ΜΕΡΟΣ 8: Ο ΖΟΑΚΙΜ ΕΞΟΦΛΗΣΕ ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΤΟΥ, ΑΛΛΑ ΑΡΝΗΘΗΚΕ ΝΑ ΚΡΑΤΗΣΕΙ ΤΗ ΜΠΕΝΕΝΤΙΤΑ ΣΤΟ ΚΤΗΜΑ — ΚΑΙ Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΘΑ ΑΛΛΑΖΕ ΤΗ ΖΩΗ ΤΗΣ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ
Το επόμενο πρωί, ο Ζοακίμ ξύπνησε πριν ακόμη ακουστεί ο πρώτος ήχος από τα κτίρια της φυτείας.
Το σώμα του πονούσε από την ένταση του προηγούμενου βραδιού. Τα μάτια του ήταν πρησμένα από την αϋπνία, αλλά για πρώτη φορά μετά από χρόνια δεν ένιωθε το ίδιο βάρος στο στήθος του.
Στο τραπέζι είχε τοποθετήσει τα χρήματα που είχε κερδίσει.
Πενήντα κοντός για το χρέος του.
Πενήντα κοντός για την Μπενεντίτα.
Ο ίδιος είχε ήδη αρχίσει να υπολογίζει πόσα θα χρειάζονταν για να επισκευάσει την αποθήκη, να αγοράσει προμήθειες και να προετοιμάσει την επόμενη περίοδο της συγκομιδής.
Όμως η σκέψη του επέστρεφε συνεχώς στην ίδια ερώτηση.
Τι θα γινόταν με την Μπενεντίτα;
Όταν εκείνη μπήκε στο δωμάτιο, φορούσε καθαρά ρούχα που της είχαν δώσει για να μπορέσει να ξεκουραστεί μετά το τουρνουά.
«Θα φύγεις;» τη ρώτησε ο Ζοακίμ.
Η Μπενεντίτα έμεινε ακίνητη.
«Δεν ξέρω ακόμη.»
«Έχεις το δικαίωμα να αποφασίσεις.»
«Το λες σαν να είναι απλό.»
«Δεν είναι.»
Εκείνη κάθισε απέναντί του.
«Όταν με αγόρασες, πίστεψα πως ήθελες να με χρησιμοποιήσεις για να σώσεις τη γη σου.»
Ο Ζοακίμ δεν προσπάθησε να αρνηθεί.
«Αυτό ήταν μέρος του λόγου μου.»
«Και τώρα;»
«Τώρα ξέρω ότι δεν μπορώ να σου ζητήσω να μείνεις μόνο επειδή σε χρειάζομαι.»
Η Μπενεντίτα τον κοίταξε προσεκτικά.
«Αν φύγω, θα χάσεις έναν άνθρωπο που μπορεί να σε βοηθήσει στο κτήμα.»
«Ίσως.»
«Θα πρέπει να προσλάβεις άλλους.»
«Ίσως.»
«Θα δυσκολευτείς.»
Ο Ζοακίμ χαμογέλασε θλιμμένα.
«Έχω δυσκολευτεί και στο παρελθόν.»
Η Μπενεντίτα χαμήλωσε το βλέμμα.
«Δεν ξέρω πού να πάω.»
Ο Ζοακίμ περίμενε λίγο πριν απαντήσει.
«Δεν χρειάζεται να αποφασίσεις σήμερα. Αλλά υπάρχει κάτι που πρέπει να κάνουμε πρώτα.»
Της εξήγησε ότι θα πήγαιναν στην πόλη για να εξοφλήσει το χρέος του και να ξεκινήσει τις απαραίτητες διαδικασίες για την απελευθέρωσή της.
Η Μπενεντίτα δεν μίλησε αμέσως.
Η λέξη «ελευθερία» ακουγόταν σαν κάτι μακρινό, σχεδόν αδύνατο. Είχε μάθει να μην εμπιστεύεται υποσχέσεις, ιδίως όταν προέρχονταν από ανθρώπους που είχαν τη δύναμη να τις ανακαλέσουν.
«Και αν ο βαρόνος αρνηθεί;»
«Θα επιμείνουμε.»
«Κι αν πει ότι δεν γίνεται;»
«Θα ζητήσουμε να μας εξηγήσει με ποιο δικαίωμα.»
«Κι αν δεν τον νοιάζει;»
Ο Ζοακίμ την κοίταξε.
«Τότε θα μάθουμε πόσο δύσκολος είναι ο δρόμος. Αλλά δεν θα σταματήσουμε πριν προσπαθήσουμε.»
Εκείνη έγνεψε.
Λίγες ώρες αργότερα, έφτασαν στο γραφείο όπου γίνονταν οι σχετικές συναλλαγές και καταχωρίσεις.
Ο υπάλληλος πίσω από το γραφείο κοίταξε τα έγγραφα, μετά τον Ζοακίμ και τέλος την Μπενεντίτα.
«Η απελευθέρωση απαιτεί χρήματα και υπογραφές», είπε. «Δεν είναι τόσο απλό όσο νομίζετε.»
Ο Ζοακίμ ακούμπησε τα χαρτιά στο γραφείο.
«Έχω έρθει για να κάνω ό,τι απαιτείται.»
