαθήσουμε, μαμά».
Η Μαρία έστειλε μια καρδιά.
Ο Νίκος έγραψε:
«Το σημείωσα».
Η Κατερίνα απάντησε:
«Θα δω το πρόγραμμα».
Ο Αντώνης έστειλε:
«Εντάξει, μαμά».
Και η Σοφία έγραψε:
«Θα τα πούμε την Κυριακή».
Δεν ήταν ακριβώς η ενθουσιώδης απάντηση που περίμενα.
Αλλά ήθελα να πιστεύω ότι θα έρχονταν.
Έτσι άρχισα τις ετοιμασίες.
Την Κυριακή ξύπνησα στις πέντε και μισή.
Έφτιαξα παστίτσιο για τον Δημήτρη.
Κοτόπουλο στον φούρνο για τη Μαρία.
Πατάτες με δεντρολίβανο για τον Νίκο.
Σαλάτα με τα αγαπημένα υλικά της Κατερίνας.
Σπιτική τυρόπιτα για τον Αντώνη.
Και σοκολατένια τούρτα για τη Σοφία.
Στις δώδεκα το σπίτι μύριζε υπέροχα.
Στη μία είχα τελειώσει τα πάντα.
Στη μία και μισή φόρεσα το μπλε φόρεμά μου.
Ήταν το ίδιο φόρεμα που είχα φορέσει στην τελευταία επέτειο του γάμου μας.
Κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη.
Τα μαλλιά μου είχαν ασπρίσει.
Οι ρυτίδες γύρω από τα μάτια μου είχαν βαθύνει.
Αλλά χαμογέλασα.
«Εξήντα χρονών, Ελένη», ψιθύρισα.
«Και σήμερα θα είστε όλοι μαζί».
Στις δύο ακριβώς κάθισα στο σαλόνι.
Περίμενα να ακούσω αυτοκίνητα.
Παιδικές φωνές.
Το κουδούνι.
Τίποτα.
Στις δύο και τέταρτο κοίταξα το κινητό μου.
Κανένα μήνυμα.
Στις δύο και μισή έστειλα στην ομαδική συνομιλία:
«Είστε στον δρόμο; Το φαγητό είναι έτοιμο».
Κανείς δεν απάντησε.
Στις τρεις τηλεφώνησα στον Δημήτρη.
Δεν το σήκωσε.
Στη Μαρία.
Κατευθείαν στον τηλεφωνητή.
Στον Νίκο.
Καμία απάντηση.
Προσπάθησα να μη στενοχωρηθώ.
«Ίσως οδηγούν», είπα στον εαυτό μου.
«Ίσως ετοιμάζουν κάποια έκπληξη».
Στις τέσσερις το φαγητό είχε κρυώσει.
Στις πέντε άρχισα να μαζεύω τα ποτήρια που δεν είχαν αγγίξει ανθρώπινα χείλη.
Στις πέντε και μισή κάθισα μόνη μου στο τραπέζι.
Μπροστά μου βρισκόταν μια τούρτα με τον αριθμό 60.
Έξι άδεια πιάτα.
Έξι άδειες καρέκλες.
Και ένα κινητό που παρέμενε σιωπηλό.
Δεν άναψα τα κεράκια.
Δεν μπορούσα.
Λίγο πριν από τις έξι, άκουσα το κουδούνι.
Η καρδιά μου σκίρτησε.
Σηκώθηκα τόσο γρήγορα, που παραλίγο να ρίξω την καρέκλα.
«Επιτέλους!» ψιθύρισα.
Πήγα στην πόρτα χαμογελώντας.
Αλλά όταν την άνοιξα, το χαμόγελό μου εξαφανίστηκε.
Μπροστά μου στεκόταν ένας αστυνομικός.
Ήταν περίπου σαράντα πέντε ετών.
Κρατούσε έναν μικρό λευκό φάκελο.
«Κυρία Ελένη Παπαδοπούλου;»
«Ναι… εγώ είμαι».
«Είμαι ο υπαστυνόμος Ανδρέου».
Ένιωσα την καρδιά μου να σφίγγεται.
«Συνέβη κάτι;»
Εκείνος κοίταξε πίσω μου.
Είδε το στρωμένο τραπέζι.
Την τούρτα.
Τα άδεια πιάτα.
Και το πρόσωπό του άλλαξε.
«Μπορώ να περάσω για ένα λεπτό;»
Τα γόνατά μου λύγισαν.
«Τα παιδιά μου…»
Δεν κατάφερα να ολοκληρώσω τη φράση.
«Έπαθαν κάτι;»
Ο αστυνομικός πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Κυρία Παπαδοπούλου, πρώτα θέλω να καθίσετε».
«Όχι! Πείτε μου τι συνέβη!»
Με κοίταξε με σοβαρότητα.
Ύστερα μου έδωσε τον φάκελο.
«Μου ζήτησαν να σας παραδώσω αυτό».
Τον άνοιξα με τρεμάμενα χέρια.
Μέσα υπήρχε ένα διπλωμένο χαρτί.
Αναγνώρισα αμέσως τον γραφικό χαρακτήρα.
Ήταν του μεγαλύτερου γιου μου.
Του Δημήτρη.
Στην πρώτη γραμμή έγραφε:
«Μαμά, αν διαβάζεις αυτό το σημείωμα, σημαίνει ότι μάθαμε επιτέλους τι συνέβη πριν από είκοσι επτά χρόνια».
Ένιωσα το αίμα μου να παγώνει.
Συνέχισα να διαβάζω.
«Δεν μπορούμε να έρθουμε στα γενέθλιά σου μέχρι να μάθουμε γιατί μας είπες ψέματα για τον πατέρα μας».
Το χαρτί γλίστρησε από τα χέρια μου.
Ο αστυνομικός έσκυψε να το σηκώσει.
Και τότε μου είπε κάτι που με έκανε να πιαστώ από την κάσα της πόρτας.
«Κυρία Παπαδοπούλου… τα παιδιά σας βρίσκονται αυτή τη στιγμή στο παλιό σπίτι της αδελφής σας».
Τον κοίταξα τρομοκρατημένη.
«Μα… η αδελφή μου έχει πεθάνει εδώ και είκοσι χρόνια».
Ο αστυνομικός έμεινε σιωπηλός.
Ύστερα είπε:
«Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα. Κάποιος τους έστειλε ένα γράμμα υπογεγραμμένο με το όνομά της. Και μέσα υπήρχε μια φωτογραφία που κανείς τους δεν μπορεί να εξηγήσει».
Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΣΤΟ ΜΕΡΟΣ 2 — ΤΑ ΕΞΙ ΠΑΙΔΙΑ ΜΟΥ ΑΝΑΚΑΛΥΨΑΝ ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΜΟΥ ΚΑΙ ΠΙΣΤΕΨΑΝ ΟΤΙ ΤΟΥΣ ΕΙΧΑ ΚΡΥΨΕΙ ΕΝΑ ΤΡΟΜΕΡΟ ΜΥΣΤΙΚΟ.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΣΤΟ ΜΕΡΟΣ 2…

0 comments:
Post a Comment