ΜΕΡΟΣ 7 — Η ΦΙΛΗ ΠΟΥ ΓΕΛΟΥΣΕ ΠΙΟ ΔΥΝΑΤΑ ΣΤΟ ΠΑΡΤΙ ΒΡΕΘΗΚΕ ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΩΝ ΥΠΟΠΤΩΝ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ
Η Λίζα δεν είχε ποτέ ιδιαίτερη σχέση με την Κλόι Μίτσελ.
Η Κλόι επισκεπτόταν συχνά την έπαυλη, μιλούσε δυνατά και αντιμετώπιζε το προσωπικό σαν να ήταν αόρατο. Είχε παντρευτεί έναν επιτυχημένο επιχειρηματία και είχε μάθει να ζει μέσα σε έναν κόσμο όπου οι προσκλήσεις, τα χρήματα και οι γνωριμίες αποτελούσαν μέτρο κοινωνικής αξίας.
Όμως το όνομά της στα οικονομικά έγγραφα άλλαζε τα πάντα.
Ο δικηγόρος εξήγησε ότι η εταιρεία που είχε λάβει ορισμένες από τις μεταφορές χρημάτων είχε ιδρυθεί λίγους μήνες πριν από την επίμαχη συμφωνία.
«Η εταιρεία δεν φαίνεται να είχε πραγματική δραστηριότητα», είπε. «Δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι παρείχε τις υπηρεσίες για τις οποίες πληρώθηκε».
«Και η Κλόι;» ρώτησε η Λίζα.
«Η υπογραφή της εμφανίζεται σε ένα από τα έγγραφα σύστασης. Αυτό δεν αποδεικνύει από μόνο του ότι γνώριζε τι συνέβαινε. Πρέπει να εξετάσουμε ποιος έδωσε τις εντολές και ποιος επωφελήθηκε».
Η Λίζα συμφώνησε.
Δεν ήθελε να κατηγορήσει κανέναν χωρίς στοιχεία. Είχε περάσει τρία χρόνια μαζεύοντας αποδείξεις και δεν θα κατέστρεφε την αξιοπιστία της με μια βιαστική κατηγορία.
Ο Ζάκαρι ζήτησε να γίνει συνάντηση με την Κλόι παρουσία των δικηγόρων.
Εκείνη αρχικά αρνήθηκε.
«Δεν έχω καμία σχέση με τις επιχειρήσεις σας», είπε τηλεφωνικά. «Δεν πρόκειται να συμμετάσχω σε αυτό το θέατρο».
«Το όνομά σου εμφανίζεται σε έγγραφα μιας εταιρείας που έλαβε χρήματα από την οικογενειακή επιχείρηση», απάντησε ο Ζάκαρι.
Ακολούθησε σιωπή.
«Αυτό είναι αδύνατον».
«Τότε θα είναι εύκολο να το εξηγήσεις».
Η Κλόι συμφώνησε να συναντηθούν δύο ημέρες αργότερα.
Η συνάντηση έγινε σε ένα δικηγορικό γραφείο στο κέντρο του Νάσβιλ. Η Λίζα κάθισε απέναντι από την Κλόι, η οποία φορούσε ένα ακριβό σακάκι και κρατούσε την τσάντα της τόσο σφιχτά, ώστε τα δάχτυλά της είχαν ασπρίσει.
«Δεν καταλαβαίνω γιατί με καλέσατε», είπε η Κλόι.
Ο δικηγόρος έβαλε μπροστά της ένα αντίγραφο.
«Αναγνωρίζετε αυτή την υπογραφή;»
Η Κλόι κοίταξε το έγγραφο.
«Ναι. Είναι δική μου».
«Θυμάστε να υπογράφετε τη σύσταση της συγκεκριμένης εταιρείας;»
Η Κλόι έγνεψε διστακτικά.
«Μου είχαν πει ότι επρόκειτο για μια εταιρεία συμβουλευτικών υπηρεσιών. Δεν ασχολήθηκα με τις λεπτομέρειες».
«Ποιος σας το είπε;»
Η Κλόι κοίταξε τη Λίζα.
«Δεν θυμάμαι».
Η Λίζα δεν μίλησε.
Ο δικηγόρος έβγαλε ένα δεύτερο έγγραφο.
«Υπάρχουν καταγραφές μεταφορών που συνδέουν την εταιρεία με λογαριασμούς οι οποίοι σχετίζονται με πρόσωπα του στενού κύκλου της κυρίας Κόβινγκτον».
Η Κλόι ανασηκώθηκε στην καρέκλα της.
«Δεν γνωρίζω τίποτα γι’ αυτά».
«Τότε δεν θα έχετε πρόβλημα να δώσετε εξηγήσεις στις αρμόδιες αρχές».
Η Κλόι άρχισε να αναπνέει γρήγορα.
«Η Άβα μού είπε ότι ήταν όλα νόμιμα».
Ο Ζάκαρι, που μέχρι τότε παρέμενε σιωπηλός, σήκωσε το κεφάλι.
«Τι ακριβώς σου είπε;»
Η Κλόι έκλεισε τα μάτια.
«Δεν θέλω να μπλέξω».
«Έχεις ήδη μπλέξει», είπε ο Ζάκαρι. «Το μόνο που μπορείς να κάνεις τώρα είναι να πεις την αλήθεια».
