ΜΕΡΟΣ 5 — «Η Κλόη με κατηγόρησε ότι κατέστρεψα τον γάμο της — μέχρι που ο ελεγκτής έβαλε πάνω στο τραπέζι τις αποδείξεις και κανείς δεν μπορούσε πια να μιλήσει»
Η Κλόη ήρθε στο σπίτι μου την επόμενη εβδομάδα.
Δεν χτύπησε καν.
Χτύπησε δυνατά.
Όταν άνοιξα, στεκόταν μπροστά μου με μάτια κόκκινα από το κλάμα.
«Είσαι ευχαριστημένη;»
«Δεν ξέρω τι εννοείς.»
«Μας κατέστρεψες.»
Έμεινα σιωπηλή.
«Ο γάμος μου έγινε σκάνδαλο.»
«Δεν τον έκανα εγώ σκάνδαλο.»
«Ο πατέρας μας έχασε τη θέση του.»
«Δεν τον απέλυσα εγώ.»
«Η εταιρεία ερευνάται!»
«Επειδή υπάρχουν λόγοι.»
Η Κλόη άρχισε να κλαίει.
«Δεν καταλαβαίνεις!»
«Τι;»
«Εγώ δεν ήξερα!»
Αυτό με σταμάτησε.
«Τι δεν ήξερες;»
«Ότι πλήρωνε ο πατέρας μου κάποια πράγματα.»
«Ποια πράγματα;»
Έκλαψε πιο δυνατά.
«Το φόρεμα. Το ταξίδι. Το ξενοδοχείο. Μερικά από τα έξοδα.»
Έκλεισα τα μάτια.
«Κλόη...»
«Νόμιζα ότι ήταν δικά του χρήματα.»
«Ήταν εταιρικά χρήματα.»
«Δεν το ήξερα!»
«Σε πιστεύω.»
Με κοίταξε έκπληκτη.
«Τότε γιατί με μισείς;»
«Δεν σε μισώ.»
«Πάντα πίστευα ότι με μισούσες.»
«Δεν σε μισούσα ποτέ.»
Πήρα μια ανάσα.
«Ήθελα απλώς να σταματήσουν να με κάνουν να αισθάνομαι λιγότερη επειδή εσύ έλαμπες.»
Η Κλόη κατέρρευσε σε μια καρέκλα.
«Δεν ήξερα ότι ένιωθες έτσι.»
«Δεν σε άφηναν να το δεις.»
Σήκωσε το βλέμμα.
«Ο μπαμπάς πάντα έλεγε ότι ήσουν ζηλιάρα.»
«Το ξέρω.»
«Και ότι ήθελες να μου πάρεις τη ζωή.»
Γέλασα πικρά.
«Δεν ήθελα ποτέ τη ζωή σου.»
«Τι ήθελες;»
«Τη δική μου.»
Για λίγα δευτερόλεπτα, καμία μας δεν μίλησε.
Ήταν ίσως η πρώτη πραγματική συζήτηση που είχαμε κάνει ως αδερφές.
Δύο ημέρες αργότερα, ο ελεγκτής παρουσίασε τα πρώτα αποτελέσματα.
«Βρήκαμε περισσότερα από 1,2 εκατομμύρια δολάρια σε αμφισβητήσιμες πληρωμές.»
Ο Τζούλιαν δεν έκλεισε τα μάτια.
Εγώ ένιωσα το στομάχι μου να γυρίζει.
«Και συνεχίζουμε.»
«Υπάρχει εμπλοκή τρίτων;» ρώτησε ένας διευθυντής.
«Ναι.»
«Ποιων;»
Ο ελεγκτής έβγαλε έναν φάκελο.
«Εταιρείες που συνδέονται με συγγενείς και συνεργάτες της οικογένειας.»
Ο Άρθουρ καθόταν στην άλλη πλευρά του τραπεζιού.
Δεν μιλούσε.
Για πρώτη φορά στη ζωή μου, έμοιαζε μικρός.
Όχι δυνατός.
Όχι ασταμάτητος.
Μικρός.
Ο πρόεδρος γύρισε προς εκείνον.
«Κύριε Στέρλινγκ, θέλετε να απαντήσετε;»
Ο πατέρας μου σηκώθηκε.
«Όλα αυτά έγιναν για να προστατεύσω την οικογένειά μου.»
Ένας διευθυντής συνοφρυώθηκε.
«Με εταιρικά χρήματα;»
Ο Άρθουρ δεν απάντησε.
Και τότε ο Τζούλιαν άνοιξε ένα τελευταίο έγγραφο.
«Υπάρχει κι άλλο.»
Ο Άρθουρ τον κοίταξε.
«Τι;»
«Μια απόπειρα μεταβίβασης μετοχών.»
«Δεν έγινε ποτέ.»
«Ακριβώς.»
Ο Τζούλιαν γύρισε προς το συμβούλιο.
«Αλλά υπήρχε σχέδιο.»
Η Κλόη δεν ήταν εκεί.
Όμως το όνομά της εμφανιζόταν στα έγγραφα.
Και μαζί του υπήρχε ένα άλλο όνομα.
Arthur Sterling.
Το συμβούλιο πάγωσε.
Ο πατέρας μου σηκώθηκε απότομα.
«Αυτό δεν ήταν ποτέ τελικό.»
Ο Τζούλιαν απάντησε:
«Αλλά ήταν αρκετό για να δείξει την πρόθεσή σας.»
Και τότε ένας από τους διευθυντές σηκώθηκε.
«Προτείνω προσωρινή απομάκρυνση του Άρθουρ Στέρλινγκ από όλες τις εκτελεστικές αρμοδιότητες.»
Η αίθουσα πάγωσε.
Ο πατέρας μου με κοίταξε.
«Τζέσι...»
Για μια στιγμή, είδα τον πατέρα μου.
Όχι τον επιχειρηματία.
Όχι τον άνθρωπο που με έριξε στο σιντριβάνι.
Απλώς έναν ηλικιωμένο άντρα.
Και σχεδόν τον λυπήθηκα.
Σχεδόν.

0 comments:
Post a Comment