ΜΕΡΟΣ 8 — ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΡΙΤΣΑΡΝΤ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕ ΓΙΑΤΙ Η ΛΙΖΑ ΒΡΕΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΕΠΑΥΛΗ ΚΑΙ ΠΟΙΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΝ ΕΔΕΝΕ ΜΕ ΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ
Η Λίζα κοίταζε το όνομά της στην πρώτη σελίδα του ημερολογίου.
Για λίγα δευτερόλεπτα, δεν μπορούσε να μιλήσει.
«Πώς είναι δυνατόν;» ψιθύρισε.
Ο Έντουαρντ πλησίασε.
«Ίσως ο Ρίτσαρντ γνώριζε περισσότερα για την οικογένειά μας απ’ όσα νομίζαμε».
Ο Ζάκαρι πήρε το ημερολόγιο με προσοχή.
Η πρώτη σημείωση είχε γραφτεί αρκετούς μήνες πριν από τον θάνατο του πατέρα του.
«Η Λίζα Ντέιβις είναι το μόνο πρόσωπο που μπορεί να επιβεβαιώσει την αρχική συμφωνία. Αν τα έγγραφα εξαφανιστούν, η μαρτυρία της θα είναι καθοριστική».
Η Λίζα ένιωσε το μυαλό της να επιστρέφει τρία χρόνια πίσω.
Θυμήθηκε τη μητέρα της, τη Μαργαρίτα, να κάθεται στο τραπέζι της κουζίνας και να της λέει ότι ορισμένοι άνθρωποι μπορεί να φορούν ακριβά κοστούμια, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι έντιμοι.
Η μητέρα της είχε εργαστεί για ένα διάστημα ως διοικητική υπάλληλος σε εταιρεία που συνεργαζόταν με τον όμιλο Κόβινγκτον. Είχε αποχωρήσει όταν ανακάλυψε ασυμφωνίες στα οικονομικά αρχεία και είχε παραδώσει αντίγραφα των στοιχείων στον Ρίτσαρντ.
Λίγο αργότερα, η εταιρεία την κατηγόρησε ότι είχε πάρει εμπιστευτικά έγγραφα χωρίς άδεια.
Η υπόθεση είχε καταστρέψει την επαγγελματική της φήμη. Η Μαργαρίτα δεν είχε καταδικαστεί για κάποιο αδίκημα, αλλά αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη δουλειά της και να ξεκινήσει από την αρχή.
Η Λίζα ήταν τότε νέα και δεν είχε καταλάβει όλη την έκταση της υπόθεσης.
Μετά τον θάνατο της μητέρας της, είχε βρει σε ένα παλιό κουτί τις επιστολές που είχε ανταλλάξει με τον Ρίτσαρντ.
Ο πατέρας του Ζάκαρι είχε αναγνωρίσει ότι η Μαργαρίτα είχε προσπαθήσει να κάνει το σωστό. Είχε υποσχεθεί ότι θα διόρθωνε την αδικία και θα αποκαθιστούσε το όνομά της.
Δεν πρόλαβε ποτέ.
«Η μητέρα μου είχε βοηθήσει τον πατέρα σου να αποκαλύψει τις πρώτες παρατυπίες», είπε η Λίζα.
Ο Ζάκαρι την κοίταξε έκπληκτος.
«Δεν το γνώριζα».
«Το ξέρω. Η μητέρα μου δεν ήθελε να εμπλέξει άλλους ανθρώπους. Προσπάθησε να λύσει το θέμα με τον πατέρα σου, αλλά τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν όπως περίμενε».
Ο Έντουαρντ άγγιξε τον ώμο της.
«Η Μαργαρίτα είχε μεγάλη ακεραιότητα. Δεν ήθελε ποτέ να κερδίσει κάτι από αυτή την ιστορία. Ήθελε μόνο να αποκατασταθεί η αλήθεια».
Η Λίζα έγνεψε.
