ΜΕΡΟΣ 2 — «Ο ΔΙΑΣΩΣΤΗΣ ΒΡΗΚΕ ΤΗ ΜΗΤΕΡΑ ΑΝΑΙΣΘΗΤΗ ΣΤΟ ΠΑΤΩΜΑ ΚΑΙ ΕΝΑ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΔΙΠΛΑ ΤΗΣ — ΟΤΑΝ ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΤΗΣ, ΚΑΤΑΛΑΒΕ ΓΙΑΤΙ Η ΕΞΑΧΡΟΝΗ ΕΙΧΕ ΡΙΣΚΑΡΕΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ»
Ο Ανδρέας κρατούσε το σημείωμα με προσοχή.
Η μητέρα είχε γράψει με ανομοιόμορφα γράμματα.
Ορισμένες λέξεις ήταν δυσανάγνωστες.
Σαν να δυσκολευόταν να κρατήσει το στυλό.
«Έχω λιποθυμήσει ξανά.
Τα χαρτιά των διδύμων είναι στην τσάντα με τις πάνες.
Το κλειδί είναι με τη μεγάλη μου κόρη.
Αν δεν μπορώ να ξυπνήσω, βοηθήστε πρώτα τα μωρά.
Σε παρακαλώ, κράτησέ τους μαζί».
Ο Ανδρέας διάβασε την τελευταία γραμμή δεύτερη φορά.
Δεν ήταν ένα συνηθισμένο σημείωμα.
Ήταν οι οδηγίες μιας μητέρας που είχε αντιληφθεί ότι κάτι σοβαρό συνέβαινε στο σώμα της.
Μιας γυναίκας που είχε προσπαθήσει να σκεφτεί τα παιδιά της ακόμα και τη στιγμή που οι δικές της δυνάμεις την εγκατέλειπαν.
«Βρήκα την τσάντα!» φώναξε ένας συνάδελφός του.
Ήταν δίπλα στην κούνια.
Μέσα υπήρχαν πάνες, μωρομάντιλα, μικρά ρουχαλάκια και έγγραφα.
Οι διασώστες επιβεβαίωσαν τα στοιχεία της μητέρας.
Την έλεγαν Έμμα.
Ήταν τριάντα δύο ετών.
Είχε γεννήσει δίδυμα πριν από λίγες ημέρες.
Και τώρα βρισκόταν σε σοβαρή κατάσταση.
«Πρέπει να τη μεταφέρουμε αμέσως», είπε ο Ανδρέας.
Οι συνάδελφοί του συνέχισαν την επείγουσα φροντίδα.
Η Έμμα δεν μπορούσε να τους εξηγήσει τι είχε συμβεί.
Δεν μπορούσε να πει πότε είχε φάει τελευταία φορά.
Ούτε αν είχε ζητήσει βοήθεια πριν χάσει τις αισθήσεις της.
Το σπίτι, όμως, αποκάλυπτε μικρές λεπτομέρειες.
Ένα μισοτελειωμένο ποτήρι νερό.
Μια πετσέτα πεσμένη δίπλα στο κρεβάτι.
Ένα καλάθι με ρούχα που περίμεναν να πλυθούν.
Μικρές κουβέρτες διπλωμένες πάνω σε μια καρέκλα.
Δεν έμοιαζε με σπίτι που κάποιος είχε εγκαταλείψει.
Έμοιαζε με σπίτι όπου μια μητέρα είχε σκοπό να συνεχίσει τη συνηθισμένη της ημέρα.
Να ταΐσει τα μωρά.
Να πλύνει τα ρούχα.
Να ετοιμάσει φαγητό για τη μεγάλη της κόρη.
Αλλά κάποια στιγμή είχε καταρρεύσει.
Και δεν είχε μπορέσει να σηκωθεί ξανά.
Στο νοσοκομείο, η Λίλι καθόταν δίπλα στη Μαρία.
Μπροστά της υπήρχε ένα σάντουιτς.
Δεν το είχε αγγίξει.
«Δεν πεινάς;» ρώτησε η νοσοκόμα.
«Πεινάω».
«Τότε γιατί δεν τρως;»
Η Λίλι κοίταξε τον διάδρομο.
«Αν έρθει η μαμά, θέλω να τη δω».
