ΜΕΡΟΣ 3 — Ο Άντρας της Φωτογραφίας Ήξερε το Όνομά μου: Η Μάργκαρετ Ανακαλύπτει Γιατί ο Ντάνιελ Μετακόμισε στο 4Β
Κράτησα τη φωτογραφία στα χέρια μου για αρκετά λεπτά χωρίς να μπορώ να σκεφτώ καθαρά.
Ο Άρθουρ Μπλέικ στεκόταν μπροστά από την πολυκατοικία.
Δίπλα του ήταν ένας άντρας που δεν γνώριζα.
Και στο πίσω μέρος της φωτογραφίας υπήρχαν εκείνες οι λέξεις:
«Αν επιστρέψει, μην του πεις ποτέ πού βρίσκεται η Μάργκαρετ.»
Ένιωθα το στομάχι μου δεμένο κόμπο.
Για έντεκα χρόνια πίστευα ότι ήξερα την πολυκατοικία μου.
Τους ανθρώπους.
Τις ιστορίες τους.
Τα μικρά τους μυστικά.
Και ξαφνικά ανακάλυπτα ότι ίσως υπήρχε μια ιστορία που αφορούσε εμένα και δεν είχα ακούσει ποτέ.
Κοίταξα ξανά τη φωτογραφία.
Ο άντρας δίπλα στον Άρθουρ δεν χαμογελούσε.
Ήταν γύρω στα πενήντα.
Γκρίζα μαλλιά.
Σκούρο παλτό.
Ακριβώς όπως τον είχε περιγράψει η κυρία Όκαφορ.
Ένιωσα ένα ρίγος.
«Δεν μπορεί…»
Πήρα το κινητό μου και φωτογράφισα τη φωτογραφία.
Μετά κοίταξα την ημερομηνία.
Δεκατέσσερις μήνες πριν.
Ο Άρθουρ ήταν ακόμα ένοικος του 4Β.
Ο Ντάνιελ δεν είχε εμφανιστεί καν στην πολυκατοικία.
Και όμως, κάποιος ήδη μιλούσε για μένα.
Για το 3Β.
Για το πού βρισκόμουν.
Και για το ενδεχόμενο να «επιστρέψει» κάποιος.
Η λέξη αυτή με τρόμαξε περισσότερο από όλες.
Επιστρέψει.
Ποιος;
Και πού είχε πάει;
Έβαλα τη φωτογραφία πάνω στο τραπέζι.
Προσπάθησα να θυμηθώ τον Άρθουρ.
Ήταν ένας ήσυχος άνθρωπος.
Ζούσε μόνος.
Πάντα φορούσε καφέ παλτό τον χειμώνα και κουβαλούσε μια παλιά δερμάτινη τσάντα.
Δεν μιλούσε πολύ.
Όμως τους τελευταίους μήνες πριν φύγει, είχε αρχίσει να συμπεριφέρεται διαφορετικά.
Το θυμήθηκα ξαφνικά.
Μερικές φορές στεκόταν στην είσοδο και κοιτούσε έξω από το τζάμι.
Άλλες φορές έλεγχε δύο φορές αν είχε κλειδώσει την πόρτα.
Μια μέρα με είχε ρωτήσει αν γνώριζα κάποιον που λεγόταν Χάρτλεϊ.
Τότε δεν υπήρχε κανένας Ντάνιελ Χάρτλεϊ στην πολυκατοικία.
Είχα πει όχι.
Ο Άρθουρ είχε απαντήσει μόνο:
«Καλύτερα.»
Τότε δεν κατάλαβα.
Τώρα όμως όλα άρχισαν να ενώνονται.
Πήρα το παλτό μου.
Ήξερα ακριβώς πού έπρεπε να πάω.
Στον τελευταίο όροφο υπήρχε ένα μικρό δωμάτιο που χρησιμοποιούσε η διαχείριση για παλιά έγγραφα.
Είχα ακόμα ένα κλειδί.
Κατέβηκα στο ισόγειο και άνοιξα την πόρτα.
Μπήκα μέσα.
Μύριζε χαρτί, σκόνη και παλιό ξύλο.
Άναψα το φως.
Υπήρχαν δεκάδες κουτιά.
Έψαξα τα αρχεία του 4Β.
Συμβόλαια.
Αποδείξεις.
Έγγραφα συντήρησης.
Αλληλογραφία.
Και τελικά βρήκα τον φάκελο του Άρθουρ.
Τον άνοιξα.
Υπήρχε το αρχικό μισθωτήριο.
Η ημερομηνία έναρξης.
Η ημερομηνία λήξης.
Και μια επιστολή προς τη διαχείριση.
Την άνοιξα.
Η επιστολή ήταν σύντομη.
Ο Άρθουρ ζητούσε να λυθεί πρόωρα το συμβόλαιό του.
Ο λόγος;
«Προσωπικοί λόγοι.»
Αυτό ήταν όλο.
Όμως πίσω από την επιστολή υπήρχε κάτι άλλο.
Ένα αντίγραφο ταυτότητας.
