ΜΕΡΟΣ 6
«ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΓΕΙΩΣΗ, Ο ΠΙΛΟΤΟΣ ΓΟΝΑΤΙΣΕ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗ ΓΙΑΓΙΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΡΟΣΦΕΡΕ ΤΑ ΑΣΗΜΕΝΙΑ ΦΤΕΡΑ ΤΟΥ ΠΑΠΠΟΥ — ΑΛΛΑ Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΤΟΝ ΕΚΑΝΕ ΝΑ ΞΕΣΠΑΣΕΙ ΣΕ ΚΛΑΜΑΤΑ»
Το αεροπλάνο προσγειώθηκε στο Σαν Φρανσίσκο λίγο αργότερα.
Οι επιβάτες άρχισαν να σηκώνονται.
Ακούστηκαν οι συνηθισμένοι ήχοι από ζώνες ασφαλείας, χειραποσκευές και κινητά τηλέφωνα.
Όμως εμείς δεν κινηθήκαμε.
Η γιαγιά παρέμεινε στη θέση 34Α.
Κρατούσε την παλιά κάρτα επιβίβασης.
Την είχε διπλώσει προσεκτικά και την είχε ακουμπήσει πάνω στα γόνατά της.
Ο Όλιβερ σηκώθηκε όταν ήρθε η αεροσυνοδός να τον παραλάβει.
«Αντίο, κυρία Ρουθ».
Η γιαγιά χαμογέλασε.
«Αντίο, αγόρι μου».
«Δεν φοβάμαι πια τόσο πολύ».
«Χαίρομαι».
Ο Όλιβερ την αγκάλιασε.
«Ευχαριστώ που μου κρατήσατε το χέρι».
Η γιαγιά του χάιδεψε τα μαλλιά.
«Κάποιος το έκανε κάποτε και για έναν άλλο μικρό ταξιδιώτη».
Ο Όλιβερ χαμογέλασε.
«Τον Ντάνι».
«Ναι».
Το αγόρι απομακρύνθηκε.
Η γιαγιά τον παρακολούθησε μέχρι που χάθηκε στον διάδρομο.
Έπειτα ψιθύρισε:
«Ο Φρανκ θα τον αγαπούσε».
Η επιστροφή των ασημένιων φτερών
Λίγα λεπτά αργότερα, εμφανίστηκαν ο Ντάνι και ο Τζιν.
Ο Ντάνι δεν φορούσε πλέον το καπέλο του.
Προχώρησε αργά προς τη γιαγιά.
Στάθηκε μπροστά της.
Και γονάτισε.
«Κυρία Γουόλς…»
Η γιαγιά τον κοίταξε με τρυφερότητα.
«Ντάνι, αγόρι μου».
Ο πιλότος άνοιξε την παλάμη του.
Μέσα βρίσκονταν τα μικρά ασημένια φτερά.
«Αυτά σας ανήκουν».
Η γιαγιά τα κοίταξε.
Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα.
«Όχι», είπε απαλά.
Ο Ντάνι φάνηκε ξαφνιασμένος.
«Μα ήταν του συζύγου σας».
«Το ξέρω».
«Τα κράτησα είκοσι επτά χρόνια».
«Το ξέρω, αγόρι μου».
«Και τώρα θέλω να σας τα επιστρέψω».
Η γιαγιά άπλωσε το χέρι της.
Για μια στιγμή νόμιζα ότι θα τα πάρει.
Αντί γι' αυτό, έκλεισε απαλά τα δάχτυλα του Ντάνι γύρω από την καρφίτσα.
«Όχι».
Ο Ντάνι την κοίταξε.
«Γιατί;»
Η γιαγιά χαμογέλασε μέσα από τα δάκρυα.
«Επειδή ο Φρανκ σου τα έδωσε».
«Αλλά…»
«Σου είπε να είσαι γενναίος».
Ο Ντάνι έγνεψε.
«Ναι».
Η γιαγιά κοίταξε τη στολή του.
«Και ήσουν».
Η φωνή της έσπασε.
«Κοίτα τι κατάφερες».
Ο Ντάνι άρχισε να κλαίει.
«Δεν θα τα είχα καταφέρει χωρίς εκείνον».
«Τότε κράτησέ τα».
Η γιαγιά άγγιξε την καρφίτσα που ήταν στερεωμένη στην τσάντα της.
«Εκείνος είχε δύο ζευγάρια φτερά».
