ΜΕΡΟΣ 1 — Η ΟΙΚΙΑΚΗ ΒΟΗΘΟΣ ΠΟΥ ΠΡΟΣΚΑΛΕΣΑΝ ΓΙΑ ΝΑ ΤΗ ΓΕΛΟΙΟΠΟΙΗΣΟΥΝ ΕΜΦΑΝΙΣΤΗΚΕ ΜΕ ΣΜΑΡΑΓΔΕΝΙΑ ΤΟΥΑΛΕΤΑ, ΠΑΝΑΚΡΙΒΑ ΚΟΣΜΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΝΑ ΜΥΣΤΙΚΟ ΠΟΥ ΘΑ ΚΑΤΕΣΤΡΕΦΕ ΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ
«Προσκαλέστε την οικιακή βοηθό… αλλά πείτε της να ντυθεί στην τρίχα. Είμαι περίεργη να δω τι γελοία αμφίεση θα διαλέξει!»
Το γέλιο της Κλόι Μίτσελ αντήχησε στο μαρμάρινο σαλόνι της έπαυλης Κόβινγκτον, στο Νάσβιλ του Τενεσί. Οι πολυέλαιοι έλαμπαν πάνω από τα κεφάλια των τεσσάρων γυναικών, ενώ τα κρυστάλλινα ποτήρια και τα πανάκριβα διακοσμητικά αντικείμενα αντανακλούσαν το φως σαν να βρίσκονταν μέσα σε βασιλικό παλάτι.
Η Άβα Κόβινγκτον, οικοδέσποινα της έπαυλης και μία από τις πλουσιότερες γυναίκες της περιοχής, κοίταξε προς τον διάδρομο.
Εκεί, γονατισμένη δίπλα στο μαρμάρινο δάπεδο, η Λίζα Ντέιβις γυάλιζε προσεκτικά μια επιφάνεια που κόστιζε περισσότερο από όσα θα κέρδιζε η ίδια σε αρκετά χρόνια δουλειάς.
Φορούσε τη συνηθισμένη μπλε στολή της. Τα καστανά μαλλιά της ήταν πλεγμένα σε μια απλή πλεξούδα και τα χέρια της κινούνταν με την ακρίβεια ανθρώπου που είχε μάθει να μη σπαταλά ούτε χρόνο ούτε ενέργεια.
Η Άβα χαμογέλασε.
«Δεν είναι κακή ιδέα», είπε, σηκώνοντας το ποτήρι της σαμπάνιας. «Θα είναι το καλύτερο αστείο του πάρτι γενεθλίων μου».
Η Χάρπερ Νόουλς και η Σαβάνα Άμποτ αντάλλαξαν βλέμματα και ξέσπασαν σε γέλια. Η Κλόι χτύπησε ελαφρά το χέρι της φίλης της.
«Φαντάζεσαι να εμφανιστεί με ένα φόρεμα από κάποιο φτηνό κατάστημα; Θα χρειαστούμε φωτογραφίες!»
«Αρκεί να μην έρθει με την μπλε στολή της», απάντησε η Άβα. «Δεν θέλω να μπερδευτούν οι καλεσμένοι και να νομίζουν ότι είναι εδώ για να σερβίρει».
Οι γυναίκες γέλασαν ξανά.
Καμία τους δεν σκέφτηκε ότι η γυναίκα που κορόιδευαν βρισκόταν μόλις λίγα μέτρα μακριά.
Η Λίζα εργαζόταν στην έπαυλη εδώ και τρία χρόνια. Κάθε πρωί έφτανε στις επτά, καθάριζε τα δωμάτια, φρόντιζε τα ασημικά, γυάλιζε τα παράθυρα και τακτοποιούσε αντικείμενα που οι ιδιοκτήτες συχνά ξεχνούσαν ακόμη και να κοιτάξουν.
Ήταν είκοσι οκτώ ετών. Δεν μιλούσε πολύ, δεν συμμετείχε ποτέ στις συζητήσεις των εργοδοτών της και δεν έδειχνε να ενοχλείται όταν κάποιος την προσπερνούσε χωρίς να της πει ούτε καλημέρα.
