ΜΕΡΟΣ 2 — Η ΝΥΧΤΑ ΠΟΥ Ο ΤΖΑΚ ΚΛΕΙΔΩΘΗΚΕ ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΟΥ… ΚΑΙ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΠΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣΕ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΓΟΝΕΙΣ ΤΟΥ
Δεν ξέρω πόσα δευτερόλεπτα πέρασαν μέχρι να καταφέρω να απαντήσω στον Θίο.
Ίσως πέντε. Ίσως δέκα.
Για μένα, όμως, εκείνη η σιωπή έμοιαζε ατελείωτη.
«Ποια νύχτα εννοείς;» ρώτησα τελικά, αν και ήξερα πολύ καλά ποια νύχτα είχε στο μυαλό του.
Ο Θίο κατέβασε για λίγο το βλέμμα.
«Τη νύχτα που ο Τζακ γύρισε από την εξέταση. Εκείνη που δεν ήθελε να δει κανέναν. Ούτε εσάς ούτε τον πατέρα του. Μου τηλεφώνησε λίγο μετά τα μεσάνυχτα.»
Ένιωσα τα δάχτυλά μου να παγώνουν.
Εκείνη τη νύχτα ο Τζακ είχε επιστρέψει στο σπίτι σιωπηλός. Δεν είχε φάει το βραδινό του και είχε αρνηθεί να μας πει τι του είχε ανακοινώσει ο γιατρός. Όταν ο Ντάνιελ προσπάθησε να μπει στο δωμάτιό του, ο γιος μας τού φώναξε να φύγει.
Δεν τον είχαμε ξανακούσει ποτέ να μιλάει έτσι στον πατέρα του.
Εγώ είχα μείνει έξω από την πόρτα του, κλαίγοντας σιωπηλά, ενώ ο Ντάνιελ έλεγε πως ο γιος μας έπρεπε να σταματήσει να συμπεριφέρεται σαν παιδί.
Το επόμενο πρωί, ο Τζακ είχε ζητήσει συγγνώμη.
Δεν είχαμε ξαναμιλήσει για εκείνη τη νύχτα.
«Τι σου είπε;» ψιθύρισα.
Ο Θίο έσφιξε το χαρτί.
«Μου είπε ότι είχε ακούσει κάτι στο νοσοκομείο. Κάτι που δεν ήξερε πώς να σας εξηγήσει. Μου είπε ότι φοβόταν πως, αν σας το έλεγε, θα προσπαθούσατε να τον προστατεύσετε με τρόπο που θα τον έκανε να χάσει αυτό που ήθελε περισσότερο.»
«Και τι ήθελε;» ρώτησε απότομα ο Ντάνιελ.
Ο Θίο τον κοίταξε για πρώτη φορά.
«Να τον ακούσετε.»
Η απάντηση ήταν τόσο απλή, που κανείς δεν βρήκε τι να πει.
Ο Θίο συνέχισε.
«Ο Τζακ μού είπε ότι όλοι γύρω του μιλούσαν για το μέλλον του σαν να ήταν κάτι που μπορούσαν ακόμη να σχεδιάσουν. Οι γιατροί μιλούσαν για εξετάσεις. Εσείς μιλούσατε για θεραπείες. Οι συγγενείς έλεγαν ότι έπρεπε να είναι δυνατός. Οι φίλοι του τού έλεγαν ότι θα γινόταν καλά.»
Έσκυψε το κεφάλι.
«Κι εκείνος δεν ήθελε να πληγώσει κανέναν λέγοντας ότι φοβόταν.»
Ένιωσα τα δάκρυα να ανεβαίνουν στα μάτια μου.
Θυμήθηκα πόσες φορές είχα πει στον Τζακ να σκέφτεται θετικά. Πόσες φορές είχα χαμογελάσει μπροστά του ενώ μέσα μου διαλυόμουν. Πόσες φορές είχα επιμείνει ότι θα τα καταφέρναμε, επειδή δεν άντεχα να ακούσω άλλη απάντηση.
Πίστευα ότι του έδινα ελπίδα.
Τώρα αναρωτιόμουν αν, άθελά μου, του είχα στερήσει την ευκαιρία να μου πει την αλήθεια του.
«Δεν μπορούσα να του υποσχεθώ ότι θα γινόταν καλά», συνέχισε ο Θίο. «Έτσι του υποσχέθηκα κάτι άλλο. Του είπα ότι, ό,τι κι αν συνέβαινε, δεν θα τον άφηνα να αντιμετωπίσει μόνος του αυτά που φοβόταν.»
Έβγαλε από την τσέπη του ένα μικρό διπλωμένο χαρτί.
«Αυτό είναι δικό του.»
Το αναγνώρισα αμέσως.
Ο Τζακ χρησιμοποιούσε πάντα μικρά κομμάτια χαρτιού για να γράφει ιδέες. Τα έβαζε στις τσέπες του, τα άφηνε στο τραπέζι της κουζίνας και μερικές φορές τα κολλούσε στον καθρέφτη του μπάνιου.
