ΜΕΡΟΣ 6 – «ΝΟΜΙΖΑ ΟΤΙ ΘΑ ΠΕΘΑΙΝΑ ΜΟΝΟΣ… ΑΛΛΑ ΑΚΟΥΣΑ ΤΗ ΦΩΝΗ ΣΟΥ!» — ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΗΛΙΚΙΩΜΕΝΟΥ ΓΕΙΤΟΝΑ ΠΟΥ ΕΚΑΝΑΝ ΤΟΝ ΓΙΟ ΜΟΥ ΝΑ ΛΥΓΙΣΕΙ
Το επόμενο πρωί μπήκα στο νοσοκομείο Σεντ Άγκνες κρατώντας τον Άντριου από το χέρι.
Ο Λόγκαν περπατούσε δίπλα μας.
Φορούσε το ίδιο γκρι φούτερ.
Μόνο που αυτή τη φορά δεν είχε τα χέρια χωμένα βαθιά στις τσέπες του.
Κοιτούσε γύρω του με ανησυχία.
«Μαμά, είσαι σίγουρη ότι θέλει να με δει;»
«Αγάπη μου, αν ήσουν στη θέση του, δεν θα ήθελες να ευχαριστήσεις τον άνθρωπο που έμεινε δίπλα σου;»
Ανασήκωσε τους ώμους.
«Ίσως.»
Ο Άντριου μας κοίταξε.
«Θα δούμε τον κύριο με την καρδιά;»
Χαμογέλασα.
«Ναι, αγάπη μου.»
Ο μικρός έσφιξε κάτι μέσα στη γροθιά του.
Δεν έδωσα σημασία εκείνη τη στιγμή.
Ανεβήκαμε στην καρδιολογική μονάδα.
Σταθήκαμε μπροστά στην πόρτα του δωματίου.
Ο Λόγκαν δίστασε.
«Μαμά…»
«Τι είναι;»
«Κι αν δεν με θυμάται;»
Του χάιδεψα το χέρι.
«Τότε θα του συστηθείς ξανά.»
Χτύπησα απαλά την πόρτα.
«Περάστε!» ακούστηκε μια γνώριμη φωνή.
Ο Γουόλτερ Χένσον καθόταν ανασηκωμένος στο κρεβάτι.
Φορούσε τα γυαλιά του και προσπαθούσε να λύσει ένα σταυρόλεξο.
Όταν μας είδε, χαμογέλασε.
«Ρέιτσελ!»
«Καλημέρα, Γουόλτερ. Πώς αισθάνεσαι;»
«Σαν άνθρωπος που του έδωσαν μια δεύτερη ευκαιρία.»
Ύστερα το βλέμμα του έπεσε στον Λόγκαν.
Άφησε αργά το σταυρόλεξο στην άκρη.
«Λοιπόν… να ο νεαρός που περίμενα.»
Ο Λόγκαν κοκκίνισε.
«Γεια σας, κύριε Χένσον.»
Ο ηλικιωμένος άπλωσε το χέρι του.
«Έλα λίγο πιο κοντά, αγόρι μου.»
Ο γιος μου πλησίασε διστακτικά.
Ο Γουόλτερ έπιασε το χέρι του.
«Μου είπαν τι έκανες.»
«Απλώς ακολούθησα τις οδηγίες.»
«Μερικές φορές», απάντησε ο ηλικιωμένος, «το πιο γενναίο πράγμα είναι να κάνεις αυτό που χρειάζεται, ακόμη κι όταν φοβάσαι.»
Ο Λόγκαν χαμήλωσε τα μάτια.
Ο Γουόλτερ συνέχισε:
«Δεν θυμάμαι τα πάντα από εκείνο το πρωί.»
Το δωμάτιο ησύχασε.
«Θυμάμαι ότι βγήκα στη βεράντα. Θυμάμαι ότι δεν ένιωθα καλά.»
Έκανε μια παύση.