Αυτό, όμως, ήταν που εκνεύριζε περισσότερο την Άβα.
Η Λίζα δεν προσπαθούσε να κερδίσει την εύνοιά της. Δεν παρακαλούσε για επιπλέον χρήματα, δεν έκανε κομπλιμέντα για τα κοσμήματά της και δεν έδειχνε να εντυπωσιάζεται από τον πλούτο της οικογένειας.
Μια φορά, όταν η Άβα είχε αφήσει επίτηδες ένα πανάκριβο βραχιόλι πάνω σε ένα τραπέζι, η Λίζα το είχε παραδώσει αμέσως χωρίς να ρίξει δεύτερη ματιά.
«Δεν έχεις καθόλου περιέργεια;» τη ρώτησε τότε η Άβα.
«Για ποιο πράγμα, κυρία;»
«Για την αξία του».
Η Λίζα είχε απαντήσει ήρεμα:
«Η αξία ενός αντικειμένου δεν αλλάζει τον τρόπο που πρέπει να φέρεται κανείς στους ανθρώπους».
Η Άβα δεν είχε ξεχάσει ποτέ εκείνη την απάντηση.
Τώρα, λοιπόν, ήθελε να της δώσει ένα μάθημα.
«Λίζα!» φώναξε.
Η νεαρή γυναίκα άφησε το πανί της, σηκώθηκε και πλησίασε.
«Μάλιστα, κυρία Κόβινγκτον;»
Η Άβα έβγαλε από την τσάντα της μια υπόλευκη πρόσκληση με χρυσά γράμματα.
«Το Σάββατο διοργανώνω το πάρτι γενεθλίων μου. Αποφάσισα να σε προσκαλέσω».
Η Λίζα κοίταξε την πρόσκληση.
Δεν άνοιξε διάπλατα τα μάτια της. Δεν χαμογέλασε αμήχανα. Δεν προσπάθησε να καταλάβει αν επρόκειτο για παρεξήγηση.
Απλώς την πήρε.
«Σας ευχαριστώ για την πρόσκληση».
Η Άβα έγειρε ελαφρά το κεφάλι.
«Είναι πολύ επίσημη εκδήλωση. Θα βρίσκονται εκεί σημαντικοί επιχειρηματίες, επενδυτές και άνθρωποι που έχουν συνηθίσει σε ένα συγκεκριμένο επίπεδο εμφάνισης».
«Καταλαβαίνω».
«Επομένως, θα πρέπει να ντυθείς κατάλληλα».
«Φυσικά».
Η απάντηση της Λίζας ήταν τόσο ήρεμη, που η Άβα ένιωσε ότι έχανε τον έλεγχο της κατάστασης.
«Ωραία. Σε περιμένουμε το Σάββατο».
Η Λίζα επέστρεψε στη δουλειά της.
Μόλις απομακρύνθηκε, η Κλόι ξέσπασε σε γέλια.
«Δεν μπορώ να πιστέψω ότι το δέχτηκε!»
«Γιατί να μην το δεχτεί;» είπε η Άβα. «Δεν αντιλαμβάνεται καν ότι την κοροϊδεύουμε».
Όμως η Λίζα είχε ακούσει αρκετά.
Εκείνο το απόγευμα, όταν έφυγε από την έπαυλη, δεν κατευθύνθηκε αμέσως προς το μικρό διαμέρισμά της στο Ανατολικό Νάσβιλ. Περπάτησε μέχρι ένα ήσυχο πάρκο, κάθισε σε ένα παγκάκι και έβγαλε την πρόσκληση από την τσέπη της.
Την κοίταξε για αρκετή ώρα.
Ύστερα άνοιξε την τσάντα της και έβγαλε ένα μικρό, παλιό σημειωματάριο. Ανάμεσα στις σελίδες υπήρχαν ημερομηνίες, ονόματα, αντίγραφα συναλλαγών και χειρόγραφες σημειώσεις.
