ΜΕΡΟΣ 2 — Η ΑΔΕΛΦΗ ΤΟΥ ΖΗΤΟΥΣΕ ΧΡΗΜΑΤΑ ΕΔΩ ΚΑΙ ΜΗΝΕΣ, ΑΛΛΑ ΕΝΑ ΠΑΛΙΟ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΕΓΓΡΑΦΟ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕ ΟΤΙ ΚΑΠΟΙΟΣ ΕΙΧΕ ΚΑΤΙ ΠΟΛΥ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΣΤΟ ΜΥΑΛΟ ΤΟΥ
Η Βαλέρια πέρασε το υπόλοιπο απόγευμα στο σπίτι της Σοφίας.
Η φίλη της δεν την πίεσε να πάρει αμέσως αποφάσεις. Της έφτιαξε λίγο τσάι, της έδωσε καθαρά ρούχα και την άφησε να μιλήσει όταν ένιωσε έτοιμη.
Για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, η Βαλέρια δεν χρειαζόταν να προσέχει κάθε λέξη της.
Δεν χρειαζόταν να ανησυχεί μήπως κάποιος θυμώσει επειδή εξέφρασε μια διαφορετική άποψη.
Δεν χρειαζόταν να εξηγεί γιατί είχε δικαίωμα να κρατήσει τα χρήματα που είχε κερδίσει.
«Γιατί δεν μου είπες νωρίτερα ότι τα πράγματα είχαν φτάσει σε αυτό το σημείο;» τη ρώτησε η Σοφία.
Η Βαλέρια κοίταξε το φλιτζάνι της.
«Επειδή κάθε φορά που συνέβαινε κάτι, ο Αλεχάντρο ζητούσε συγγνώμη. Μου έλεγε ότι είχε άγχος, ότι η δουλειά τον πίεζε, ότι η Ρεβέκκα περνούσε δύσκολα. Και μετά για λίγες εβδομάδες όλα ήταν ήρεμα.»
«Και μετά ξανάρχιζαν.»
Η Βαλέρια έγνεψε.
«Στην αρχή ήταν μόνο λόγια. Μετά άρχισε να ελέγχει τις αποφάσεις μου. Ήθελε να ξέρει πόσα ξόδευα, σε ποιον τηλεφωνούσα και γιατί επέστρεφα αργότερα από τη δουλειά. Όταν αρνιόμουν κάτι, με τιμωρούσε με σιωπή. Τελικά, άρχισα να υπολογίζω κάθε μου κίνηση για να μη θυμώσει.»
Η Σοφία έσκυψε προς το μέρος της.
«Αυτό δεν είναι φυσιολογικό, Βαλέρια.»
«Το ξέρω τώρα.»
Και αυτή ήταν η πιο δύσκολη παραδοχή.
Όχι ότι ο Αλεχάντρο είχε αλλάξει.
Αλλά ότι εκείνη είχε συνηθίσει τόσο πολύ να δικαιολογεί τη συμπεριφορά του, ώστε είχε αρχίσει να αμφισβητεί τη δική της κρίση.
Το επόμενο πρωί, επικοινώνησε με δικηγόρο για να ενημερωθεί σχετικά με τα δικαιώματά της, την προστασία της περιουσίας της και τις διαδικασίες που έπρεπε να ακολουθήσει. Δεν ήθελε να κάνει κινήσεις υπό την επήρεια του θυμού. Ήθελε να ξέρει τι ίσχυε πραγματικά.
Ο δικηγόρος τής ζήτησε να συγκεντρώσει τα έγγραφα ιδιοκτησίας του διαμερίσματος, τις τραπεζικές καταστάσεις, τις αποδείξεις για τις οικονομικές συναλλαγές που την ανησυχούσαν και την ιατρική γνωμάτευση.
Η Βαλέρια συμφώνησε.
Το ίδιο απόγευμα, επέστρεψε στο διαμέρισμά της συνοδευόμενη από δύο αστυνομικούς, ώστε να παραλάβει τα προσωπικά της αντικείμενα με ασφάλεια.
Ο Αλεχάντρο δεν ήταν εκεί.
Η Ρεβέκκα, όμως, βρισκόταν στο σαλόνι.
Φορούσε ένα καινούργιο σακάκι και κρατούσε το κινητό της. Μόλις είδε τη Βαλέρια, σηκώθηκε απότομα.
«Επιτέλους! Πού ήσουν; Ο Αλεχάντρο σε ψάχνει παντού!»
Η Βαλέρια δεν απάντησε.
Πήρε μια βαλίτσα από την ντουλάπα και άρχισε να βάζει μέσα τα ρούχα της.
Η Ρεβέκκα την ακολούθησε.
«Δεν μπορείς να εξαφανίζεσαι έτσι. Ο αδελφός μου έχει νεύρα εξαιτίας σου.»
Η Βαλέρια σταμάτησε.
«Εξαιτίας μου;»
«Ναι! Έκανες ένα απλό περιστατικό τεράστιο θέμα. Όλοι μαλώνουν μερικές φορές.»
Η Βαλέρια την κοίταξε ήρεμα.
«Ο αδελφός σου μού πέταξε καυτό καφέ στο πρόσωπο.»
Για πρώτη φορά, η Ρεβέκκα δεν είχε έτοιμη απάντηση.
