ΜΕΡΟΣ 8 — Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΣΕ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΜΥΣΤΙΚΟ, ΑΛΛΑ Ο ΝΤΙΕΓΚΟ ΕΙΧΕ ΗΔΗ ΠΑΡΕΙ ΜΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗ ΠΟΥ ΘΑ ΑΛΛΑΖΕ ΤΗ ΖΩΗ ΟΛΩΝ
Ο Ντιέγκο επέστρεψε στο νοσοκομείο με το μυαλό του γεμάτο ερωτήματα.
Ο πατέρας του είχε προσπαθήσει να ακυρώσει μια συμφωνία πριν πεθάνει. Η μητέρα του γνώριζε ότι υπήρχε πρόβλημα, αλλά δεν είχε πει ποτέ τίποτα. Και ο κύριος Βαλντές εξακολουθούσε να εμφανίζεται σαν να είχε τον έλεγχο της κατάστασης.
Ο δικηγόρος του, όταν ενημερώθηκε για όσα είχαν ειπωθεί, του ζήτησε να μην κάνει καμία βιαστική κίνηση.
«Αν υπάρχει παλιά συμφωνία, πρέπει να βρούμε το πρωτότυπο και να εξετάσουμε τη νομιμότητά της. Μην υποθέτετε ότι όλα όσα σας είπε η μητέρα σας είναι αποδεδειγμένα. Αλλά μην αγνοείτε ούτε τις ασυμφωνίες».
Ο Ντιέγκο συμφώνησε.
Δεν ήθελε εκδίκηση.
Ήθελε να σταματήσει τα ψέματα και να εξασφαλίσει ότι η γυναίκα του και το παιδί τους δεν θα πλήρωναν τα λάθη των άλλων.
Όταν μπήκε στο δωμάτιο, η Λουσία καθόταν στο κρεβάτι.
«Έχεις το πρόσωπο ανθρώπου που δεν έχει κοιμηθεί καθόλου», είπε απαλά.
Ο Ντιέγκο προσπάθησε να χαμογελάσει.
«Μάλλον επειδή δεν έχω κοιμηθεί καθόλου».
Η Λουσία τού έκανε χώρο δίπλα της.
Εκείνος κάθισε και της εξήγησε όσα είχε μάθει.
Της μίλησε για τον κύριο Βαλντές, για τον πατέρα του και για την παλιά συμφωνία που έπρεπε να ελεγχθεί.
Η Λουσία τον άκουσε χωρίς να τον διακόψει.
Όταν τελείωσε, εκείνη πήρε το χέρι του.
«Ξέρεις τι με φοβίζει περισσότερο;»
«Τι;»
«Όχι τα χρήματα. Ούτε το σπίτι. Με φοβίζει ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι αποφάσιζαν για τη ζωή μας χωρίς να μας ρωτήσουν».
Ο Ντιέγκο χαμήλωσε το βλέμμα.
«Έχεις δίκιο».
«Εγώ δεν θέλω να πολεμάς όλη σου τη ζωή για να αποδείξεις ότι είσαι καλός γιος. Θέλω να είσαι καλός σύζυγος και πατέρας. Και θέλω να μπορείς να κοιμάσαι το βράδυ χωρίς να σκέφτεσαι ποιον πρέπει να σώσεις την επόμενη μέρα».
Ο Ντιέγκο ένιωσε τα μάτια του να γεμίζουν δάκρυα.
«Φοβάμαι ότι δεν θα καταφέρω να διορθώσω όλα όσα έγιναν».
Η Λουσία του χάιδεψε το μάγουλο.
«Δεν χρειάζεται να διορθώσεις το παρελθόν. Χρειάζεται να σταματήσεις να επιτρέπεις να επαναλαμβάνεται».
Αυτή η φράση έμεινε στο μυαλό του.
Το ίδιο απόγευμα, ο δικηγόρος τού τηλεφώνησε ξανά.
Είχε εξετάσει τα αντίγραφα και είχε εντοπίσει σοβαρές ασυμφωνίες μεταξύ της αρχικής επιστολής του πατέρα του και της μεταγενέστερης συμφωνίας. Δεν μπορούσε ακόμη να αποδώσει ευθύνη σε συγκεκριμένο πρόσωπο, αλλά υπήρχαν αρκετοί λόγοι για να ζητηθεί επίσημος έλεγχος.
Ο Ντιέγκο παρέδωσε τα πρωτότυπα έγγραφα.