«Το ένα το έδωσε σε μένα».
«Το άλλο σε σένα».
Χαμογέλασε.
«Έτσι θα έχουμε πάντα κάτι κοινό».
Ο Ντάνι έσκυψε το κεφάλι.
«Δεν ξέρω πώς να σας ευχαριστήσω».
Η γιαγιά άπλωσε τα χέρια της.
«Έλα εδώ».
Ο πιλότος την αγκάλιασε.
Και για αρκετή ώρα κανείς δεν μίλησε.
Η επίσκεψη στο πιλοτήριο
Ο Τζιν χαμογέλασε.
«Κυρία Γουόλς, θα θέλατε να δείτε το πιλοτήριο;»
Η γιαγιά σήκωσε το κεφάλι.
«Εγώ;»
«Φυσικά».
«Μα είμαι ογδόντα χρονών».
Ο Τζιν γέλασε.
«Αυτό δεν είναι απάντηση».
Η γιαγιά χαμογέλασε.
«Τότε ναι».
Τη βοήθησα να σηκωθεί.
Περπατήσαμε αργά προς το μπροστινό μέρος.
Όταν μπήκαμε στο πιλοτήριο, η γιαγιά σταμάτησε.
Κοίταξε τα όργανα.
Τις οθόνες.
Τα καθίσματα.
Τα παράθυρα.
«Ο Φρανκ θα λάτρευε να το δει αυτό», ψιθύρισε.
Ο Ντάνι χαμογέλασε.
«Νομίζω ότι θα είχε πολλές ερωτήσεις».
Η γιαγιά γέλασε.
«Πάρα πολλές».
Έπειτα έμεινε για λίγο σιωπηλή.
«Ξέρετε κάτι;»
Ο Τζιν την κοίταξε.
«Τι;»
«Για είκοσι επτά χρόνια φοβόμουν να μπω σε αεροπλάνο».
«Και τώρα;»
Η γιαγιά κοίταξε τον Ντάνι.
«Τώρα ξέρω ότι δεν χρειάζεται να φοβάμαι τόσο».
Ο Ντάνι χαμογέλασε.
«Θα σας περιμένουμε ξανά στην πτήση 212».
Η γιαγιά τον κοίταξε.
«Ίσως έρθω».
Η συνάντηση στο αεροδρόμιο
Όταν βγήκαμε από το αεροπλάνο, η μητέρα μου μας περίμενε στον χώρο παραλαβής αποσκευών.
Μόλις είδε τη γιαγιά, χαμογέλασε.
«Μαμά!»
Έπειτα παρατήρησε τα πρησμένα μάτια της.
Το χαμόγελό της χάθηκε.
«Τι συνέβη;»
Η γιαγιά άφησε κάτω το μπαστούνι.
Πλησίασε την κόρη της.
Έβαλε τα χέρια στο πρόσωπό της.
«Κάθισα στη θέση του».
Η μητέρα μου πάγωσε.
«Τι;»
«34Α».
Η μητέρα μου έφερε το χέρι στο στόμα της.
«Μαμά…»
Η γιαγιά άρχισε να κλαίει.
«Είδα τα βουνά».
Η μητέρα μου ξέσπασε σε δάκρυα.
«Ω, μαμά…»
«Και γνώρισα τους ανθρώπους που ήταν μαζί του».
Η μητέρα μου την κοίταξε αποσβολωμένη.
«Τους πιλότους;»
Η γιαγιά έγνεψε.
«Ναι».
«Και το μικρό αγόρι».
«Ποιο μικρό αγόρι;»
Η γιαγιά χαμογέλασε.
«Μεγάλωσε».
«Τι εννοείς;»
«Έγινε πιλότος».
Η μητέρα μου άρχισε να κλαίει ακόμη περισσότερο.
«Και σήμερα», συνέχισε η γιαγιά, «με έφερε εκείνος στο Σαν Φρανσίσκο».
Έπειτα είπε τη φράση που άλλαξε τα πάντα.
«Δεν ήταν μόνος, κορίτσι μου. Ο πατέρας σου δεν πέθανε μόνος».
Η μητέρα μου την αγκάλιασε.
Και τότε κατάλαβα ότι οι δύο γυναίκες κουβαλούσαν την ίδια πληγή για είκοσι επτά χρόνια.
Μια πληγή που μόλις είχε αρχίσει να κλείνει.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΣΤΟ ΜΕΡΟΣ 7…

0 comments:
Post a Comment