Ο Θίο ξεδίπλωσε το χαρτί και διάβασε:
«Θίο, αν δεν προλάβω να το κάνω εγώ, θέλω να κάνεις κάτι για μένα. Θέλω να φορέσεις εκείνο το κόκκινο φόρεμα που είδαμε στη βιτρίνα. Ναι, εκείνο που είπες ότι δεν θα φορούσες ούτε για ένα εκατομμύριο δολάρια. Θέλω να το φορέσεις στην κηδεία μου.»
Μερικοί άνθρωποι χαμήλωσαν το κεφάλι. Άλλοι κοίταξαν ο ένας τον άλλον αμήχανα.
Ο Θίο, όμως, συνέχισε να διαβάζει.
«Όχι επειδή θέλω να σε κάνω να ντραπείς. Αλλά επειδή θέλω να δω αν οι άνθρωποι που λένε ότι με αγαπούν θα μπορέσουν να κοιτάξουν πέρα από ένα φόρεμα και να θυμηθούν ποιος ήμουν. Θέλω να δω αν θα κλάψουν για μένα ή αν θα ασχοληθούν περισσότερο με το τι φοράει ο φίλος μου.»
Ένα λυγμός ακούστηκε από την πίσω σειρά.
Ο Θίο σταμάτησε, σκούπισε τα μάτια του και συνέχισε.
«Και, Θίο, αν κάποιος θυμώσει, μην του κρατήσεις κακία. Οι άνθρωποι φοβούνται όσα δεν καταλαβαίνουν. Απλώς μην αφήσεις τον φόβο τους να γίνει μεγαλύτερος από την αγάπη μας.»
Ο Ντάνιελ έσκυψε το κεφάλι του.
Δεν τον είχα ξαναδεί να το κάνει έτσι. Όχι από τότε που είχαμε μάθει τη διάγνωση. Όχι ακόμη κι όταν ο Τζακ είχε χάσει τα μαλλιά του από τη θεραπεία. Τότε ο άντρας μου είχε σταθεί δίπλα στο κρεβάτι του γιου μας και είχε υποσχεθεί ότι θα έβρισκαν τρόπο να ξεπεράσουν τα πάντα.
Τώρα, όμως, έμοιαζε να έχει καταλάβει ότι υπήρχαν πράγματα που δεν μπορούσε να διορθώσει.
«Γιατί δεν μας το είπες;» τον ρώτησα ξαφνικά.
Δεν ήξερα αν μιλούσα στον Θίο ή στον νεκρό γιο μου.
Ο Θίο με κοίταξε με μάτια γεμάτα πόνο.
«Γιατί ο Τζακ μού ζήτησε να περιμένω μέχρι σήμερα. Μου είπε ότι, αν σας το έλεγα νωρίτερα, θα προσπαθούσατε να τον κάνετε να αλλάξει γνώμη. Και δεν ήθελα να του πάρω την τελευταία απόφαση που είχε πραγματικά τη δύναμη να πάρει.»
Δεν μπόρεσα να συγκρατηθώ.
Έκλαψα.
Όχι με τη σιωπηλή θλίψη που είχα κρατήσει μέσα μου από τη μέρα που ο Τζακ έφυγε. Έκλαψα όπως κλαίει κάποιος όταν συνειδητοποιεί ότι έχασε όχι μόνο το παιδί του, αλλά και τις τελευταίες λέξεις που δεν πρόλαβε να ακούσει.
Ο Θίο κατέβασε το χαρτί.
«Υπάρχει κι άλλο», είπε.
Ο Ντάνιελ σήκωσε το κεφάλι του.
«Τι άλλο;»
Ο Θίο κοίταξε το φέρετρο.
«Ο Τζακ μού ζήτησε να σας πω ότι σας αγαπούσε. Και τους δύο. Αλλά μου ζήτησε επίσης να σας δώσω κάτι που είχε γράψει για εσάς.»
Έβγαλε έναν μικρό λευκό φάκελο.
Πάνω του, με τον γραφικό χαρακτήρα του γιου μου, υπήρχαν δύο λέξεις:
«Μαμά και μπαμπά.»
Ένιωσα τον κόσμο να χάνεται κάτω από τα πόδια μου.
Ο Θίο δεν άνοιξε τον φάκελο.
Τον κράτησε κοντά στο στήθος του και είπε:
«Δεν μπορώ να τον διαβάσω εγώ. Αυτός είναι δικός σας.»
Έπειτα επέστρεψε στη θέση του, κρατώντας το κόκκινο φόρεμα σαν να ήταν η τελευταία κλωστή που τον συνέδεε με τον φίλο του.
Ο Ντάνιελ έμεινε ακίνητος.
Και τότε, για πρώτη φορά, πρόσεξα κάτι που με τρόμαξε περισσότερο από όλα τα προηγούμενα.
Ο άντρας μου δεν κοίταζε πια το φόρεμα.
Κοίταζε τον φάκελο.
Σαν να φοβόταν τι μπορούσε να γράφει μέσα.
Γιατί ο Τζακ δεν είχε αφήσει μόνο μια υπόσχεση στον Θίο.
Είχε αφήσει και μια επιστολή για εμάς.
Και κανείς μας δεν ήξερε ότι, όταν θα την ανοίγαμε, θα αναγκαζόμασταν να αντιμετωπίσουμε μια αλήθεια που είχαμε αποφύγει για πολύ καιρό.
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 3…

0 comments:
Post a Comment