ΜΕΡΟΣ 5 — Η Φωτογραφία που Δεν Θυμόταν η Μάργκαρετ: Η Αλήθεια για τον Ντάνιελ Ήταν Θαμμένη 12 Χρόνια
Δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από τη φωτογραφία.
Εγώ.
Ο Ντάνιελ.
Η είσοδος της πολυκατοικίας.
Δώδεκα χρόνια πριν.
Και το χειρότερο δεν ήταν ότι δεν θυμόμουν τη φωτογραφία.
Ήταν ότι δεν θυμόμουν εκείνον.
Κοίταξα ξανά το πρόσωπό του.
Ήταν νεότερος, χωρίς τα σημάδια κούρασης που είχε σήμερα. Το ίδιο βλέμμα όμως υπήρχε.
Το ίδιο ψυχρό, παρατηρητικό βλέμμα.
Σαν να περίμενε κάτι.
Κάτι από μένα.
Μεγέθυνα τη φωτογραφία.
Στο βάθος, πίσω από εμάς, υπήρχε ένα αυτοκίνητο.
Μαύρο.
Στάθηκα εκεί.
Κάτι μου φαινόταν γνωστό.
Έκανα μεγέθυνση ξανά.
Στο παρμπρίζ υπήρχε ένα μικρό αυτοκόλλητο.
Το λογότυπο της δικηγορικής εταιρείας όπου είχα εργαστεί.
Ένιωσα ένα βάρος στο στήθος.
Δεν ήταν τυχαίο.
Η φωτογραφία είχε τραβηχτεί την ίδια περίοδο με την εξαφάνιση του φακέλου.
Άνοιξα ξανά το βίντεο.
Το έβαλα από την αρχή.
Η φωνή μου ακούστηκε ξανά.
«Δεν θα υπογράψω τίποτα αν δεν μου δείξετε τον πραγματικό φάκελο.»
Αυτή τη φορά άκουγα κάθε λέξη.
Προσπαθούσα να θυμηθώ.
Το δωμάτιο.
Το τραπέζι.
Τον Ρίτσαρντ.
Τη δική μου φωνή.
Τίποτα.
Ήταν σαν να παρακολουθούσα τη ζωή μιας άλλης γυναίκας.
Και τότε πρόσεξα κάτι.
Στο δεξί μου χέρι υπήρχε ένα δαχτυλίδι.
Ένα μικρό ασημένιο δαχτυλίδι.
Το φορούσα εκείνη την εποχή.
Το θυμόμουν.
Το είχα ακόμα.
Το φορούσα σχεδόν κάθε μέρα.
Το κοίταξα.
Για πρώτη φορά αναρωτήθηκα αν η απάντηση βρισκόταν σε κάτι τόσο απλό.
Άνοιξα την τσάντα μου.
Έβγαλα το πορτοφόλι.
Στην εσωτερική θήκη υπήρχε ένα παλιό κομμάτι χαρτί.
Δεν θυμόμουν γιατί το κρατούσα.
Ήταν μια παλιά απόδειξη.
Ημερομηνία:
17 Μαΐου, δώδεκα χρόνια πριν.
Η ίδια ημερομηνία που φαινόταν στο βίντεο.
Από κάτω υπήρχε το όνομα ενός μικρού καφέ.
Το ίδιο καφέ όπου, σύμφωνα με τη φωτογραφία, είχα σταθεί μαζί με τον Ντάνιελ.
Δεν άντεξα.
Πλήρωσα και έφυγα.
Πήγα εκεί.
Ήταν ακόμα ανοιχτό.
Το μικρό καφέ είχε αλλάξει ελάχιστα.
Τα ίδια ξύλινα τραπέζια.
Τα ίδια μεγάλα παράθυρα.
Ο ίδιος παλιός πάγκος.
Μπήκα μέσα και πλησίασα τον ηλικιωμένο άντρα πίσω από την ταμειακή μηχανή.
«Συγγνώμη.»
Με κοίταξε.
«Ναι;»
Έβγαλα τη φωτογραφία από το κινητό μου.
«Θυμάστε αυτούς τους δύο;»
Την πήρε.
Για λίγα δευτερόλεπτα δεν είπε τίποτα.
Μετά σήκωσε το βλέμμα.
«Εσείς είστε.»
Ένιωσα την καρδιά μου να χτυπά δυνατά.