Η Μαρία ένιωσε έναν κόμπο στον λαιμό.
«Θα σου πω αμέσως μόλις έχουμε νέα».
Η μικρή έγνεψε.
Ύστερα κοίταξε τις παλάμες της.
Ήταν κατακόκκινες.
Η Μαρία τις παρατήρησε.
«Πονάνε τα χεράκια σου;»
«Λίγο».
«Από το καρότσι;»
Η Λίλι έγνεψε.
«Ήταν βαρύ».
«Κουράστηκες πολύ;»
«Ναι».
Η μικρή δίστασε.
«Αλλά δεν μπορούσα να σταματήσω».
«Γιατί;»
Η Λίλι σήκωσε τα μάτια.
«Επειδή φοβόμουν ότι το μωρό θα κοιμόταν όπως η μαμά».
Η νοσοκόμα έμεινε ακίνητη.
Η μικρή δεν γνώριζε τις λέξεις «αφυδάτωση», «επιπλοκή» ή «επείγον περιστατικό».
Ήξερε μόνο ότι η μητέρα της δεν ξυπνούσε.
Και ότι το ένα από τα δύο μωρά είχε γίνει υπερβολικά ήσυχο.
Λίγο αργότερα, ο παιδίατρος βγήκε από το δωμάτιο των νεογνών.
Η Μαρία σηκώθηκε.
«Πώς είναι;»
Ο γιατρός μίλησε χαμηλόφωνα.
«Χρειάζονται και τα δύο στενή παρακολούθηση».
«Και το πιο αδύναμο;»
«Είναι πιο επιβαρυμένο. Ξεκινήσαμε την απαραίτητη υποστήριξη».
Η Λίλι τους κοίταζε.
«Θα γίνουν καλά;»
Ο γιατρός γονάτισε.
«Τα φροντίζουμε πολύ προσεκτικά».
«Και τα δύο;»
«Και τα δύο».
«Είναι μαζί;»
Ο γιατρός χαμογέλασε απαλά.
«Θα τα κρατάμε κοντά όσο μας το επιτρέπει η φροντίδα τους».
Η Λίλι έγνεψε.
Ήταν η πρώτη φορά που έδειξε λίγη ανακούφιση.
Λίγο μετά, ακούστηκε η σειρήνα ενός ασθενοφόρου.
Η μικρή πετάχτηκε από την καρέκλα.
Το σάντουιτς έπεσε από την αγκαλιά της.
«Η μαμά!»
Έτρεξε προς τον διάδρομο.
Η Μαρία την ακολούθησε.
«Λίλι, περίμενε!»
Στην είσοδο εμφανίστηκε ο Ανδρέας.
Δεν έτρεχε πια.
Περπατούσε γρήγορα, κρατώντας κάτι στο χέρι.
Η Λίλι τον αναγνώρισε.
«Βρήκες το σπίτι μου;»
«Ναι».
«Βρήκες τη μαμά;»
«Ναι, αγάπη μου».
Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα.
«Έρχεται;»
«Τη φέραμε στο νοσοκομείο».
Ο Ανδρέας έβγαλε από την τσέπη του το μικρό κλειδί.
Ήταν ακόμα δεμένο στο κορδόνι.
«Και σου έφερα πίσω αυτό».
Η Λίλι το πήρε με τα δύο χέρια.
Το κοίταξε προσεκτικά.
Ύστερα το πέρασε ξανά γύρω από τον λαιμό της.
«Λειτούργησε;» ρώτησε.
Ο Ανδρέας γονάτισε.
«Ναι, Λίλι. Μας βοήθησε να μπούμε».
Η μικρή τον κοίταξε στα μάτια.
«Τότε…»
Η φωνή της έτρεμε.
«Ξύπνησε η μαμά μου;»
Ο Ανδρέας δεν απάντησε αμέσως.
Γιατί η Έμμα ήταν ζωντανή.
Αλλά δεν είχε ακόμα ανακτήσει τις αισθήσεις της.
Και οι γιατροί προσπαθούσαν να καταλάβουν πόσο σοβαρή ήταν η επιπλοκή που είχε παρουσιάσει μετά τον τοκετό.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΣΤΟ ΜΕΡΟΣ 3…

0 comments:
Post a Comment