Το όνομα του Άρθουρ.
Και μια δεύτερη διεύθυνση.
Έσκυψα πιο κοντά.
Ήταν μια διεύθυνση στην άλλη άκρη της πόλης.
Δεν ήξερα αν εξακολουθούσε να μένει εκεί.
Έγραψα τη διεύθυνση στο κινητό μου.
Ύστερα άκουσα έναν θόρυβο.
Κλείδωμα πόρτας.
Πάγωσα.
Κάποιος βρισκόταν στον διάδρομο.
Έσβησα αμέσως το φως.
Έμεινα ακίνητη.
Βήματα.
Αργά.
Πλησίαζαν.
Σταμάτησαν ακριβώς έξω από την πόρτα.
Κράτησα την αναπνοή μου.
Έπειτα ακούστηκε μια φωνή.
«Μάργκαρετ;»
Ήταν ο Ντάνιελ.
Δεν απάντησα.
«Ξέρω ότι είσαι μέσα.»
Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά.
Πώς ήξερε;
Δεν είχα πει σε κανέναν ότι θα κατέβαινα εδώ.
«Μάργκαρετ.»
Σιωπή.
Μετά άκουσα ένα ελαφρύ γέλιο.
«Δεν χρειάζεται να φοβάσαι.»
Έσφιξα το κινητό μου.
«Δεν φοβάμαι», είπα τελικά.
Η φωνή μου ακούστηκε πιο σταθερή απ' όσο ένιωθα.
«Άνοιξε την πόρτα.»
«Όχι.»
«Τότε θα πρέπει να περιμένω.»
Έμεινε εκεί.
Για σχεδόν ένα λεπτό.
Ύστερα άκουσα τα βήματά του να απομακρύνονται.
Περίμενα άλλα δύο λεπτά.
Μετά άνοιξα την πόρτα.
Ο διάδρομος ήταν άδειος.
Έτρεξα προς τη σκάλα.
Δεν σταμάτησα μέχρι να φτάσω στο διαμέρισμά μου.
Κλείδωσα.
Έλεγξα το παράθυρο.
Έλεγξα την μπαλκονόπορτα.
Και μετά κάθισα στην καρέκλα.
Για πρώτη φορά ένιωσα πραγματικό φόβο.
Όχι επειδή ο Ντάνιελ ήταν αγενής.
Αλλά επειδή φαινόταν να ξέρει τι έψαχνα.
Και αυτό σήμαινε ότι κάποιος παρακολουθούσε τις κινήσεις μου.
Το επόμενο πρωί δεν εμφανίστηκε κανένα φακελάκι.
Ούτε στις 7:04.
Ούτε στις 9:02.
Ούτε το βράδυ.
Αυτό με ανησύχησε περισσότερο από όλα τα προηγούμενα.
Γιατί είχα αρχίσει να καταλαβαίνω τη λογική του Ντάνιελ.
Όταν ήθελε να μου τραβήξει την προσοχή, πετούσε ένα φακελάκι.
Όταν ήθελε να με προειδοποιήσει, άφηνε ένα σημείωμα.
Τώρα δεν έκανε τίποτα.
Σαν να περίμενε.
Το μεσημέρι πήρα το αυτοκίνητό μου.
Πήγα στη διεύθυνση που είχα βρει στα αρχεία.
Ήταν ένα μικρό σπίτι σε έναν ήσυχο δρόμο.
Χτύπησα την πόρτα.
Καμία απάντηση.
Χτύπησα ξανά.
Τότε άκουσα μια αντρική φωνή από μέσα.
«Ποιος είναι;»
«Με λένε Μάργκαρετ Κόλιερ.»
Σιωπή.
Έπειτα ακούστηκε ένα κλειδί.
Η πόρτα άνοιξε μόνο λίγα εκατοστά.
Ένας ηλικιωμένος άντρας εμφανίστηκε.
Λευκά μαλλιά.
Κουρασμένο πρόσωπο.
Γυαλιά.
Τον αναγνώρισα αμέσως.
«Άρθουρ;»
Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα.
Για αρκετά δευτερόλεπτα δεν μίλησε.
Μετά ψιθύρισε:
«Δεν έπρεπε να έρθεις εδώ.»
«Γιατί;»
«Πώς με βρήκες;»
«Τα αρχεία της πολυκατοικίας.»
Έκλεισε τα μάτια.
«Φυσικά.»
«Άρθουρ, πρέπει να μου μιλήσεις.»
«Για τον Ντάνιελ;»
Το αίμα μου πάγωσε.
«Πώς ξέρεις ότι πρόκειται για τον Ντάνιελ;»
Με κοίταξε.
Και τότε έκανε κάτι που δεν περίμενα.
Άνοιξε την πόρτα.
«Μπες.»
Πέρασα μέσα.
Το σπίτι ήταν σκοτεινό.
Οι κουρτίνες ήταν κλειστές.
Υπήρχαν δύο κλειδαριές στην πόρτα.
Και ένα μικρό μεταλλικό κουτί πάνω στο τραπέζι.
Ο Άρθουρ κάθισε.