Για πρώτη φορά, δεν προσπάθησε να λύσει το πρόβλημα μόνος του.
Δεν πήρε χρήματα από τον λογαριασμό του για να καλύψει τα πάντα. Δεν υποσχέθηκε ότι θα τακτοποιήσει τις υποχρεώσεις της μητέρας του. Δεν έκρυψε την υπόθεση από τη γυναίκα του για να την προστατεύσει.
Αντίθετα, την ενημέρωνε για κάθε σημαντική εξέλιξη.
Και αυτή η ειλικρίνεια τού έδινε κάτι που δεν είχε νιώσει εδώ και χρόνια: ηρεμία.
Λίγες ημέρες αργότερα, η Λουσία πήρε εξιτήριο, με σαφείς οδηγίες από τους γιατρούς για ξεκούραση και παρακολούθηση.
Ο Ντιέγκο είχε ήδη βρει ένα μικρό διαμέρισμα, όπου θα μπορούσαν να μείνουν μακριά από τις εντάσεις του οικογενειακού σπιτιού.
Δεν ήταν πολυτελές.
Είχε ένα μικρό σαλόνι, δύο δωμάτια και μια κουζίνα που χωρούσε μόλις ένα τραπέζι και δύο καρέκλες.
Αλλά όταν η Λουσία μπήκε μέσα, χαμογέλασε.
«Είναι όμορφο».
Ο Ντιέγκο την κοίταξε έκπληκτος.
«Δεν έχει σχεδόν τίποτα».
«Έχει ησυχία».
Εκείνος την αγκάλιασε προσεκτικά.
«Και έχει εμάς».
Για πρώτη φορά μετά από μήνες, η Λουσία κοιμήθηκε χωρίς να φοβάται ότι κάποιος θα της ζητούσε να σηκωθεί για να κάνει δουλειές.
Ο Ντιέγκο άρχισε να μαγειρεύει, να καθαρίζει και να οργανώνει το σπίτι τους. Όταν επέστρεφε από το συνεργείο, δεν έτρεχε πλέον να καλύψει τις απαιτήσεις όλων των άλλων.
Καθόταν δίπλα στη γυναίκα του.
Της έφερνε νερό.
Τη ρωτούσε αν χρειαζόταν κάτι.
Και κάθε βράδυ ακουμπούσε το χέρι του στην κοιλιά της, περιμένοντας μια κίνηση του μωρού.
«Νομίζεις ότι θα μας μοιάζει;» τη ρώτησε ένα βράδυ.
Η Λουσία γέλασε.
«Ελπίζω να πάρει τα μάτια σου και την υπομονή μου».
«Τότε θα είναι πολύ τυχερό».
Για λίγες ημέρες, όλα έμοιαζαν να ηρεμούν.
Ύστερα, ένα απόγευμα, η Ντόνια Κάρμεν εμφανίστηκε στην πόρτα του διαμερίσματος.
Δεν μπήκε χωρίς άδεια.
Δεν απαίτησε να δει τον γιο της.
Κρατούσε μόνο μια μικρή τσάντα με ρούχα για το μωρό.
Ο Ντιέγκο βγήκε στο κατώφλι.
«Τι θέλεις, μαμά;»
Η μητέρα του κοίταξε προς το εσωτερικό του σπιτιού.
«Ήρθα να ζητήσω συγγνώμη από τη Λουσία. Αν θέλει να με ακούσει».
Ο Ντιέγκο δεν απάντησε αμέσως.
Ύστερα γύρισε προς τη γυναίκα του και τη ρώτησε αν ήθελε να τη δει.
Η Λουσία σκέφτηκε για λίγο.
«Μπορεί να μπει. Αλλά θέλω να μιλήσουμε με ηρεμία».
Η Ντόνια Κάρμεν μπήκε στο διαμέρισμα και στάθηκε μπροστά στη νύφη της.
Για πρώτη φορά, δεν φορούσε την έκφραση της γυναίκας που είχε πάντα δίκιο.
«Λουσία», είπε με τρεμάμενη φωνή, «δεν έχω δικαιολογία για όσα σου έκανα. Ήξερα ότι ήσουν έγκυος. Ήξερα ότι πονούσες. Κι όμως, σου φέρθηκα σαν να μην άξιζες σεβασμό».
Η Λουσία την άκουσε σιωπηλή.
«Δεν σου ζητώ να με συγχωρήσεις σήμερα», συνέχισε η Ντόνια Κάρμεν. «Θέλω μόνο να ξέρεις ότι καταλαβαίνω πως έκανα λάθος».