Στην τελευταία σελίδα υπήρχε μια φράση:
«Η αλήθεια πρέπει να παρουσιαστεί εκεί όπου κανείς δεν θα μπορέσει να την κρύψει».
Η Λίζα έκλεισε το σημειωματάριο.
Για τρία χρόνια είχε περιμένει τη σωστή στιγμή.
Και η Άβα μόλις της την είχε προσφέρει.
Το ίδιο βράδυ, η Λίζα έκανε ένα τηλεφώνημα.
«Παρακαλώ;» ακούστηκε μια βαθιά ανδρική φωνή.
«Παππού, είμαι εγώ».
Ακολούθησε σιωπή.
«Λίζα; Συμβαίνει κάτι;»
«Όχι. Απλώς ήρθε η ώρα».
Ο ηλικιωμένος άντρας δεν απάντησε αμέσως.
«Είσαι απολύτως σίγουρη ότι θέλεις να το κάνεις;»
Η Λίζα κοίταξε την πρόσκληση πάνω στο κομοδίνο της.
«Περίμενα τρία χρόνια. Δεν πρόκειται να περιμένω άλλο».
«Τότε θα ξεκινήσουμε αύριο», είπε εκείνος.
Η Λίζα έκλεισε το τηλέφωνο.
Για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, χαμογέλασε.
Το επόμενο πρωί, η Άβα έπαιρνε πρωινό στη βεράντα με τον πρωτότοκο γιο της, τον Ζάκαρι Κόβινγκτον.
Στα τριάντα τέσσερά του, ο Ζάκαρι είχε αναλάβει τη διεύθυνση της οικογενειακής επιχείρησης μετά τον θάνατο του πατέρα του. Ήταν σοβαρός, συγκρατημένος και πολύ πιο προσεκτικός από τη μητέρα του όταν επρόκειτο για ανθρώπινες σχέσεις.
«Έχω μια ευχάριστη είδηση», ανακοίνωσε η Άβα. «Κάλεσα τη Λίζα στο πάρτι μου».
Ο Ζάκαρι άφησε αργά το φλιτζάνι του.
«Τη Λίζα Ντέιβις;»
«Ναι, την οικιακή βοηθό μας».
«Για ποιον λόγο;»
Η Άβα χαμογέλασε πονηρά.
«Η Κλόι είχε μια εξαιρετική ιδέα. Θα είναι διασκεδαστικό να τη δούμε ανάμεσα σε όλους αυτούς τους ανθρώπους».
Ο Ζάκαρι δεν χαμογέλασε.
«Μαμά, αυτό δεν είναι αστείο».
«Σε παρακαλώ, μη μου κάνεις κήρυγμα από τόσο νωρίς το πρωί».
«Δεν σου κάνω κήρυγμα. Σου λέω ότι δεν είναι σωστό να προσκαλείς έναν άνθρωπο σε μια εκδήλωση για να τον ταπεινώσεις».
Η Άβα ακούμπησε το κουτάλι της στο πιατάκι.
«Δεν καταλαβαίνεις. Είναι απλώς ένα παιχνίδι».
«Για σένα ίσως».
«Ο Ζάκαρι Κόβινγκτον δεν χρειάζεται να ανησυχεί για το πώς αισθάνεται μια οικιακή βοηθός».
Εκείνος σηκώθηκε από το τραπέζι.
«Ίσως αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα της οικογένειάς μας».
Η Άβα τον κοίταξε με θυμό.
«Τι θέλεις να πεις;»
Ο Ζάκαρι πήρε το σακάκι του.
«Ότι κάποια πράγματα που θεωρούμε ασήμαντα μπορεί να αποδειχθούν πολύ πιο σημαντικά απ’ όσο νομίζουμε».
Έφυγε χωρίς να προσθέσει τίποτε άλλο.
Η Άβα έμεινε στη βεράντα, ενοχλημένη από την προειδοποίησή του. Δεν μπορούσε να φανταστεί ότι ο γιος της είχε περισσότερους λόγους να ανησυχεί απ’ όσους γνώριζε.
Το Σάββατο έφτασε με λαμπερό ήλιο και έναν ουρανό χωρίς σύννεφα.