«Μετά όλα έγιναν θολά.»
Έσφιξε απαλά το χέρι του Λόγκαν.
«Αλλά θυμάμαι μια φωνή.»
Ο γιος μου σήκωσε το κεφάλι.
«Μια φωνή που μου μιλούσε. Δεν θυμάμαι τις λέξεις. Θυμάμαι όμως ότι κάποιος ήταν εκεί.»
Τα μάτια του Γουόλτερ γυάλισαν.
«Νόμιζα ότι ήμουν μόνος.»
Ο Λόγκαν κατάπιε δύσκολα.
«Κι εσύ φρόντισες να μην είμαι.»
Δεν άντεξα.
Γύρισα προς το παράθυρο για να κρύψω τα δάκρυά μου.
Γιατί ήξερα τι σήμαιναν εκείνα τα λόγια για τον γιο μου.
Ο Λόγκαν δεν είχε καταφέρει να βρίσκεται δίπλα στον πατέρα του όταν εκείνος πέθανε.
Δεν μπορούσε να αλλάξει εκείνη την ημέρα.
Αλλά είχε καταφέρει να βρίσκεται δίπλα σε έναν άλλον άνθρωπο που χρειαζόταν βοήθεια.
Και αυτή τη φορά, ο άνθρωπος είχε επιζήσει.
«Σας ευχαριστώ», ψιθύρισε ο Λόγκαν.
Ο Γουόλτερ χαμογέλασε.
«Εγώ πρέπει να σε ευχαριστήσω, αγόρι μου.»
Τότε ο Άντριου έκανε ένα βήμα μπροστά.
«Κύριε Γουόλτερ;»
Ο ηλικιωμένος έστρεψε το βλέμμα του προς τον μικρό.
«Τι είναι, παλικάρι μου;»
Ο Άντριου άνοιξε τη γροθιά του.
Μέσα κρατούσε μια ελαφρώς τσαλακωμένη καραμέλα βουτύρου.
Ο Γουόλτερ συνήθιζε να του δίνει τέτοιες καραμέλες όταν περνούσαμε μπροστά από το σπίτι του.
Ο μικρός άπλωσε το χέρι.
«Για σένα.»
Ο Γουόλτερ γέλασε απαλά.
«Για μένα;»
«Ναι.»
«Μα συνήθως εγώ σου δίνω καραμέλες.»
Ο Άντριου έγνεψε σοβαρά.
«Τώρα είναι η σειρά μου.»
Ο ηλικιωμένος πήρε την καραμέλα.
«Και γιατί μου τη δίνεις;»
Ο μικρός ακούμπησε το χεράκι του στο στήθος του.
«Για την καρδιά σου.»
Ο Γουόλτερ έμεινε για μια στιγμή σιωπηλός.
Έπειτα γέλασε μέσα από τα δάκρυά του.
Κι εγώ κατάλαβα ότι εκείνο το μικρό δωμάτιο ήταν γεμάτο από κάτι που είχαμε όλοι ανάγκη.
Ελπίδα.
Όταν φύγαμε από το νοσοκομείο, ο Λόγκαν δεν μιλούσε.
Τον παρατηρούσα από τον καθρέφτη του αυτοκινήτου.
Κοιτούσε έξω από το παράθυρο.
Λίγα λεπτά αργότερα, ακούστηκε η φωνή του.
«Μαμά;»
«Ναι, αγάπη μου;»
«Θέλω να σε ρωτήσω κάτι.»
«Φυσικά.»
Έμεινε για λίγο σιωπηλός.
Ύστερα είπε:
«Νομίζεις ότι ο μπαμπάς θα ήταν περήφανος για μένα;»
Τα χέρια μου έσφιξαν το τιμόνι.
Ήξερα ότι αυτή ήταν η πιο σημαντική ερώτηση που μου είχε κάνει εδώ και δύο χρόνια.
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 7…

0 comments:
Post a Comment