«Με θυμάστε;»
«Δεν ξεχνάω εύκολα πρόσωπα.»
«Τον άντρα;»
«Και εκείνον.»
«Τι κάναμε εδώ;»
Ο άντρας κοίταξε τη φωτογραφία ξανά.
«Καθόσασταν περίπου μία ώρα.»
«Μαζί;»
«Ναι.»
«Μιλούσαμε;»
«Πολύ.»
«Θυμάστε για τι;»
Ο άντρας δίστασε.
«Για έναν φάκελο.»
Ένιωσα τα γόνατά μου να αδυνατίζουν.
«Τι φάκελο;»
«Δεν ξέρω.»
«Τι άλλο θυμάστε;»
Ο ηλικιωμένος άντρας ακούμπησε τα χέρια του στον πάγκο.
«Θυμάμαι ότι εσείς φαινόσασταν πολύ αναστατωμένη.»
«Και ο Ντάνιελ;»
«Εκείνος ήταν ήρεμος.»
Ακριβώς όπως σήμερα.
«Πολύ ήρεμος.»
«Τι είπα;»
«Είπατε ότι δεν μπορούσατε να κάνετε αυτό που σας ζητούσε.»
«Τι μου ζητούσε;»
«Δεν ξέρω.»
«Και μετά;»
Ο άντρας κοίταξε προς την πόρτα.
«Μετά ήρθε ένας άλλος άντρας.»
«Ο Ρίτσαρντ;»
Έμεινε ακίνητος.
«Ναι.»
Η απάντηση ήρθε τόσο γρήγορα που ανατρίχιασα.
«Τον γνωρίζατε;»
«Ήρθε αρκετές φορές.»
«Και μετά τι έγινε;»
«Ο Ντάνιελ έφυγε πρώτος.»
«Κι εγώ;»
«Εσείς μείνατε.»
«Μόνη;»
Ο άντρας έγνεψε.
«Κάνατε ένα τηλεφώνημα.»
«Σε ποιον;»
«Δεν ξέρω.»
«Τι είπα;»
«Μόνο μία φράση θυμάμαι.»
«Ποια;»
Με κοίταξε σοβαρά.
«Είπατε: “Αν μου συμβεί κάτι, δώστε τον φάκελο στην αστυνομία.”»
Ένιωσα το αίμα να φεύγει από το πρόσωπό μου.
«Ποιον φάκελο;»
«Δεν τον είχατε μαζί σας.»
«Τότε πού ήταν;»
Ο άντρας έσκυψε προς το μέρος μου.
«Τον είχε ο Ντάνιελ.»
Έκανα ένα βήμα πίσω.
Δεν μπορούσα να μιλήσω.
Όλα όσα πίστευα για εκείνη την ημέρα ήταν λάθος.
Ο Ντάνιελ δεν εμφανίστηκε τώρα στη ζωή μου.
Ήταν ήδη εκεί.
Και ίσως εγώ να τον είχα ξεχάσει για κάποιον λόγο.
Γύρισα στο αυτοκίνητο.
Πριν μπω, το τηλέφωνό μου χτύπησε.
Ήταν η κυρία Οκόνορ από το 2C.
«Μάργκαρετ;»
«Ναι;»
«Πού είσαι;»
«Έξω.»
«Μην γυρίσεις ακόμα στην πολυκατοικία.»
«Γιατί;»
«Είδα τον Ντάνιελ.»
«Τι έκανε;»
«Ήταν στο υπόγειο.»
«Και;»
«Έψαχνε κάτι.»
«Τι;»
«Δεν ξέρω. Αλλά κρατούσε ένα παλιό σχέδιο της πολυκατοικίας.»
Σιωπή.
«Κυρία Οκόνορ…»
«Ναι;»
«Υπάρχει κάτι που πρέπει να μου πείτε.»
«Τι;»
«Είχατε γνωρίσει τον Ντάνιελ πριν μετακομίσει εδώ;»
Δεν απάντησε.
«Σας παρακαλώ.»
«Μάργκαρετ…»
Η φωνή της έτρεμε.
«Δεν ήθελα να στο πω.»
«Τι;»
«Τον είχα δει πριν από δώδεκα χρόνια.»
Έκλεισα τα μάτια.
«Πού;»
«Στην εταιρεία όπου εργαζόσουν.»
Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται.
«Τι έκανε εκεί;»
«Μιλούσε με τον Ρίτσαρντ.»
