ΜΕΡΟΣ 6 — Το Κρυφό Ντουλάπι στο Υπόγειο: Η Μάργκαρετ Βρίσκει τον Φάκελο που Όλοι Έψαχναν για 12 Χρόνια
Δεν πήγα κατευθείαν στο διαμέρισμά μου.
Στάθμευσα δύο δρόμους πιο κάτω και έμεινα για λίγα λεπτά μέσα στο αυτοκίνητο.
Έπρεπε να σκεφτώ.
Αν ο Ντάνιελ βρισκόταν ήδη στο υπόγειο, τότε δεν μπορούσα απλώς να μπω στην πολυκατοικία και να κατέβω τις σκάλες.
Ίσως με περίμενε.
Ίσως ήξερε ήδη τι έψαχνα.
Ίσως ήξερε περισσότερα από όσα νόμιζα.
Κοίταξα το USB μέσα στην τσάντα μου.
Δώδεκα χρόνια.
Τόσο καιρό κάποιος έψαχνε έναν φάκελο που ούτε εγώ θυμόμουν ότι είχα κρύψει.
Και τώρα η μνήμη μου είχε αρχίσει να επιστρέφει.
Ένα υπόγειο.
Ένα μεταλλικό ντουλάπι.
Ένα κόκκινο κουτί.
«Εδώ δεν θα ψάξει κανείς.»
Η φράση ήρθε στο μυαλό μου τόσο καθαρά, που ανατρίχιασα.
Δεν ήταν όνειρο.
Ήταν ανάμνηση.
Άνοιξα την πόρτα του αυτοκινήτου και κατέβηκα.
Περπάτησα μέχρι την πολυκατοικία από την πίσω είσοδο.
Μπήκα αθόρυβα.
Το ισόγειο ήταν άδειο.
Κοίταξα προς το ασανσέρ.
Οι πόρτες ήταν κλειστές.
Δεν το χρησιμοποίησα.
Κατέβηκα από τις σκάλες.
Ένα σκαλί.
Δύο.
Τρία.
Όσο πλησίαζα στο υπόγειο, ένιωθα την καρδιά μου να χτυπά όλο και πιο δυνατά.
Έφτασα στην πόρτα.
Ήταν μισάνοιχτη.
Σταμάτησα.
Δεν την είχα αφήσει ποτέ έτσι.
Έσπρωξα ελάχιστα.
Το υπόγειο ήταν σκοτεινό.
Άναψα το φως.
Τίποτα.
Μόνο οι παλιές αποθήκες.
Τα ποδήλατα.
Οι σωλήνες.
Και η μυρωδιά υγρασίας που υπήρχε πάντα.
Προχώρησα αργά.
Το μυαλό μου προσπαθούσε να θυμηθεί.
Πού;
Πού ακριβώς;
Έκλεισα τα μάτια.
Και τότε είδα την εικόνα.
Εγώ, δώδεκα χρόνια πριν.
Να κατεβαίνω τις σκάλες.
Να κρατάω έναν κόκκινο φάκελο.
Να κοιτάζω πίσω μου.
Να ανοίγω ένα μεταλλικό ντουλάπι.
Το άνοιξα.
Ήταν άδειο.
«Όχι…»
Κοίταξα γύρω.
Το ντουλάπι ήταν ακόμα εκεί.
Αλλά δεν υπήρχε κανένα κόκκινο κουτί.
Άρχισα να ψάχνω.
Πίσω από παλιές κούτες.
Κάτω από ένα ράφι.
Μέσα σε ένα παλιό ξύλινο κιβώτιο.
Τίποτα.
«Τι κάνεις εδώ;»
Πάγωσα.
Γύρισα.
Η κυρία Οκόνορ στεκόταν στην πόρτα.
«Με τρόμαξες.»
«Έπρεπε να σε προειδοποιήσω.»
«Ο Ντάνιελ;»
«Έφυγε.»
«Πότε;»
«Πριν από περίπου δέκα λεπτά.»
«Είσαι σίγουρη;»
«Τον είδα να βγαίνει από την πίσω πόρτα.»
«Μόνος;»
Η κυρία Οκόνορ δίστασε.
«Όχι.»
«Ποιος ήταν μαζί του;»
«Ένας ηλικιωμένος άντρας.»
Δεν χρειάστηκε να ρωτήσω ποιος.
«Ο Ρίτσαρντ.»
Έγνεψε.
«Νομίζω πως ναι.»
Κοίταξα ξανά το ντουλάπι.
«Πρέπει να φύγεις από εδώ.»
«Όχι ακόμα.»
«Μάργκαρετ…»
«Αν αυτό που ψάχνω είναι εδώ, πρέπει να το βρω τώρα.»
Η κυρία Οκόνορ με κοίταξε.
