ΜΕΡΟΣ 7 — «Είμαι Εγώ»: Η Μάργκαρετ Ακούει τη Δική της Φωνή και Ανακαλύπτει ότι Είχε Σχεδιάσει τα Πάντα
Η φωνή μου συνέχισε να ακούγεται από το παλιό κασετόφωνο.
«Είμαι εγώ.»
Τρεις λέξεις.
Τρεις λέξεις που έμοιαζαν να γκρεμίζουν όσα πίστευα για τον εαυτό μου.
Δεν μπορούσα να κουνηθώ.
Η κυρία Οκόνορ με κοιτούσε με τρόμο.
Ο Ρίτσαρντ όμως…
χαμογελούσε.
Όχι επειδή είχε κερδίσει.
Αλλά επειδή περίμενε αυτή τη στιγμή εδώ και δώδεκα χρόνια.
«Τώρα θυμάσαι;» ρώτησε.
«Όχι.»
Η φωνή μου βγήκε ψιθυριστή.
«Δεν θυμάμαι τίποτα.»
«Αυτό ήταν το σχέδιο.»
«Ποιο σχέδιο;»
Ο Ρίτσαρντ πλησίασε.
«Το δικό σου.»
Ένιωσα ένα ρίγος.
«Δεν καταλαβαίνω.»
«Φυσικά και δεν καταλαβαίνεις. Εσύ φρόντισες να μη θυμάσαι.»
«Εγώ;»
«Εσύ.»
Η κυρία Οκόνορ έκανε ένα βήμα μπροστά.
«Τι της κάνατε;»
Ο Ρίτσαρντ γύρισε προς το μέρος της.
«Τίποτα.»
«Τότε γιατί δεν θυμάται;»
«Επειδή το επέλεξε.»
Τον κοίταξα.
«Δεν θα μπορούσα να επιλέξω να ξεχάσω κάτι τέτοιο.»
«Θα μπορούσες.»
Έβγαλε έναν φάκελο από το παλτό του.
«Και το έκανες.»
Μου τον πέταξε.
Τον έπιασα.
Στην μπροστινή πλευρά υπήρχε ένα όνομα.
Δρ. Έλενα Μόρις.
Το όνομα μου ήταν γνωστό.
Πολύ γνωστό.
«Ποια είναι;»
«Η γιατρός που σε βοήθησε.»
«Να κάνω τι;»
Ο Ρίτσαρντ δεν απάντησε.
Άνοιξα τον φάκελο.
Μέσα υπήρχαν έγγραφα.
Δεν κατάλαβα τα περισσότερα.
Αλλά υπήρχε μία φράση που μπορούσα να διαβάσω καθαρά:
«Ο ασθενής ζητά να αποκλειστεί συγκεκριμένο χρονικό διάστημα από την ανάκληση της μνήμης.»
Τα χέρια μου άρχισαν να τρέμουν.
«Όχι…»
«Ναι.»
«Δεν θα το έκανα.»
«Το έκανες.»
«Γιατί;»
Ο Ρίτσαρντ χαμογέλασε.
«Για να προστατεύσεις τους πάντες.»
«Ποιους;»
«Τον εαυτό σου. Τον Ντάνιελ. Τον Άρθουρ. Ακόμα και εμένα.»
Τον κοίταξα με δυσπιστία.
«Εσένα;»
«Ναι.»
Η φωνή του έγινε σοβαρή.
«Γιατί πριν από δώδεκα χρόνια δεν ήσουν απλώς υπάλληλος μιας δικηγορικής εταιρείας.»
Έσκυψε προς το μέρος μου.
«Ήσουν το πρόσωπο που ανακάλυψε τι πραγματικά συνέβαινε.»
Το κασετόφωνο συνέχισε.
Η δική μου φωνή ακούστηκε ξανά.
«Αν κάποιος βρει αυτή την κασέτα, σημαίνει ότι η μνήμη μου άρχισε να επιστρέφει.»
Μια παύση.
«Και αν η μνήμη μου επιστρέψει, δεν πρέπει να εμπιστευτώ κανέναν.»
Η ηχογράφηση σταμάτησε για λίγα δευτερόλεπτα.
Μετά ακούστηκε μια άλλη φωνή.
Η φωνή του Ντάνιελ.
«Είσαι σίγουρη;»
Η δική μου φωνή απάντησε:
«Πρέπει.»
«Κι αν ξεχάσεις;»
«Τότε θα έχω αφήσει στοιχεία.»
«Και πού;»
«Σε μέρη που δεν θα γνωρίζεις.»
«Ούτε εσύ;»
«Ούτε εγώ.»
Ένιωσα ένα κρύο ρίγος να διαπερνά το σώμα μου.
