ΜΕΡΟΣ 2 — «ΤΙΣ ΠΡΩΤΕΣ ΜΕΡΕΣ ΠΕΡΙΜΕΝΑ ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ ΝΑ ΧΤΥΠΗΣΕΙ — ΚΑΙ ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΧΤΥΠΗΣΕ, ΑΡΧΙΣΑ ΝΑ ΑΝΑΡΩΤΙΕΜΑΙ ΑΝ ΕΙΧΑ ΚΑΝΕΙ ΛΑΘΟΣ ΟΛΗ ΜΟΥ ΤΗ ΖΩΗ»
Οι πρώτες μέρες ήταν δύσκολες.
Πολύ πιο δύσκολες απ' όσο περίμενα.
Κάθε πρωί ξυπνούσα και κοιτούσα το τηλέφωνο.
Τίποτα.
Έφτιαχνα καφέ.
Το ξανακοίταζα.
Τίποτα.
Το απόγευμα το άφηνα πάνω στο τραπέζι.
Πάλι τίποτα.
Προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου ότι έκανα το σωστό.
«Τους δίνεις χώρο», έλεγα.
«Αυτό χρειάζονται.»
Αλλά τη νύχτα, όταν το σπίτι γινόταν απόλυτα ήσυχο, οι σκέψεις μου ήταν διαφορετικές.
«Κι αν δεν τους λείπεις;»
Αυτή ήταν η ερώτηση που με βασάνιζε.
Και υπήρχαν στιγμές που σχεδόν τηλεφωνούσα.
Έγραφα το όνομα της κόρης μου.
Έβλεπα τον αριθμό.
Το δάχτυλό μου αιωρούνταν πάνω από την οθόνη.
Και μετά το άφηνα.
Δεν ήθελα να επιστρέψω εκείνο το βράδυ.
Δεν ήθελα να ξαναδώ εκείνο το χαμόγελο.
Έτσι άρχισα να γεμίζω τον χρόνο μου.
Τα πρωινά πήγαινα στο πάρκο.
Στην αρχή περπατούσα μόνος.
Μετά άρχισα να χαιρετώ τους ίδιους ανθρώπους.
Έναν ηλικιωμένο άντρα με σκύλο.
Μια γυναίκα που έκανε κάθε πρωί τον ίδιο γύρο.
Έναν πρώην δάσκαλο που καθόταν πάντα στο ίδιο παγκάκι.
Μια μέρα ο άντρας με τον σκύλο με ρώτησε:
«Είσαι καινούργιος εδώ;»
Γέλασα.
«Όχι. Απλώς άργησα να καταλάβω ότι υπάρχει πάρκο στη γειτονιά μου.»
Γέλασε.
«Κάποιες φορές χρειάζεται να μεγαλώσουμε για να δούμε αυτά που είχαμε μπροστά μας.»
Η φράση του έμεινε στο μυαλό μου.
Άρχισα να διαβάζω ξανά.
Βρήκα την παλιά μου κιθάρα.
Ήταν σκονισμένη.
Είχα να την αγγίξω σχεδόν είκοσι χρόνια.
Το πρώτο βράδυ τα δάχτυλά μου πονούσαν.
Το δεύτερο θυμήθηκα δύο συγχορδίες.
Το τρίτο έπαιξα ένα ολόκληρο τραγούδι.
Και χαμογέλασα.
Όχι επειδή το έπαιξα καλά.
Αλλά επειδή για λίγα λεπτά δεν σκεφτόμουν κανέναν.
Μόνο εμένα.
Κι αυτό ήταν κάτι που είχα ξεχάσει.
Είχα περάσει ολόκληρη τη ζωή μου ως πατέρας.
Δούλεψα.
Πλήρωσα λογαριασμούς.
Έφτιαξα πράγματα.
Έτρεξα σε νοσοκομεία.
Ξενύχτησα.
Έκανα θυσίες.
Και ποτέ δεν το μετάνιωσα.
Αλλά κάπου στη διαδρομή είχα ξεχάσει ότι υπήρχε και ένας άνθρωπος πίσω από τη λέξη «μπαμπάς».
Εγώ.
Ένας άνθρωπος που είχε όνειρα.
Φίλους.
Μουσική.
Πράγματα που αγαπούσε.
Έτσι πέρασαν δύο μήνες.
Και τότε ήρθε η πρώτη μεγάλη έκπληξη.
Ένα Σάββατο πρωί, το τηλέφωνό μου χτύπησε.
Ήταν η κόρη μου.
Το κοίταξα για μερικά δευτερόλεπτα.
Δεν απάντησα αμέσως.
Όχι επειδή ήθελα να την τιμωρήσω.
Αλλά επειδή φοβόμουν.
Τελικά σήκωσα το τηλέφωνο.
«Γεια.»
Στην άλλη άκρη υπήρχε σιωπή.
«Μπαμπά…»
Η φωνή της έτρεμε.
«Ναι;»
«Θέλω να σου πω κάτι.»
«Πες μου.»
Πήρε ανάσα.
«Μας λείπεις.»
Έκλεισα τα μάτια.
Δεν απάντησα.
Και τότε πρόσθεσε:
«Πολύ περισσότερο απ' όσο καταλάβαινα.»
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 3…

0 comments:
Post a Comment