ΜΕΡΟΣ 6: «ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΠΡΟΣ ΠΩΛΗΣΗ!» — Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΜΠΕΝΕΝΤΙΤΑ ΕΞΟΡΓΙΣΕ ΤΟΝ ΓΙΓΑΝΤΑ ΤΟΜΑΣ ΚΑΙ ΕΚΑΝΕ ΤΗΝ ΕΝΤΟΥΑΡΝΤΑ ΝΑ ΣΗΚΩΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΘΕΩΡΕΙΟ
Ο ήλιος άρχιζε να κατεβαίνει πίσω από τους λόφους, αλλά η ζέστη παρέμενε ασφυκτική.
Ο αγωνιστικός χώρος είχε γεμίσει σκόνη, ενώ το πλήθος είχε συγκεντρωθεί τόσο κοντά στα σχοινιά, ώστε οι υπεύθυνοι αναγκάζονταν να ζητούν συνεχώς από τους θεατές να κάνουν πίσω.
Η Μπενεντίτα ένιωθε κάθε τραυματισμό της.
Η μύτη της πονούσε. Ο ώμος της είχε αρχίσει να πρήζεται. Τα χέρια της ήταν βαριά από τις προηγούμενες αναμετρήσεις.
Απέναντί της, ο Τομάς έμοιαζε σχεδόν ακούραστος.
Κουνούσε τους ώμους του και χαμογελούσε, απολαμβάνοντας την προσοχή του πλήθους.
«Έχεις ήδη κάνει περισσότερα απ' όσα περίμενα», της είπε. «Μπορείς να σταματήσεις τώρα και να φύγεις με λίγη αξιοπρέπεια.»
Η Μπενεντίτα σήκωσε το βλέμμα.
«Δεν ήρθα ως εδώ για να φύγω επειδή μου το ζητάς.»
Ο Τομάς γέλασε.
«Τότε θα φύγεις επειδή δεν θα μπορείς να σταθείς.»
Πριν δοθεί το σήμα, η Εντουάρντα κατέβηκε από το θεωρείο και πλησίασε τα σχοινιά.
«Μπενεντίτα.»
Η γυναίκα γύρισε.
«Ναι;»
«Αν κερδίσεις, θέλω να σου προσφέρω δουλειά στο κτήμα μου. Θα έχεις καλύτερη στέγη, καλύτερο φαγητό και περισσότερα χρήματα από όσα παίρνουν οι περισσότεροι άνθρωποι εδώ.»
Ο Τομάς χαμογέλασε ειρωνικά.
«Μην κάνεις υποσχέσεις για κάτι που δεν πρόκειται να συμβεί.»
Η Εντουάρντα τον αγνόησε.
Η Μπενεντίτα την κοίταξε προσεκτικά.
«Γιατί θέλεις να με προσλάβεις;»
«Επειδή βλέπω τι μπορείς να κάνεις.»
«Και αν σου πω όχι;»
Η Εντουάρντα δίστασε.
«Τότε θα είναι δική σου απόφαση.»
Η Μπενεντίτα πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Δεν είμαι προς πώληση.»
Η φράση ακούστηκε καθαρά μέσα στον αγωνιστικό χώρο.
Για μια στιγμή, η Εντουάρντα δεν μίλησε.
Έπειτα έγνεψε αργά.
«Τότε εύχομαι να κερδίσεις.»
Ο Τομάς έπαψε να χαμογελά.
Η φράση της Μπενεντίτα είχε αγγίξει κάτι που εκείνος δεν μπορούσε να καταλάβει. Για τον ίδιο, οι άνθρωποι ήταν αντίπαλοι, εργαλεία ή εμπόδια. Δεν είχε συνηθίσει να συναντά κάποιον που αρνιόταν να ανταλλάξει την αξιοπρέπειά του με ασφάλεια.
Το σήμα δόθηκε.
Ο Τομάς επιτέθηκε πρώτος.
Η δύναμή του ήταν τεράστια. Η Μπενεντίτα απέφυγε την πρώτη κίνηση, αλλά αναγκάστηκε να υποχωρήσει προς τα σχοινιά. Ο αντίπαλός της δεν της έδινε χρόνο να ανακτήσει την ισορροπία της.
Ένα χτύπημα την ανάγκασε να γονατίσει.
Το πλήθος ξέσπασε σε φωνές.
«Τελείωσε!»
«Σήκω, Τομάς!»
Ο γίγαντας έκανε ένα βήμα πίσω και της έγνεψε να σηκωθεί.
Η Μπενεντίτα πάτησε σταθερά το πόδι της και σηκώθηκε.
Δεν ήθελε να κερδίσει επειδή ο αντίπαλός της θα τη λυπόταν.
Ήθελε να κερδίσει επειδή είχε προετοιμαστεί γι' αυτή τη στιγμή.
Ο Τομάς επιτέθηκε ξανά. Αυτή τη φορά, εκείνη κατάφερε να τον αποφύγει και να ανταποδώσει. Το χτύπημά της τον ανάγκασε να χάσει για μια στιγμή την ισορροπία του.
Το πλήθος σώπασε.
Ο Ζοακίμ έσφιξε τα χέρια του.
«Αυτό είναι», ψιθύρισε.