Δεν είχα απλώς ξεχάσει.
Είχα δημιουργήσει έναν μηχανισμό για να μην μπορώ να προδώσω την αλήθεια ακόμα κι αν κάποιος με ανάγκαζε.
Η φωνή μου συνέχισε:
«Ο Ντάνιελ θα πρέπει να με παρακολουθεί.»
Η κυρία Οκόνορ γύρισε προς εμένα.
«Να σε παρακολουθεί;»
«Ακούς;» ψιθύρισα.
«Ναι.»
Η ηχογράφηση:
«Θα πρέπει να βρίσκεται κοντά μου. Θα πρέπει να ξέρει αν θυμάμαι. Αν κάποιος προσπαθήσει να με πλησιάσει, θα πρέπει να με προειδοποιήσει.»
Ο Ντάνιελ απάντησε:
«Και αν με μισήσει;»
Η φωνή μου ήταν ήρεμη.
«Καλύτερα να με μισεί και να είναι ζωντανός.»
Το κασετόφωνο σταμάτησε.
Κανείς μας δεν μίλησε.
Ο Ρίτσαρντ κοίταξε εμένα.
«Τώρα καταλαβαίνεις γιατί ο Ντάνιελ πετούσε τα φακελάκια τσαγιού.»
Ένιωσα τα μάτια μου να γεμίζουν δάκρυα.
«Τα φακελάκια…»
«Ήταν κώδικας.»
«Τι;»
«Το πρώτο φακελάκι σήμαινε ότι κάποιος σε παρακολουθεί.»
«Και το δεύτερο;»
«Ότι ο Ντάνιελ ήταν κοντά.»
«Και το σημείωμα;»
Ο Ρίτσαρντ χαμογέλασε.
«Δεν το έγραψε ο Ντάνιελ.»
Πάγωσα.
«Τότε ποιος;»
«Εσύ.»
Έκανα ένα βήμα πίσω.
«Όχι.»
«Το έγραψες πριν από δώδεκα χρόνια.»
«Δεν γίνεται.»
«Δεν θυμάσαι ότι είχες αφήσει οδηγίες στον εαυτό σου.»
«Ποιες οδηγίες;»
Ο Ρίτσαρντ έδειξε το κουτί.
«Άνοιξε τον μικρό φάκελο.»
Κοίταξα το κόκκινο κουτί.
Υπήρχε πράγματι ένας μικρός φάκελος που δεν είχα ανοίξει.
Τον πήρα.
Πάνω του υπήρχε μια φράση γραμμένη με το δικό μου γραφικό χαρακτήρα:
«Όταν ο Ντάνιελ αρχίσει να πετάει φακελάκια τσαγιού, σημαίνει ότι ήρθε η ώρα.»
Τα πόδια μου λύγισαν.
Η κυρία Οκόνορ με κράτησε.
«Μάργκαρετ…»
«Εγώ το έγραψα.»
«Ναι.»
«Γιατί όμως τσάι;»
Ο Ρίτσαρντ απάντησε:
«Επειδή ήταν το μόνο πράγμα που μπορούσε να κάνει ο Ντάνιελ χωρίς να κινήσει υποψίες.»
Έκλεισα τα μάτια.
Ξαφνικά θυμήθηκα κάτι.
Μια κουζίνα.
Ένα φλιτζάνι.
Ο Ντάνιελ απέναντί μου.
Εγώ να του δίνω ένα χαρτί.
«Αν ποτέ επιστρέψω στο 3Β, δεν θα πρέπει να ξέρεις ότι θυμάμαι.»
Ο Ντάνιελ:
«Και αν δεν θυμηθείς ποτέ;»
Εγώ:
«Τότε θα συνεχίσεις να με προστατεύεις χωρίς να ξέρεις γιατί.»
Άνοιξα τα μάτια.
«Θεέ μου…»
Ο Ρίτσαρντ με παρατηρούσε.
«Τώρα άρχισες να θυμάσαι.»
«Εσύ δεν ήθελες να θυμάμαι.»
«Όχι.»
«Τότε γιατί μου τα λες όλα;»
Για πρώτη φορά το χαμόγελό του εξαφανίστηκε.
«Γιατί πλέον δεν έχω άλλη επιλογή.»
«Γιατί;»
Έβγαλε το κινητό του.
Μου έδειξε την οθόνη.
Υπήρχε ένα μήνυμα.
«Ο φάκελος βρέθηκε.»
Το είδα.
Και τότε ακούστηκε ένας θόρυβος από τις σκάλες.
Ο Ντάνιελ.
Μπήκε στο υπόγειο.
Κοίταξε τον Ρίτσαρντ.
Μετά εμένα.
Και μετά το κόκκινο κουτί.