Η έπαυλη είχε μεταμορφωθεί. Λευκά λουλούδια στόλιζαν την κεντρική είσοδο, εκατοντάδες μικρά φώτα κρέμονταν από τα δέντρα και σερβιτόροι με μαύρα κοστούμια κινούνταν ανάμεσα στα τραπέζια.
Περίπου τριακόσιοι καλεσμένοι είχαν προσκληθεί. Επιχειρηματίες, τραπεζίτες, επενδυτές, ιδιοκτήτες πολυτελών ακινήτων και γυναίκες που φορούσαν κοσμήματα αξίας δεκάδων χιλιάδων δολαρίων.
Η Άβα φορούσε ένα μακρύ φόρεμα σε χρώμα σαμπάνιας και ένα διαμαντένιο περιδέραιο που είχε κληρονομήσει από τη μητέρα της.
Στις οκτώ και μισή το βράδυ, στεκόταν κοντά στην κεντρική είσοδο και χαιρετούσε τους τελευταίους καλεσμένους.
Τότε ένα μαύρο πολυτελές αυτοκίνητο σταμάτησε μπροστά στα σκαλιά.
Ο σοφέρ βγήκε, περπάτησε γύρω από το όχημα και άνοιξε την πίσω πόρτα.
Μια γυναίκα εμφανίστηκε.
Φορούσε μια σμαραγδένια βραδινή τουαλέτα, κομψή και λιτή, που ταίριαζε απόλυτα στη σιλουέτα της. Στον λαιμό της έλαμπε ένα παλιό περιδέραιο με σπάνιες πέτρες, ενώ στα αυτιά της κρέμονταν σκουλαρίκια που έμοιαζαν να έχουν βγει από οικογενειακό θησαυροφυλάκιο.
Δεν φορούσε υπερβολικό μακιγιάζ. Δεν προσπαθούσε να τραβήξει την προσοχή.
Κι όμως, όλοι όσοι βρίσκονταν κοντά στην είσοδο γύρισαν να την κοιτάξουν.
Η γυναίκα προχώρησε με σταθερό βήμα.
Η Άβα την παρατήρησε αφηρημένα, μέχρι που τα μάτια της συνάντησαν το πρόσωπό της.
Το χαμόγελό της πάγωσε.
Για μερικά δευτερόλεπτα δεν μπόρεσε να μιλήσει.
«Λίζα;» ψιθύρισε.
Η γυναίκα σταμάτησε μπροστά της.
«Καλησπέρα, κυρία Κόβινγκτον. Σας ευχαριστώ για την πρόσκληση».
Η Άβα κοίταξε το φόρεμα, τα κοσμήματα και το μαύρο αυτοκίνητο πίσω της.
«Πώς… πώς ήρθες εδώ;»
Η Λίζα χαμογέλασε ελαφρά.
«Με αυτοκίνητο, όπως όλοι οι υπόλοιποι».
Πριν προλάβει η Άβα να απαντήσει, ο υπεύθυνος της υποδοχής πλησίασε τη Λίζα και της έδωσε ένα μικρό, σφραγισμένο φάκελο.
«Κυρία Ντέιβις, ο κύριος σας περιμένει μέσα. Μας ζήτησε να σας οδηγήσουμε αμέσως κοντά του».
Η Άβα ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.
«Ποιος κύριος;»
Η Λίζα την κοίταξε στα μάτια.
«Θα τον γνωρίσετε σε λίγο».
Και πέρασε δίπλα της, αφήνοντάς την ακίνητη στα σκαλιά της έπαυλης.
Για πρώτη φορά εκείνο το βράδυ, η Άβα δεν είχε τίποτα να πει.
Δεν γνώριζε ότι η γυναίκα που είχε προσκαλέσει για να γίνει αντικείμενο χλευασμού είχε ήδη φροντίσει να φτάσουν στην έπαυλη άνθρωποι που δεν μπορούσε να αγνοήσει.
Και δεν γνώριζε ότι το πραγματικό πάρτι μόλις είχε αρχίσει.
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 2…
0 comments:
Post a Comment