ΜΕΡΟΣ 6 — Ο ΜΑΪΚΛ ΑΠΑΝΤΗΣΕ ΣΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΔΕΚΑΕΝΝΕΑ ΧΡΟΝΙΑ… ΚΑΙ Η ΕΜΙΛΙ ΑΝΑΚΑΛΥΨΕ ΟΤΙ Η ΣΙΩΠΗ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ ΤΗΣ ΔΕΝ ΗΤΑΝ Η ΜΟΝΗ ΠΟΥ ΤΗΣ ΕΙΧΕ ΣΤΕΡΗΣΕΙ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ
Η Έμιλι διάβασε το μήνυμα ξανά και ξανά.
«Δεν έφυγα ποτέ επειδή δεν ήθελα να σε γνωρίσω».
Οι λέξεις αυτές άνοιξαν μέσα της δεκάδες ερωτήματα. Αν ο Μάικλ είχε προσπαθήσει να επικοινωνήσει, γιατί δεν είχε βρεθεί ποτέ στη ζωή της; Αν ήθελε να τη γνωρίσει, γιατί δεν είχε επιστρέψει; Και γιατί το μήνυμά του έμοιαζε σαν να υπήρχε κάτι που δεν μπορούσε να της πει γραπτώς;
Η Έμιλι πληκτρολόγησε μια απάντηση.
«Τότε γιατί δεν ήσουν εδώ;»
Περίμενε.
Πέντε λεπτά.
Δέκα λεπτά.
Σχεδόν μισή ώρα.
Τελικά, το κινητό της χτύπησε.
«Είναι μια μεγάλη ιστορία. Δεν θέλω να σου πω κάτι που δεν μπορώ να αποδείξω. Αν θέλεις, μπορούμε να συναντηθούμε σε δημόσιο μέρος και να μιλήσουμε. Δεν θα σε πιέσω να κάνεις τίποτα».
Η Έμιλι διάβασε το μήνυμα στη μητέρα της.
Η Μάργκαρετ έμεινε σιωπηλή για αρκετή ώρα.
«Θέλεις να τον συναντήσεις;» τη ρώτησε τελικά.
«Ναι».
«Τότε θα έρθω μαζί σου, αν το θέλεις».
Η Έμιλι σκέφτηκε για λίγο.
«Θέλω να πάω μόνη μου, αλλά θα σου πω πού θα είμαι και πότε θα επιστρέψω. Δεν θέλω να αισθανθώ ότι κάποιος άλλος ελέγχει αυτή τη συνάντηση».
Η Μάργκαρετ έγνεψε.
«Το καταλαβαίνω».
Συμφώνησαν να συναντηθούν το επόμενο απόγευμα σε ένα καφέ στο κέντρο της πόλης.
Η Έμιλι έφτασε νωρίτερα. Κάθισε κοντά στο παράθυρο και κράτησε το κινητό της πάνω στο τραπέζι. Κάθε φορά που άνοιγε η πόρτα, σήκωνε το κεφάλι.
Λίγο μετά τις πέντε, ένας άντρας με γκρίζους κροτάφους μπήκε στο καφέ.
Κρατούσε έναν φάκελο στο χέρι.
Κοίταξε γύρω του και, όταν είδε την Έμιλι, σταμάτησε.
«Έμιλι;»
Εκείνη σηκώθηκε.
«Εσύ είσαι ο Μάικλ;»
Ο άντρας έγνεψε αργά.
«Ναι».
Δεν προσπάθησε να την αγκαλιάσει. Δεν την αποκάλεσε κόρη του με οικειότητα που δεν είχε κερδίσει. Κάθισε απέναντί της και άφησε τον φάκελο πάνω στο τραπέζι.
«Δεν ξέρω από πού να αρχίσω», είπε.
Η Έμιλι σταύρωσε τα χέρια της.
«Από την αρχή. Θέλω να ξέρω γιατί δεν ήσουν στη ζωή μου».
Ο Μάικλ πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Όταν γνώρισα τη μητέρα σου, ήμασταν πολύ νέοι. Αγαπιόμασταν, αλλά η σχέση μας είχε δυσκολίες. Χωρίσαμε και έφυγα από την πόλη για δουλειά. Δεν γνώριζα ότι ήταν έγκυος».
«Και όταν το έμαθες;»
«Έστειλα γράμματα. Προσπάθησα να τηλεφωνήσω. Δεν ήξερα αν ήθελε να επικοινωνήσει μαζί μου. Δεν ήθελα να εμφανιστώ ξαφνικά και να διαλύσω μια οικογένεια που είχε ήδη δημιουργηθεί».
Η Έμιλι τον κοίταξε προσεκτικά.
«Τα γράμματά σου τα έλαβε».
Ο Μάικλ έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή.
«Το υποψιαζόμουν».