«Πού είναι;»
Ο Ρίτσαρντ χαμογέλασε.
«Εδώ.»
Ο Ντάνιελ πλησίασε.
«Μάργκαρετ…»
Τον κοίταξα.
Για πρώτη φορά δεν ένιωσα φόβο.
Ένιωσα θυμό.
«Εσύ ήσουν αυτός που έγραψε το πρώτο σημείωμα;»
«Όχι.»
«Ήξερες τι περιείχε το κουτί;»
«Όχι.»
«Με παρακολουθούσες δώδεκα χρόνια;»
Ο Ντάνιελ δεν απάντησε.
«Απάντησέ μου.»
«Ναι.»
«Γιατί;»
«Για να σε προστατεύσω.»
«Από ποιον;»
Κοίταξε τον Ρίτσαρντ.
«Από όλους.»
Ο Ρίτσαρντ γέλασε.
«Πάντα τόσο πιστός.»
Ο Ντάνιελ γύρισε προς το μέρος του.
«Δεν είμαι πλέον δικός σου.»
«Δεν αποφασίζεις εσύ.»
«Αποφάσισα ήδη.»
Ο Ρίτσαρντ έκανε ένα βήμα προς εκείνον.
«Τότε πες της την αλήθεια.»
Ο Ντάνιελ έμεινε ακίνητος.
«Ποια αλήθεια;»
«Πες της ποιος πήρε τον δεύτερο φάκελο.»
Η σιωπή ήταν εκκωφαντική.
Ο Ντάνιελ με κοίταξε.
Τα μάτια του ήταν γεμάτα ενοχή.
«Μάργκαρετ…»
«Ποιος;»
Δεν απάντησε.
«Ποιος πήρε τον δεύτερο φάκελο;»
Ο Ντάνιελ έκλεισε τα μάτια.
«Εσύ.»
Ένιωσα το σώμα μου να παγώνει.
«Τι;»
«Εσύ τον πήρες.»
«Πού;»
«Δεν τον έκρυψες στην πολυκατοικία.»
«Τότε πού;»
Ο Ντάνιελ με κοίταξε.
«Τον παρέδωσες στην αστυνομία.»
Ο Ρίτσαρντ έκανε ένα βήμα πίσω.
«Όχι.»
Για πρώτη φορά στο πρόσωπό του εμφανίστηκε πραγματικός φόβος.
Ο Ντάνιελ συνέχισε:
«Ο φάκελος βρίσκεται ακόμα εκεί.»
«Πού;»
«Στα αρχεία μιας υπόθεσης που έκλεισε πριν από δώδεκα χρόνια.»
«Ποιας υπόθεσης;»
Ο Ντάνιελ με κοίταξε κατάματα.
«Της υπόθεσης που έστειλε έναν άνθρωπο στη φυλακή.»
Ο Ρίτσαρντ ψιθύρισε:
«Δεν γίνεται…»
Ο Ντάνιελ απάντησε:
«Γίνεται.»
Και τότε άνοιξε την πόρτα του υπογείου.
Μπήκαν δύο αστυνομικοί.
Ο ένας κρατούσε έναν φάκελο.
Ο Ντάνιελ κοίταξε εμένα.
«Ήρθε η ώρα να θυμηθείς όλη την αλήθεια.»
Ο αστυνομικός ακούμπησε τον φάκελο πάνω στο τραπέζι.
Στην μπροστινή πλευρά υπήρχε ένα όνομα.
Ρίτσαρντ ΒΕΪΛ.
Ο Ρίτσαρντ χλώμιασε.
Αλλά πριν προλάβει κανείς να μιλήσει, ο δεύτερος αστυνομικός έβγαλε από την τσέπη του ένα ακόμα έγγραφο.
«Υπάρχει ένα πρόβλημα.»
Όλοι γύρισαν προς το μέρος του.
«Ο φάκελος που παραδόθηκε στην αστυνομία πριν από δώδεκα χρόνια δεν περιείχε μόνο στοιχεία εναντίον του Ρίτσαρντ.»
Με κοίταξε.
«Περιείχε και στοιχεία εναντίον κάποιου άλλου.»
«Ποιον;» ρώτησα.
Ο αστυνομικός κοίταξε το έγγραφο.
«Τον Ντάνιελ Χάρτλεϊ.»
Ο Ντάνιελ δεν αντέδρασε.
Μόνο χαμήλωσε το κεφάλι.
Και τότε κατάλαβα.
Δεν ήταν απλώς ο άνθρωπος που με προστάτευε.
Ήταν μέρος της υπόθεσης.
Και ίσως…
ο λόγος που όλα αυτά είχαν ξεκινήσει.
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 8…

0 comments:
Post a Comment