«Και εμένα;»
«Σε περίμενε.»
«Γιατί;»
«Δεν ξέρω.»
Η κυρία Οκόνορ σταμάτησε.
«Αλλά θυμάμαι κάτι ακόμα.»
«Τι;»
«Εκείνη την ημέρα είχες έναν μικρό κόκκινο φάκελο.»
«Τι;»
«Τον κρατούσες πολύ σφιχτά.»
Έκλεισα το τηλέφωνο.
Κοίταξα τη φωτογραφία.
Μετά κοίταξα το USB.
Και ξαφνικά μου ήρθε μια σκέψη.
Αν υπήρχε βίντεο…
ίσως υπήρχαν και άλλα αρχεία.
Έβγαλα ξανά τον υπολογιστή.
Άνοιξα το USB.
Τα τρία αρχεία ήταν ακόμα εκεί.
Όμως αυτή τη φορά πρόσεξα κάτι.
Υπήρχε ένας κρυφός φάκελος.
Δεν τον είχα δει πριν.
Το όνομα ήταν:
17_05_ARCHIVE
Τον άνοιξα.
Μέσα υπήρχαν δεκάδες αρχεία.
Έγγραφα.
Φωτογραφίες.
Ηχογραφήσεις.
Και ένα αρχείο με ημερομηνία δώδεκα χρόνια πριν.
Το άνοιξα.
Ήταν μια ηχογράφηση.
Άκουσα τη φωνή μου.
«Δεν μπορώ να το κάνω αυτό.»
Μετά ακούστηκε η φωνή του Ντάνιελ.
«Δεν έχεις επιλογή.»
«Έχω.»
«Όχι, Μάργκαρετ.»
«Αν ο φάκελος χαθεί, θα το καταγγείλω.»
«Και ποιος θα σε πιστέψει;»
«Έχω αντίγραφο.»
Σιωπή.
Μετά η φωνή του Ντάνιελ ακούστηκε διαφορετική.
Πιο σκληρή.
«Πού είναι;»
«Δεν θα σου το πω.»
«Πού είναι ο δεύτερος φάκελος;»
Έμεινα ακίνητη.
Ο δεύτερος φάκελος.
Δεν είχα ιδέα ότι υπήρχε δεύτερος.
Η ηχογράφηση συνέχισε.
«Δεν βρίσκεται στην εταιρεία.»
«Τότε πού;»
«Σε μέρος που δεν θα το βρεις ποτέ.»
«Μάργκαρετ, σκέψου καλά.»
«Έχω ήδη σκεφτεί.»
Μετά ακούστηκε ένας θόρυβος.
Κάτι έπεσε.
Και η ηχογράφηση σταμάτησε.
Έμεινα να κοιτάζω την οθόνη.
Τώρα καταλάβαινα.
Ο Ντάνιελ δεν έψαχνε να μάθει αν θυμάμαι.
Έψαχνε να μάθει πού είχα κρύψει τον δεύτερο φάκελο.
Αλλά υπήρχε ένα πρόβλημα.
Δεν θυμόμουν ότι τον είχα κρύψει.
Και τότε, χωρίς προειδοποίηση, ένα κομμάτι της μνήμης μου επέστρεψε.
Ένα υπόγειο.
Ένα μεταλλικό ντουλάπι.
Ένα μικρό κόκκινο κουτί.
Και η δική μου φωνή να ψιθυρίζει:
«Εδώ δεν θα ψάξει κανείς.»
Άνοιξα απότομα τα μάτια.
Ήξερα πού βρισκόταν.
Σηκώθηκα από τη θέση μου.
Έβαλα το USB στην τσάντα.
Πήρα τα κλειδιά.
Και για πρώτη φορά μετά από δώδεκα χρόνια…
θυμήθηκα ακριβώς πού είχα κρύψει την αλήθεια.
Στο υπόγειο της δικής μου πολυκατοικίας.
Στο ίδιο υπόγειο όπου, λίγα λεπτά πριν, η κυρία Οκόνορ είχε δει τον Ντάνιελ να ψάχνει.
Και καθώς έβαζα μπροστά το αυτοκίνητο, κατάλαβα κάτι ακόμα.
Αν ο Ντάνιελ είχε βρει το σχέδιο του υπογείου…
ήταν ήδη πολύ κοντά.
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 6…

0 comments:
Post a Comment