Ύστερα ανασήκωσε τους ώμους.
«Δεν έπρεπε να τον προκαλέσεις.»
Η Βαλέρια ένιωσε ένα κρύο κύμα να διαπερνά το σώμα της.
Δεν ήταν μόνο ο Αλεχάντρο που θεωρούσε ότι η βία ήταν δικό της φταίξιμο.
Ήταν και η αδελφή του.
«Δεν θα συζητήσω άλλο μαζί σου», είπε.
Συνέχισε να μαζεύει τα πράγματά της.
Καθώς έβγαζε έναν φάκελο από το συρτάρι, ένα παλιό τραπεζικό έγγραφο γλίστρησε στο πάτωμα.
Η Ρεβέκκα το πρόσεξε.
Το βλέμμα της καρφώθηκε στο χαρτί.
Για μια στιγμή, το πρόσωπό της άλλαξε.
Η Βαλέρια το παρατήρησε.
Έσκυψε και πήρε το έγγραφο πριν προλάβει η άλλη γυναίκα να το αγγίξει.
«Τι είναι αυτό;» ρώτησε η Ρεβέκκα απότομα.
«Ένα τραπεζικό έγγραφο.»
«Γιατί το έχεις;»
Η Βαλέρια συνοφρυώθηκε.
«Επειδή βρισκόταν ανάμεσα στα οικονομικά χαρτιά που μου έδωσε ο Αλεχάντρο για να τακτοποιήσω πριν από λίγες εβδομάδες.»
Η Ρεβέκκα άρχισε να μιλά πιο γρήγορα.
«Δεν έχει σημασία. Δώσ' το μου.»
Η Βαλέρια την κοίταξε.
«Γιατί;»
«Επειδή αφορά εμένα.»
Η σιωπή που ακολούθησε ήταν αρκετή για να καταλάβει η Βαλέρια ότι είχε αγγίξει ένα ευαίσθητο σημείο.
Δεν παρέδωσε το χαρτί.
Το έβαλε μέσα στον φάκελο με τα προσωπικά της έγγραφα.
«Αν σε αφορά, θα το εξετάσει ο δικηγόρος μου.»
Η Ρεβέκκα χλόμιασε.
«Δεν έχεις δικαίωμα να ανακατεύεσαι στις υποθέσεις μου!»
«Τότε δεν έχεις λόγο να φοβάσαι.»
Η Βαλέρια έφυγε χωρίς να συνεχίσει τη συζήτηση.
Το βράδυ, όταν κάθισε στο σπίτι της Σοφίας, εξέτασε ξανά το έγγραφο.
Ήταν αντίγραφο μιας αίτησης χρηματοδότησης. Στο πεδίο των στοιχείων του αιτούντος αναφερόταν μια εταιρεία που δεν γνώριζε. Παρακάτω υπήρχε αναφορά σε εγγύηση, ενώ ένα από τα συνημμένα παρέπεμπε σε λογαριασμό που συνδεόταν με δική της οικονομική δραστηριότητα.
Δεν μπορούσε να καταλάβει αν επρόκειτο για απλή αίτηση, για προσχέδιο ή για κάτι που είχε ήδη προχωρήσει.
Το όνομα του Αλεχάντρο, όμως, εμφανιζόταν στα στοιχεία επικοινωνίας.
Και το όνομα της Ρεβέκκα εμφανιζόταν σε ένα από τα συνοδευτικά έγγραφα.
Η Βαλέρια φωτογράφισε κάθε σελίδα και έστειλε αντίγραφα στον δικηγόρο της, χωρίς να αλλάξει ή να αφαιρέσει τίποτα από τα πρωτότυπα.
Ύστερα τηλεφώνησε στην τράπεζα μέσω του επίσημου αριθμού εξυπηρέτησης πελατών, ζητώντας να ενημερωθεί αν υπήρχε οποιαδήποτε ενεργή αίτηση ή εξουσιοδότηση συνδεδεμένη με τα στοιχεία της.
Η υπάλληλος την ενημέρωσε ότι θα χρειαζόταν επίσημη ταυτοποίηση και έλεγχος πριν δοθεί οποιαδήποτε πληροφορία.
Η Βαλέρια έκλεισε το τηλέφωνο.
Δεν είχε ακόμη αποδείξεις ότι κάποιος είχε χρησιμοποιήσει παράνομα τα στοιχεία της.
Είχε, όμως, αρκετές ενδείξεις ώστε να μην αγνοήσει το ζήτημα.
Και τότε έλαβε ένα μήνυμα από άγνωστο αριθμό.
«Μην εμπιστεύεσαι τον Αλεχάντρο. Δεν ξέρεις τι έχει κάνει με τα χρήματά σου.»
Η Βαλέρια το διάβασε δύο φορές.
Ύστερα ήρθε δεύτερο μήνυμα.
«Αν θέλεις να μάθεις την αλήθεια, έλεγξε την αίτηση χρηματοδότησης με αριθμό 7841.»
Η καρδιά της άρχισε να χτυπά πιο γρήγορα.
Δεν γνώριζε ποιος της έστελνε τα μηνύματα.
Αλλά ο αριθμός που αναφερόταν στο δεύτερο μήνυμα ήταν ο ίδιος που εμφανιζόταν στο τραπεζικό έγγραφο.
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 3…

0 comments:
Post a Comment