«Και γιατί δεν προσπάθησες ξανά;»
«Προσπάθησα για ένα διάστημα. Μετά άλλαξα δουλειά και μετακόμισα. Δεν είχα βεβαιότητα ότι τα μηνύματά μου έφταναν σε εκείνη. Κάποια στιγμή πίστεψα ότι η μητέρα σου είχε αποφασίσει να συνεχίσει τη ζωή της χωρίς εμένα».
«Και δεν σκέφτηκες ότι εγώ μπορεί να ήθελα να σε γνωρίσω;»
Ο Μάικλ χαμήλωσε το βλέμμα.
«Το σκέφτηκα πολλές φορές. Αλλά δεν ήξερα πώς να σε βρω χωρίς να παραβιάσω τα όρια της μητέρας σου. Δεν ήθελα να εμφανιστώ στην πόρτα σας και να απαιτήσω μια θέση στη ζωή σου».
Η Έμιλι ένιωσε θυμό, αλλά και μια απρόσμενη λύπη.
«Άρα όλοι αποφασίζατε για μένα χωρίς να με ρωτήσετε».
Ο Μάικλ έγνεψε.
«Ακούγεται έτσι, και καταλαβαίνω γιατί είσαι θυμωμένη. Δεν μπορώ να αλλάξω το παρελθόν. Μπορώ μόνο να σου πω τι συνέβη από τη δική μου πλευρά».
Η Έμιλι κοίταξε τον φάκελο.
«Τι έχει μέσα;»
Ο Μάικλ τον άνοιξε και έβγαλε μερικές φωτογραφίες, παλιά γράμματα και ένα αντίγραφο μιας επιστολής.
«Τα κράτησα όλα. Δεν ήξερα αν θα τα χρειαζόσουν ποτέ, αλλά δεν ήθελα να τα πετάξω».
Μία από τις φωτογραφίες έδειχνε τον Μάικλ και τη Μάργκαρετ νέους, καθισμένους σε ένα παγκάκι δίπλα στη θάλασσα.
Η Έμιλι την κοίταξε για αρκετή ώρα.
«Η μαμά δεν μου έχει μιλήσει ποτέ γι’ αυτή την περίοδο».
«Ίσως επειδή της θύμιζε κάτι που πονούσε», απάντησε εκείνος. «Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι έπρεπε να σου κρύψει την ιστορία σου».
Η Έμιλι σήκωσε το βλέμμα.
«Δεν θέλω να διαλέξω ανάμεσα σε εσένα και στον Ρόμπερτ».
Ο Μάικλ έγνεψε αμέσως.
«Δεν σου ζητώ να το κάνεις. Ο Ρόμπερτ ήταν εκεί όταν μεγάλωνες. Εγώ δεν ήμουν. Δεν μπορώ να απαιτήσω να σβήσεις όλα όσα έχετε ζήσει μαζί».
«Ακόμη κι αν δεν μπορέσω ποτέ να σε αποκαλέσω πατέρα;»
Ο Μάικλ χαμογέλασε θλιμμένα.
«Θα ήθελα να με γνωρίσεις. Τα υπόλοιπα θα τα αποφασίσεις εσύ».
Η Έμιλι ένιωσε τα μάτια της να γεμίζουν δάκρυα.
Για πρώτη φορά, κάποιος από τους ενήλικες της ζωής της δεν της ζητούσε να προστατεύσει τα συναισθήματά του.
Της έδινε χώρο να αποφασίσει.
Πριν φύγουν, ο Μάικλ της έδωσε μια τελευταία φωτογραφία. Στην πίσω πλευρά υπήρχε μια χειρόγραφη φράση:
«Για το παιδί που δεν γνώρισα ποτέ, αλλά δεν έπαψα να σκέφτομαι».
Η Έμιλι κράτησε τη φωτογραφία στο χέρι της.
Δεν ήξερε αν μπορούσε να εμπιστευτεί τον Μάικλ. Δεν ήξερε αν όλα όσα της είχε πει ήταν η πλήρης αλήθεια.
Αλλά ήξερε ότι είχε πλέον το δικαίωμα να ψάξει, να ρωτήσει και να αποφασίσει μόνη της.
Και όταν επέστρεψε στο σπίτι, βρήκε τον Ρόμπερτ να την περιμένει στο σαλόνι.
«Θέλω να σου μιλήσω», είπε εκείνος.
Η Έμιλι άφησε την τσάντα της κάτω.
«Σε ακούω. Αλλά αυτή τη φορά, δεν θα δεχτώ άλλες μισές αλήθειες».
Ο Ρόμπερτ έγνεψε.
«Υπάρχει κάτι ακόμη που πρέπει να ξέρεις για το έγγραφο που βρήκες στο δάσος».
Η Έμιλι ένιωσε ξανά την καρδιά της να χτυπά δυνατά.
«Τι άλλο;»
Ο Ρόμπερτ πήρε έναν φάκελο από το τραπέζι.
«Αυτός είναι ο λόγος που φοβόμουν τόσο πολύ να σου πω την αλήθεια».
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 7…

0 comments:
Post a Comment