ΜΕΡΟΣ 4 — «Ο ΕΓΓΟΝΟΣ ΜΟΥ ΜΟΥ ΕΔΩΣΕ ΕΝΑ ΧΑΡΤΙ ΠΟΥ ΕΙΧΕ ΚΡΑΤΗΣΕΙ ΚΡΥΦΟ — ΚΑΙ ΕΚΕΙ ΓΡΑΦΟΝΤΑΝ ΛΕΞΕΙΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΘΑ ΞΕΧΑΣΩ ΠΟΤΕ»
Ο εγγονός μου ήρθε στην κουζίνα.
Κρατούσε ένα διπλωμένο χαρτί.
«Παππού…»
«Ναι;»
Μου το έδωσε.
«Αυτό είναι για σένα.»
Το άνοιξα.
Ήταν παιδικά γράμματα.
Λίγο στραβά.
Λίγο ακατάστατα.
Έγραφε:
«Αγαπημένε μου παππού,
δεν ξέρω γιατί δεν έρχεσαι πια.
Η μαμά είπε ότι χρειάζεσαι λίγο χρόνο.
Αλλά εγώ θέλω να έρθεις.
Μου λείπεις.»
Δεν μπορούσα να μιλήσω.
«Πότε το έγραψες;»
«Την προηγούμενη εβδομάδα.»
«Γιατί δεν μου το έστειλες;»
Σήκωσε τους ώμους.
«Ντρεπόμουν.»
«Γιατί;»
«Νόμιζα ότι μπορεί να μη θέλεις να με δεις.»
Τον αγκάλιασα.
«Ποτέ.»
Έσφιξα τα χέρια μου γύρω του.
«Να το θυμάσαι αυτό. Ποτέ.»
Η κόρη μου καθόταν λίγο πιο πέρα και έκλαιγε.
Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι όλοι είχαμε κάνει λάθη.
Εγώ είχα θεωρήσει ότι κάθε επίσκεψή μου ήταν χαρά.
Εκείνοι είχαν θεωρήσει ότι εγώ θα είμαι πάντα διαθέσιμος.
Κανείς μας δεν είχε σταματήσει να αγαπά κανέναν.
Απλώς είχαμε σταματήσει να μιλάμε ανοιχτά.
Το ίδιο βράδυ, πριν φύγω, ο γαμπρός μου με πλησίασε.
«Μπορώ να σου πω κάτι;»
«Φυσικά.»
«Εκείνη τη μέρα… ήμουν αγενής.»
«Ήσουν κουρασμένος.»
«Δεν είναι δικαιολογία.»
Τον κοίταξα.
«Όχι.»
Πήρε ανάσα.
«Όταν σε είδα στην πόρτα, σκέφτηκα μόνο όλα όσα έπρεπε να κάνουμε εκείνο το βράδυ.»
Χαμογέλασε αμήχανα.
«Δεν σκέφτηκα ότι απέναντί μου στεκόταν ένας άνθρωπος που ίσως είχε έρθει επειδή του έλειπε η οικογένειά του.»
Δεν ήξερα τι να απαντήσω.
Του έδωσα το χέρι.
«Τώρα το ξέρεις.»
«Τώρα το ξέρω.»
Φεύγοντας, η κόρη μου με αγκάλιασε.
«Θα έρθεις ξανά;»
Χαμογέλασα.
«Αν με καλέσεις.»
«Και αν δεν σε καλέσω;»
«Τότε θα περιμένω.»
Έβαλε τα μάτια της στα δικά μου.
«Δεν θέλω να περιμένεις.»
«Τότε μην με αφήνεις να περιμένω.»
Γελάσαμε και οι δύο.
Και για πρώτη φορά η σιωπή ανάμεσά μας δεν ήταν βαριά.
Ήταν ειλικρινής.
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 5…

0 comments:
Post a Comment