«Πριν φύγω από το 4Β, είχα ανακαλύψει κάτι.»
«Τι;»
«Κάποιος έψαχνε τα πράγματά μου.»
«Ο Ντάνιελ;»
«Όχι.»
«Τότε ποιος;»
Ο Άρθουρ κοίταξε προς το παράθυρο.
«Ένας άντρας.»
«Ο άντρας της φωτογραφίας;»
Σήκωσε απότομα το κεφάλι.
«Έχεις τη φωτογραφία;»
«Ναι.»
«Ποιος σου την έδωσε;»
«Ήταν στα πράγματά σου.»
Έμεινε σιωπηλός.
«Άρθουρ, ποιος είναι;»
Πέρασε τα χέρια του πάνω από το πρόσωπό του.
«Δεν ξέρω το πραγματικό του όνομα.»
«Τότε πώς τον αποκαλούσες;»
«Ο Επόπτης.»
«Ο Επόπτης;»
Έγνεψε.
«Δεν ερχόταν ποτέ μόνος του. Πάντα εμφανιζόταν όταν κάποιος ήθελε να μάθει κάτι.»
«Τι σχέση έχει με εμένα;»
Ο Άρθουρ δεν απάντησε αμέσως.
Πλησίασε το μεταλλικό κουτί.
Το άνοιξε.
Μέσα υπήρχαν παλιά κλειδιά, φωτογραφίες, αποδείξεις και ένα μικρό USB.
Το πήρε στα χέρια του.
«Αυτό είναι το μόνο πράγμα που κράτησα.»
«Τι έχει μέσα;»
«Δεν το έχω ανοίξει εδώ και χρόνια.»
«Γιατί;»
«Επειδή φοβάμαι τι θα βρω.»
Ένιωσα ένα βάρος στο στήθος.
«Άνοιξέ το.»
Με κοίταξε.
«Είσαι σίγουρη;»
«Όχι.»
Πήρα μια ανάσα.
«Αλλά πρέπει να ξέρω γιατί ένας άνθρωπος που μένει πάνω από το σπίτι μου με απειλεί.»
Ο Άρθουρ έβαλε το USB στην παλιά του συσκευή.
Η οθόνη άναψε.
Ένας φάκελος εμφανίστηκε.
Μόνο ένα αρχείο.
3B_MARGARET.
Δεν μπορούσα να αναπνεύσω.
«Αυτό…»
Ο Άρθουρ έσκυψε μπροστά.
«Δεν το έφτιαξα εγώ.»
Το άνοιξε.
Εμφανίστηκε μια λίστα.
Η διεύθυνσή μου.
Το όνομά μου.
Η ημερομηνία που είχα μετακομίσει.
Το επάγγελμά μου.
Και δίπλα σε όλα αυτά, μια ημερομηνία.
12 χρόνια πριν.
Τον κοίταξα.
«Γιατί υπάρχουν αυτά τα στοιχεία;»
Ο Άρθουρ δεν απάντησε.
Συνέχισε να κοιτάζει την οθόνη.
Και τότε εμφανίστηκε μια δεύτερη γραμμή.
«Παρακολούθηση: ΕΝΕΡΓΗ.»
Ένιωσα το αίμα να φεύγει από το πρόσωπό μου.
«Άρθουρ…»
Εκείνος ψιθύρισε:
«Μάργκαρετ, δεν σε γνώρισε τώρα ο Ντάνιελ.»
«Τι εννοείς;»
«Σε έψαχνε πριν ακόμα μετακομίσει στην πολυκατοικία.»
«Γιατί;»
Ο Άρθουρ με κοίταξε στα μάτια.
Και πριν προλάβει να μου απαντήσει, ακούστηκε ένα δυνατό χτύπημα στην εξώπορτα.
Μία φορά.
Δύο.
Τρεις.
Ο Άρθουρ πετάχτηκε όρθιος.
Το πρόσωπό του είχε γίνει κατάλευκο.
«Ποιος είναι;» ψιθύρισα.
Δεν απάντησε.
Το χτύπημα ήρθε ξανά.
Και αυτή τη φορά ακούστηκε μια φωνή από την άλλη πλευρά.
Μια φωνή που γνώριζα πλέον πολύ καλά.
«Μάργκαρετ, ξέρω ότι είσαι μέσα.»
Ήταν ο Ντάνιελ.
Αλλά αυτή τη φορά δεν ήταν μόνος.
Γιατί πίσω από τη φωνή του ακούστηκε και μια δεύτερη αντρική φωνή.
Και ο Άρθουρ, μόλις την άκουσε, έκανε ένα βήμα πίσω.
«Όχι…»
«Τι συμβαίνει;» ρώτησα.
Με κοίταξε τρομαγμένος.
«Αυτός ο άντρας…»
Σταμάτησε.
«Δεν μπορεί να είναι εδώ.»
«Ποιος είναι;»
Ο Άρθουρ ψιθύρισε μόνο τρεις λέξεις:
«Νόμιζα πως πέθανε.»
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 4…

0 comments:
Post a Comment