«Τι ψάχνεις;»
«Έναν φάκελο.»
«Τι έχει μέσα;»
«Δεν ξέρω.»
«Και τότε γιατί τον ψάχνεις;»
«Γιατί κάποιος προσπαθεί να τον βρει εδώ και δώδεκα χρόνια.»
Η κυρία Οκόνορ δεν είπε τίποτα.
Μετά πλησίασε.
«Μπορώ να βοηθήσω.»
Ψάξαμε μαζί.
Για αρκετά λεπτά.
Τίποτα.
Μέχρι που η κυρία Οκόνορ στάθηκε μπροστά σε έναν παλιό τοίχο.
«Μάργκαρετ.»
«Τι;»
«Αυτός ο τοίχος…»
«Τι έχει;»
«Δεν ήταν πάντα έτσι.»
Πλησίασα.
Υπήρχε μια μικρή διαφορά στο χρώμα του σοβά.
Σαν κάποιος να είχε κλείσει μια τρύπα.
Έσκυψα.
Χτύπησα τον τοίχο.
Τουκ.
Τουκ.
Τουκ.
Στο τρίτο σημείο ο ήχος ήταν διαφορετικός.
Κούφιος.
Κοιταχτήκαμε.
«Εδώ.»
Πήρα ένα παλιό μεταλλικό αντικείμενο από το ράφι και χτύπησα απαλά τον σοβά.
Ένα μικρό κομμάτι έπεσε.
Πίσω του υπήρχε ένα μεταλλικό κάλυμμα.
Η ανάσα μου κόπηκε.
«Το βρήκαμε.»
Η κυρία Οκόνορ έκανε ένα βήμα πίσω.
«Άνοιξέ το.»
Υπήρχε μια μικρή κλειδαριά.
Έβαλα το χέρι στην τσέπη μου.
Χωρίς να ξέρω γιατί, έβγαλα το παλιό ασημένιο δαχτυλίδι που φορούσα.
Το κοίταξα.
Και τότε θυμήθηκα.
Το δαχτυλίδι δεν ήταν απλώς δαχτυλίδι.
Ήταν κλειδί.
Στη βάση του υπήρχε ένα μικροσκοπικό μεταλλικό άκρο.
Το είχα ξεχάσει.
Το έβαλα στην κλειδαριά.
Κλικ.
Η πόρτα άνοιξε.
Μέσα υπήρχε ένα μικρό κόκκινο κουτί.
Ένιωσα τα μάτια μου να γεμίζουν δάκρυα.
«Αυτό είναι.»
Το πήρα.
Ήταν βαρύτερο απ' όσο περίμενα.
Το άνοιξα.
Μέσα υπήρχαν έγγραφα.
Ένα μικρό κασετόφωνο.
Μερικές φωτογραφίες.
Και ένας φάκελος με το όνομά μου.
ΜΑΡΓΚΑΡΕΤ ΚΟΛΙΕΡ — ΜΗΝ ΑΝΟΙΧΤΕΙ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΚΑΤΑΛΛΗΛΗ ΣΤΙΓΜΗ.
«Τι σημαίνει αυτό;» ψιθύρισε η κυρία Οκόνορ.
Δεν απάντησα.
Άνοιξα τον φάκελο.
Μέσα υπήρχε ένα γράμμα.
Η ημερομηνία ήταν δώδεκα χρόνια πριν.
Το διάβασα.
«Μάργκαρετ,
αν διαβάζεις αυτό το γράμμα, σημαίνει ότι είτε θυμήθηκες είτε κάποιος σε ανάγκασε να θυμηθείς.
Μην εμπιστευτείς κανέναν που θα σου πει ότι ο φάκελος χάθηκε.
Δεν χάθηκε.
Είναι εδώ.
Αλλά ο φάκελος δεν είναι το σημαντικότερο.
Το σημαντικότερο είναι αυτό που ξέρεις εσύ.»
Σταμάτησα.
«Τι ξέρω εγώ;»
Συνέχισα.
«Πριν από δώδεκα χρόνια είδες κάτι που δεν έπρεπε να δεις.
Δεν ήταν κλοπή χρημάτων.
Δεν ήταν απλώς απάτη.
Ήταν μια συμφωνία ανάμεσα σε ανθρώπους που πίστευαν ότι κανείς δεν θα μιλούσε.
Εσύ ήσουν η μόνη που κράτησε αντίγραφο.
Και επειδή ήξερες πού βρισκόταν το αντίγραφο, αποφάσισαν να σε κάνουν να ξεχάσεις.»
Σταμάτησα να αναπνέω.
Η κυρία Οκόνορ πήρε το γράμμα από τα χέρια μου.
Το διάβασε.
«Να σε κάνουν να ξεχάσεις;»
«Δεν ξέρω τι σημαίνει.»