«Όταν βρήκα τις επιστολές, κατάλαβα ότι η υπόθεση δεν είχε τελειώσει. Ο παππούς μου με βοήθησε να εξετάσω τα στοιχεία. Όμως δεν ήθελα να κατηγορήσω κανέναν πριν μάθω τι πραγματικά είχε συμβεί».
Ο Ζάκαρι γύρισε στην επόμενη σελίδα του ημερολογίου.
Εκεί υπήρχε μια νέα σημείωση.
«Αν δεν προλάβω να αποκαταστήσω τη ζημιά, πρέπει να δοθούν στη Λίζα όλα τα στοιχεία. Δεν ευθύνεται για όσα συνέβησαν. Αντιθέτως, η οικογένειά της πλήρωσε το τίμημα της σιωπής μας».
Ο Ζάκαρι έκλεισε τα μάτια.
«Ο πατέρας μου ήθελε να διορθώσει όσα έγιναν».
«Ναι», απάντησε η Λίζα. «Αλλά δεν πρόλαβε».
Στις τελευταίες σελίδες υπήρχε αναφορά σε ένα έγγραφο που δεν είχε βρεθεί ακόμη.
Ήταν η αρχική δήλωση της Μαργαρίτας, με τις υπογραφές των ανθρώπων που είχαν παραστεί στη συμφωνία. Αν εντοπιζόταν, θα μπορούσε να αποδείξει ποιος είχε εγκρίνει τις μεταφορές και ποιος είχε αλλάξει τα οικονομικά στοιχεία.
Η Λίζα κοίταξε τον δικηγόρο.
«Υπάρχει περίπτωση να βρίσκεται στο αρχείο της εταιρείας;»
«Θα το εξετάσουμε».
Ο Ζάκαρι σηκώθηκε.
«Θα ανοίξω όλα τα αρχεία. Δεν θα μείνει τίποτα κρυφό».
Η Άβα, όμως, είχε ήδη καταλάβει ότι η υπόθεση δεν μπορούσε πια να σταματήσει.
Όταν ενημερώθηκε ότι το ημερολόγιο είχε βρεθεί, τηλεφώνησε στον γιο της.
«Πρέπει να συναντηθούμε».
«Μπορούμε να συναντηθούμε με τους δικηγόρους παρόντες», απάντησε εκείνος.
«Δεν θέλω δικηγόρους. Θέλω να μιλήσω στον γιο μου».
Ο Ζάκαρι δίστασε.
«Εντάξει. Αλλά δεν θα σου υποσχεθώ ότι θα κρατήσω μυστικά όσα μου πεις».
Η Άβα δέχτηκε.
Συναντήθηκαν στην έπαυλη, στο παλιό γραφείο του Ρίτσαρντ.
Για αρκετή ώρα, κανείς τους δεν μίλησε.
Η Άβα κοίταζε το γραφείο όπου ο σύζυγός της είχε περάσει τα τελευταία του βράδια. Ο Ζάκαρι στεκόταν δίπλα στο παράθυρο, κρατώντας τα χέρια του ενωμένα.
«Δεν ήθελα να καταλήξουν έτσι τα πράγματα», είπε τελικά η Άβα.
«Τότε πες μου τι συνέβη».
Η Άβα πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Μετά τον θάνατο του πατέρα σου, ανακάλυψα ότι η εταιρεία είχε περισσότερα χρέη απ’ όσα γνώριζα. Υπήρχαν συμβάσεις που δεν είχαν ολοκληρωθεί και επενδύσεις που μπορούσαν να προκαλέσουν τεράστιες απώλειες».
«Και οι μεταφορές χρημάτων;»
«Προσπάθησα να εξασφαλίσω ρευστότητα».
«Μέσω εταιρειών που δεν παρείχαν πραγματικές υπηρεσίες;»
Η Άβα χαμήλωσε το κεφάλι.
«Στην αρχή πίστευα ότι ήταν προσωρινό».
«Και όταν ο πατέρας μου ανακάλυψε τι συνέβαινε;»
Η Άβα δεν απάντησε αμέσως.
«Ήθελε να τα σταματήσει όλα. Εγώ φοβήθηκα ότι θα χάναμε την επιχείρηση, το σπίτι, το όνομά μας».