Ο υπάλληλος άρχισε να ελέγχει τα έγγραφα. Ρώτησε για την αγορά, την ημερομηνία και τα στοιχεία της Μπενεντίτα. Σε κάθε ερώτηση, η γυναίκα ένιωθε πως η ζωή της γινόταν ξανά μια σειρά από αριθμούς και γραμμές σε χαρτί.
Όμως αυτή τη φορά υπήρχε μια διαφορά.
Ήταν παρούσα.
Άκουγε κάθε λέξη.
Και όταν ο υπάλληλος αναφέρθηκε σε εκείνη σαν να μην μπορούσε να καταλάβει τη συζήτηση, η Μπενεντίτα τον διέκοψε.
«Μπορώ να ακούσω και να απαντήσω μόνη μου.»
Ο άνδρας σήκωσε το βλέμμα του, έκπληκτος.
Ο Ζοακίμ δεν παρενέβη.
Η Μπενεντίτα απάντησε στις ερωτήσεις που της έθεσαν και ζήτησε να της εξηγήσουν κάθε έγγραφο πριν το υπογράψει.
Η διαδικασία δεν ολοκληρώθηκε αμέσως. Χρειάστηκαν πρόσθετοι έλεγχοι, επιβεβαιώσεις και νέα επίσκεψη στο γραφείο. Όμως ο Ζοακίμ δεν έκανε πίσω.
Στο μεταξύ, χρησιμοποίησε το μεγαλύτερο μέρος του δικού του μεριδίου για να εξοφλήσει το χρέος προς τον βαρόνο.
Όταν επέστρεψε στο κτήμα, δεν είχε πια την ίδια αγωνία για την επόμενη ημέρα. Η γη του δεν ήταν ασφαλής για πάντα, αλλά τουλάχιστον είχε κερδίσει χρόνο για να ξανασταθεί στα πόδια του.
Η Μπενεντίτα περίμενε να μάθει πότε θα ολοκληρωνόταν η απελευθέρωσή της.
Ένα απόγευμα, ο Ζοακίμ την κάλεσε στο γραφείο του.
Πάνω στο τραπέζι υπήρχε ένα έγγραφο.
«Έχουμε προχωρήσει», της είπε. «Μένουν ορισμένες τυπικές διαδικασίες, αλλά δεν σκοπεύω να σε κρατήσω εδώ περισσότερο απ' όσο απαιτείται.»
Η Μπενεντίτα κοίταξε το χαρτί.
«Γιατί το κάνεις αυτό;»
Ο Ζοακίμ πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Επειδή η νίκη σου δεν θα σήμαινε τίποτα αν έπαιρνες τα χρήματα αλλά εξακολουθούσες να μην μπορείς να αποφασίσεις για τη ζωή σου.»
Εκείνη ένιωσε τον λαιμό της να σφίγγεται.
«Δεν με γνωρίζεις.»
«Όχι όσο θα ήθελα.»
«Δεν ξέρεις τι θα κάνω όταν φύγω.»
«Αυτό είναι το νόημα.»
Η Μπενεντίτα τον κοίταξε χωρίς να μιλήσει.
Ο Ζοακίμ συνέχισε:
«Δεν σου δίνω την ελευθερία για να μείνεις ευγνώμων. Δεν σου ζητώ να επιστρέψεις. Δεν θέλω να μου χρωστάς τη ζωή σου. Θέλω να μπορείς να τη ζήσεις.»
Η Μπενεντίτα γύρισε το πρόσωπό της προς το παράθυρο.
Για χρόνια, η λέξη «ελευθερία» είχε εμφανιστεί στη ζωή της μόνο ως ψεύτικη υπόσχεση ή ως κάτι που ανήκε σε άλλους.
Τώρα άρχιζε να παίρνει μορφή.
Όμως μαζί με την ελπίδα ήρθε και ο φόβος.
Αν ήταν ελεύθερη, θα έπρεπε να αποφασίσει μόνη της πού θα πήγαινε, τι θα έκανε και ποια θα γινόταν.
Κανείς δεν θα μπορούσε να της πει τι να κάνει.
Κανείς δεν θα μπορούσε να αποφασίσει για εκείνη.
Και αυτό ήταν ταυτόχρονα τρομακτικό και υπέροχο.
«Δεν ξέρω αν μπορώ να τα καταφέρω μόνη μου», ψιθύρισε.
Ο Ζοακίμ χαμογέλασε.
«Πριν από λίγους μήνες, δεν ήξερες αν μπορούσες να σταθείς απέναντι στον Τομάς.»
Η Μπενεντίτα γύρισε προς το μέρος του.
«Και τώρα;»
«Τώρα ξέρεις ότι μπορείς να προσπαθήσεις.»
Εκείνη πήρε το έγγραφο στα χέρια της.
Για πρώτη φορά, δεν είδε μόνο το όνομά της σε μια σελίδα.
Είδε την αρχή μιας ζωής που θα μπορούσε να της ανήκει.
Αλλά η πραγματική δοκιμασία της ελευθερίας της δεν θα ήταν να φύγει από το κτήμα.
Θα ήταν να αποφασίσει τι θα έκανε με αυτήν.
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 9…

0 comments:
Post a Comment