Η Κλόι κοίταξε τη Λίζα.
«Δεν ήξερα ότι θα κατέληγε έτσι».
Η Λίζα απάντησε ήρεμα:
«Κανείς δεν μπορεί να αλλάξει το παρελθόν. Μπορεί όμως να αποφασίσει αν θα συνεχίσει να λέει ψέματα».
Η Κλόι έσκυψε το κεφάλι.
Ύστερα άρχισε να μιλάει.
Είπε ότι η Άβα την είχε προσεγγίσει λίγο μετά τον θάνατο του Ρίτσαρντ. Της είχε ζητήσει να υπογράψει ορισμένα έγγραφα για μια νέα εταιρεία, υποστηρίζοντας ότι επρόκειτο για προσωρινή διευθέτηση που θα βοηθούσε την οικογενειακή επιχείρηση.
Η Κλόι είχε δεχτεί χωρίς να κάνει ερωτήσεις.
Αργότερα, όταν κατάλαβε ότι τα πράγματα δεν ήταν τόσο απλά, είχε προσπαθήσει να απομακρυνθεί.
«Γιατί δεν πήγες στις αρχές;» ρώτησε ο δικηγόρος.
Η Κλόι άρχισε να κλαίει.
«Επειδή φοβήθηκα. Η Άβα μού είπε ότι αν μιλούσα, θα κατέστρεφε τον γάμο μου, την κοινωνική μου ζωή και κάθε επαγγελματική σχέση που είχα».
Ο Ζάκαρι την κοίταξε με απογοήτευση.
«Και γι’ αυτό συνέχισες να τη βοηθάς;»
«Δεν ξέρεις πώς είναι να φοβάσαι ότι θα χάσεις τα πάντα».
Η Λίζα πήρε τον λόγο.
«Ξέρω πολύ καλά πώς είναι να φοβάσαι. Η διαφορά είναι ότι ο φόβος δεν εξαφανίζει την ευθύνη μας».
Η Κλόι δεν απάντησε.
Πριν τελειώσει η συνάντηση, παρέδωσε στους δικηγόρους αντίγραφα από μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και μια σειρά από παλιές συνομιλίες με την Άβα.
Ένα από τα μηνύματα είχε ημερομηνία λίγες ημέρες μετά τον θάνατο του Ρίτσαρντ.
«Πρέπει να εξαφανιστεί το αρχικό έγγραφο πριν το δει ο Ζάκαρι. Δεν πρέπει να μάθει ποτέ τι πραγματικά συνέβη».
Η Λίζα διάβασε το μήνυμα χωρίς να μιλήσει.
Ο Ζάκαρι έμοιαζε συντετριμμένος.
«Η μητέρα μου έγραψε αυτό;»
Ο δικηγόρος απάντησε προσεκτικά.
«Θα χρειαστεί να επιβεβαιώσουμε τη γνησιότητα και το πλήρες πλαίσιο της συνομιλίας. Αλλά είναι σημαντικό στοιχείο».
Η Κλόι σκούπισε τα μάτια της.
«Υπάρχει κι άλλο μήνυμα».
Έβγαλε το κινητό της και το έδωσε στον δικηγόρο.
Η ημερομηνία ήταν μεταγενέστερη.
Το περιεχόμενο ήταν σύντομο.
«Αν η Λίζα συνεχίσει να ψάχνει, πρέπει να τη διώξουμε πριν ανακαλύψει τον πραγματικό λόγο που προσλήφθηκε».
Ο Ζάκαρι κοίταξε τη Λίζα.
«Τι σημαίνει αυτό;»
Η Λίζα ένιωσε έναν κόμπο στο στομάχι.
Για πρώτη φορά, η υπόθεση δεν αφορούσε μόνο τα χρήματα ή τα έγγραφα.
Αφορούσε τον λόγο για τον οποίο είχε βρεθεί μέσα στην έπαυλη.
Και αυτός ο λόγος ίσως ήταν πιο προσωπικός απ’ όσο είχε υποψιαστεί.
«Δεν ξέρω ακόμη», είπε.
Όμως ο Έντουαρντ, που παρακολουθούσε τη συνάντηση, έδειξε μια λεπτομέρεια στην οθόνη.
«Κοίτα την ώρα αποστολής».
Η Λίζα έσκυψε.
Το μήνυμα είχε σταλεί λίγες ώρες αφότου εκείνη είχε βρει το πρώτο αντίγραφο της σύμβασης.
Κάποιος είχε αντιληφθεί ότι πλησίαζε στην αλήθεια.
Και κάποιος άλλος είχε φροντίσει να παραμείνει στη θέση της.
Η Λίζα σήκωσε το κεφάλι.
«Δεν με προσέλαβαν τυχαία».
Ο Ζάκαρι έμεινε σιωπηλός.
«Όχι», είπε τελικά. «Κάποιος ήθελε να σε κρατήσει κοντά. Αλλά γιατί;»
Η απάντηση βρισκόταν πιθανότατα στο τελευταίο αρχείο που δεν είχαν εξετάσει.
Το προσωπικό ημερολόγιο του Ρίτσαρντ.
Και στην πρώτη σελίδα του υπήρχε ένα όνομα που η Λίζα δεν περίμενε να δει ποτέ.
Το δικό της.
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 8…

0 comments:
Post a Comment