«Γι’ αυτό έκρυψες τα έγγραφα;»
Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα.
«Δεν ήξερα πώς να γυρίσω πίσω».
Ο Ζάκαρι την κοίταξε με πόνο.
«Υπήρχε πάντα τρόπος να πεις την αλήθεια».
«Ήμουν τρομοκρατημένη».
«Και η Λίζα; Η μητέρα της; Τι έφταιγαν εκείνες;»
Η Άβα έκλεισε τα μάτια.
«Η Μαργαρίτα είχε ανακαλύψει τις πρώτες μεταφορές. Όταν ο Ρίτσαρντ αποφάσισε να την υποστηρίξει, φοβήθηκα ότι θα αποκαλύπτονταν όλα. Έκανα πράγματα που δεν έπρεπε να είχα κάνει».
Ο Ζάκαρι έμεινε ακίνητος.
«Την άφησες να χάσει τη δουλειά της για να προστατεύσεις εσένα».
Η Άβα δεν αρνήθηκε.
«Και μετά;» ρώτησε εκείνος. «Γιατί κράτησες τη Λίζα στην έπαυλη;»
Η Άβα σήκωσε το βλέμμα.
«Όταν έμαθα ότι είχε αρχίσει να ψάχνει, σκέφτηκα ότι αν την κρατούσα κοντά μου, θα μπορούσα να γνωρίζω τι ανακάλυπτε. Δεν περίμενα ότι θα έμενε τόσο πολύ».
Ο Ζάκαρι έκανε ένα βήμα πίσω.
«Τη χρησιμοποίησες».
«Ναι», ψιθύρισε η Άβα.
Η ομολογία έμεινε ανάμεσά τους σαν βάρος που δεν μπορούσε να σηκώσει κανείς.
Ο Ζάκαρι δεν φώναξε. Δεν πέταξε αντικείμενα. Δεν προσπάθησε να την προσβάλει.
Απλώς είπε:
«Θα παραδώσουμε όλα τα στοιχεία. Δεν θα σου ζητήσω να πεις ψέματα για να σε προστατεύσω».
Η Άβα έκλαψε.
«Δεν υπάρχει τρόπος να με συγχωρήσεις;»
Ο Ζάκαρι την κοίταξε με θλίψη.
«Η συγχώρεση δεν μπορεί να αντικαταστήσει την ευθύνη».
Την επόμενη ημέρα, η Άβα συμφώνησε να συνεργαστεί με τους δικηγόρους και τις αρμόδιες αρχές. Η υπόθεση θα εξεταζόταν με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία, και οι συνέπειες θα καθορίζονταν από τη νόμιμη διαδικασία.
Η Λίζα δεν πανηγύρισε.
Δεν είχε έρθει για να δει μια γυναίκα να καταρρέει.
Είχε έρθει για να αποκαταστήσει την αλήθεια για τη μητέρα της, να προστατεύσει την εταιρεία από περαιτέρω παρατυπίες και να βάλει τέλος σε μια αδικία που είχε κρατήσει χρόνια.
Ο Ζάκαρι την επισκέφθηκε λίγες ημέρες αργότερα.
«Δεν ξέρω πώς να σε ευχαριστήσω», είπε.
Η Λίζα χαμογέλασε αχνά.
«Μην με ευχαριστείς ακόμη. Υπάρχουν πολλά που πρέπει να διορθωθούν».
«Θα τα διορθώσουμε».
«Δεν θα είναι εύκολο».
«Το ξέρω».
Η Λίζα τον κοίταξε προσεκτικά.
«Τότε ξεκίνα από το πιο απλό. Φρόντισε να μην αντιμετωπίζεται ποτέ ξανά κάποιος ως κατώτερος επειδή φοράει στολή εργασίας».
Ο Ζάκαρι έγνεψε.
«Σου το υπόσχομαι».
Και αυτή τη φορά, η Λίζα ήθελε να πιστέψει ότι η υπόσχεση δεν ήταν απλώς λόγια.
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 9…

0 comments:
Post a Comment