Η Μπενεντίτα συνέχισε να κινείται, αλλά η κούραση άρχισε να την προδίδει. Τα πόδια της βάραιναν και η αναπνοή της γινόταν όλο και πιο δύσκολη.
Ο Τομάς το αντιλήφθηκε.
Περίμενε να κάνει ένα μικρό λάθος και επιτέθηκε με όλη του τη δύναμη.
Το χτύπημα την πέτυχε στο πιγούνι.
Η Μπενεντίτα εκτοξεύτηκε προς τα σχοινιά και έπεσε στο έδαφος.
Για λίγα δευτερόλεπτα, δεν κουνήθηκε.
Το πλήθος σηκώθηκε όρθιο. Κάποιοι φώναζαν το όνομα του Τομάς. Άλλοι κοιτούσαν σιωπηλοί, περιμένοντας να δουν αν η γυναίκα θα σηκωνόταν ξανά.
Ο Ζοακίμ έτρεξε μέχρι την άκρη του αγωνιστικού χώρου.
«Μπενεντίτα!»
Εκείνη δεν απάντησε.
Ο Ζοακίμ ένιωσε τον παλιό φόβο να επιστρέφει. Τον ίδιο φόβο που είχε νιώσει όταν κρατούσε τον γιο του στην αγκαλιά του, ανήμπορος να σταματήσει τον θάνατο.
«Σήκω!» φώναξε. «Όχι για μένα! Για όλα όσα σου είπαν ότι δεν μπορούσες να κάνεις!»
Η Μπενεντίτα άνοιξε τα μάτια.
Για μια στιγμή, ο αγωνιστικός χώρος χάθηκε από μπροστά της.
Είδε τις αλυσίδες στους αστραγάλους της. Θυμήθηκε τις τέσσερις φυτείες, τους ανθρώπους που την αποκαλούσαν άχρηστη και εκείνους που πίστευαν πως η σιωπή της σήμαινε υποταγή.
Θυμήθηκε επίσης το πρώτο πρωινό στο ξέφωτο, όταν ο Ζοακίμ τής είχε δώσει ψωμί πριν αρχίσει η προπόνηση.
Δεν της είχε υποσχεθεί ότι θα ήταν εύκολο.
Δεν της είχε πει πως θα νικούσε σίγουρα.
Της είχε δώσει μόνο την ευκαιρία να προσπαθήσει.
Η Μπενεντίτα ακούμπησε το ένα χέρι στο έδαφος.
Ύστερα το άλλο.
Και σηκώθηκε.
Το πλήθος σώπασε ξανά.
Ο Τομάς την κοίταξε με δυσπιστία.
«Γιατί δεν μένεις κάτω;» τη ρώτησε.
Η Μπενεντίτα σκούπισε το αίμα από τα χείλη της.
«Επειδή δεν αποφασίζεις εσύ πότε τελειώνω.»
Ο Τομάς όρμησε.
Αυτή τη φορά, η Μπενεντίτα δεν προσπάθησε να ανταγωνιστεί τη δύναμή του. Περίμενε την κίνησή του, απέφυγε την επίθεση και χρησιμοποίησε την ορμή του για να τον αναγκάσει να χάσει την ισορροπία του.
Ο γίγαντας παραπάτησε.
Το σώμα του βρέθηκε εκτεθειμένο για μια στιγμή.
Η Μπενεντίτα κινήθηκε με όση δύναμη της είχε απομείνει και τον χτύπησε στο πιγούνι.
Ο Τομάς πάγωσε.
Έκανε ένα βήμα πίσω.
Ύστερα σωριάστηκε στο έδαφος.
Το πλήθος έμεινε άφωνο.
Κανείς δεν φώναζε. Κανείς δεν γελούσε. Για λίγα δευτερόλεπτα, ακόμη και η μουσική από την αυλή έμοιαζε να έχει σταματήσει.
Η Μπενεντίτα στεκόταν όρθια, με το στήθος της να ανεβοκατεβαίνει και τα χέρια της να τρέμουν από την εξάντληση.
Δεν είχε γίνει άτρωτη.
Δεν είχε νικήσει τον πόνο.
Είχε απλώς αρνηθεί να αφήσει τον φόβο να αποφασίσει αντί για εκείνη.
Και τότε, από κάπου στο πίσω μέρος του πλήθους, ακούστηκε το πρώτο χειροκρότημα.
Ακολούθησε ένα δεύτερο.
Και ύστερα εκατοντάδες άνθρωποι άρχισαν να φωνάζουν το όνομά της.
«Μπενεντίτα! Μπενεντίτα!»
Ο Ζοακίμ έκλεισε τα μάτια και άφησε τα δάκρυά του να κυλήσουν.
Είχε σωθεί το κτήμα του;
Δεν το γνώριζε ακόμη.
Αλλά εκείνη τη στιγμή είχε δει κάτι που πίστευε πως δεν θα ξαναέβλεπε ποτέ.
Έναν άνθρωπο που είχε χάσει τα πάντα να βρίσκει ξανά την ελπίδα.
Και το μεγαλύτερο μυστικό του τουρνουά δεν ήταν η νίκη της Μπενεντίτα.
Ήταν αυτό που θα ζητούσε αμέσως μετά, όταν όλοι θα περίμεναν να πάρει τα χρήματα και να φύγει.
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 7…

0 comments:
Post a Comment