Συνέχισα.
«Ο Ντάνιελ θα επιστρέψει.
Όχι για να σε βλάψει.
Θα επιστρέψει για να δει αν θυμάσαι.
Αν καταλάβει ότι θυμάσαι, θα προσπαθήσει να πάρει τον φάκελο.
Μην του τον δώσεις.
Αλλά πρόσεξε κάτι:
Ο Ντάνιελ δεν είναι ο αρχηγός.
Είναι ο άνθρωπος που αναγκάστηκε να υπακούει.»
Κοίταξα την κυρία Οκόνορ.
«Τι σημαίνει αυτό;»
Δεν ήξερε.
Το γράμμα συνέχιζε.
«Ο άνθρωπος που πρέπει να φοβάσαι δεν είναι ο Ντάνιελ.
Είναι αυτός που θα σου πει ότι ήρθε να σε προστατεύσει.»
Σταμάτησα.
Το διάβασα ξανά.
«Αυτός που θα σου πει ότι ήρθε να σε προστατεύσει…»
Ξαφνικά άκουσα βήματα.
Η κυρία Οκόνορ σήκωσε το κεφάλι.
«Μάργκαρετ…»
Τα βήματα πλησίαζαν.
Αργά.
Σταθερά.
Κάποιος κατέβαινε τις σκάλες.
Έκλεισα το κόκκινο κουτί.
«Κρυφτείτε.»
«Πού;»
«Πίσω από τις κούτες.»
Χωθήκαμε στη γωνία.
Τα βήματα έφτασαν στην τελευταία σκάλα.
Ένας άντρας εμφανίστηκε.
Δεν ήταν ο Ντάνιελ.
Ήταν ο Ρίτσαρντ.
Προχώρησε στο υπόγειο.
Κοίταξε γύρω.
Σαν να ήξερε ακριβώς πού να ψάξει.
Πλησίασε στον τοίχο.
Άγγιξε το μεταλλικό κάλυμμα.
Και χαμογέλασε.
«Πάντα ήσουν πιο έξυπνη απ' όσο νόμιζα, Μάργκαρετ.»
Η κυρία Οκόνορ με κοίταξε έντρομη.
Ο Ρίτσαρντ συνέχισε:
«Ξέρω ότι είσαι εδώ.»
Δεν κουνήθηκα.
«Και ξέρω ότι βρήκες το κουτί.»
Έκανε ένα βήμα.
«Δεν θέλω να σε φοβίσω.»
Σταμάτησε.
«Θέλω μόνο να σου πω την αλήθεια.»
Βγήκε από την τσέπη του ένα παλιό κινητό.
Το ακούμπησε πάνω στο τραπέζι.
«Ο Ντάνιελ σου είπε ψέματα.»
Η φωνή του έγινε πιο χαμηλή.
«Και ο Άρθουρ επίσης.»
Πάγωσα.
«Κανείς από τους δύο δεν σου είπε ποια ήσουν εκείνη τη νύχτα.»
Έκανε άλλη μια παύση.
«Γιατί δεν ήσουν θύμα, Μάργκαρετ.»
Τα μάτια μου άνοιξαν διάπλατα.
«Ήσουν αυτή που πήρε την απόφαση.»
Ο Ρίτσαρντ χαμογέλασε.
«Και αν ανοίξεις τον τελευταίο φάκελο…»
Έδειξε το κόκκινο κουτί.
«θα θυμηθείς γιατί.»
Μετά άκουσα κάτι πίσω μου.
Ένα μικρό μεταλλικό κλικ.
Γύρισα.
Η κυρία Οκόνορ κρατούσε το παλιό κασετόφωνο.
Και πάνω του υπήρχε μια μικρή ετικέτα.
«Ηχογράφηση Μάργκαρετ — 17 Μαΐου.»
Πριν προλάβω να το σταματήσω, πάτησε το κουμπί.
Η δική μου φωνή ακούστηκε μέσα στο υπόγειο.
Καθαρή.
Ψύχραιμη.
Και είπε:
«Αν κάποιος ακούει αυτή την ηχογράφηση… σημαίνει ότι εγώ απέτυχα.»
Σήκωσα το κεφάλι.
Η φωνή μου συνέχισε:
«Γιατί ο άνθρωπος που όλοι φοβούνται… δεν είναι ο Ρίτσαρντ.»
Σιωπή.
Και μετά ακούστηκε η τελευταία φράση:
«Είμαι εγώ.»
Ο Ρίτσαρντ χαμογέλασε.
Κι εγώ κατάλαβα ότι όσα πίστευα για τον εαυτό μου επί δώδεκα χρόνια ήταν ίσως το μεγαλύτερο ψέμα απ' όλα.
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 7…

0 comments:
Post a Comment