Η Λουσία πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Η συγγνώμη είναι ένα πρώτο βήμα. Αλλά η εμπιστοσύνη δεν επιστρέφει με μια φράση».
Η μητέρα του Ντιέγκο έγνεψε.
«Το ξέρω».
«Δεν θέλω να ξανακούσω προσβολές. Δεν θέλω να ξανακρύψουμε ιατρικές οδηγίες. Και δεν θέλω να αποφασίζει κανείς για το παιδί μας χωρίς εμάς».
«Δεν θα ξανασυμβεί», είπε η Ντόνια Κάρμεν.
Ο Ντιέγκο την κοίταξε.
«Αυτό θα φανεί από τις πράξεις σου, όχι από τις υποσχέσεις σου».
Η μητέρα του δέχτηκε τα λόγια του χωρίς αντίρρηση.
Πριν φύγει, άφησε την τσάντα με τα ρούχα πάνω στην καρέκλα.
«Θα περιμένω μέχρι να είστε έτοιμοι να με αφήσετε να γνωρίσω το παιδί».
Η Λουσία δεν της υποσχέθηκε τίποτα.
Αλλά δεν της έκλεισε την πόρτα με θυμό.
Κι αυτό ήταν αρκετό για εκείνη τη μέρα.
Το ίδιο βράδυ, ο Ντιέγκο έλαβε μια κλήση από τον δικηγόρο του.
Ο έλεγχος είχε προχωρήσει.
Υπήρχαν στοιχεία που έδειχναν ότι η αρχική συμφωνία είχε τροποποιηθεί και ότι ορισμένοι όροι δεν είχαν εξηγηθεί σωστά στη μητέρα του. Ο δικηγόρος θα προχωρούσε στις απαραίτητες ενέργειες, ενώ οι τραπεζικές συναλλαγές θα εξετάζονταν ξεχωριστά.
Ο Ντιέγκο ένιωσε ανακούφιση.
Δεν είχαν λυθεί όλα.
Αλλά επιτέλους, η υπόθεση δεν στηριζόταν πλέον σε μυστικά και υποθέσεις.
Λίγο αργότερα, η Λουσία τον φώναξε από το υπνοδωμάτιο.
«Ντιέγκο! Έλα γρήγορα!»
Εκείνος έτρεξε κοντά της.
Η Λουσία κρατούσε την κοιλιά της και χαμογελούσε.
«Το μωρό κουνήθηκε!»
Ο Ντιέγκο γονάτισε δίπλα της και ακούμπησε το χέρι του πάνω στην κοιλιά της.
Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, ένιωσε μια μικρή κίνηση.
Και τότε, για πρώτη φορά εδώ και πολλές ημέρες, έκλαψε χωρίς να προσπαθήσει να κρύψει τα δάκρυά του.
«Είμαι εδώ, μικρό μου», ψιθύρισε. «Και θα είμαι πάντα εδώ».
Η Λουσία τού χάιδεψε τα μαλλιά.
Για εκείνη τη στιγμή, δεν υπήρχαν έγγραφα, χρέη ή οικογενειακοί καβγάδες.
Υπήρχαν μόνο οι δυο τους και το παιδί τους.
Όμως, λίγες ημέρες πριν από τον τοκετό, ο δικηγόρος τηλεφώνησε ξανά.
Είχε λάβει ένα έγγραφο που δεν βρισκόταν στον αρχικό φάκελο.
Ήταν μια επιστολή του πατέρα του Ντιέγκο, η οποία είχε σταλεί στον κύριο Βαλντές λίγο πριν από τον θάνατό του.
Και στο τέλος της επιστολής υπήρχε μια φράση που άλλαζε όσα γνώριζαν μέχρι εκείνη τη στιγμή:
«Αν η οικογένειά μου βρεθεί ποτέ σε αυτή τη θέση, το πρώτο πράγμα που πρέπει να προστατευτεί δεν είναι το σπίτι ούτε τα χρήματα. Είναι το παιδί που θα κληθεί να πληρώσει τα λάθη των μεγάλων».
Ο Ντιέγκο διάβασε τη φράση ξανά και ξανά.
Ύστερα κοίταξε τη Λουσία.
Ήξερε πια ποια ήταν η πραγματική του ευθύνη.
Και ήταν έτοιμος να την αναλάβει.
Συνεχίζεται στο ΤΕΛΙΚΟ…

0 comments:
Post a Comment