ΜΕΡΟΣ 2 — «Άνοιξα τον φάκελο του Matthew και βρήκα δεκάδες έγγραφα με το όνομά μου — τότε κατάλαβα ότι ο άντρας που αγαπούσα παρακολουθούσε κάθε βήμα της ζωής μου»
Το χέρι μου έτρεμε πάνω στο ποντίκι.
Δεν ήξερα αν έπρεπε να ανοίξω τον επόμενο φάκελο.
Κάτι μέσα μου φώναζε να κλείσω τον υπολογιστή, να πάω στον Matthew και να απαιτήσω εξηγήσεις.
Όμως ένα άλλο κομμάτι μου — εκείνο που για πρώτη φορά δεν ήθελε να περιμένει κάποιον άλλον να αποφασίσει για μένα — μου είπε:
«Μάθε την αλήθεια.»
Έκανα κλικ.
Ο πρώτος φάκελος είχε τίτλο:
«Υποτροφία — Ashley.»
Ο δεύτερος:
«Μεταπτυχιακό.»
Ο τρίτος:
«Συνέδριο συγγραφέων.»
Ο τέταρτος:
«Εκδοτικός οίκος.»
Και μετά υπήρχαν κι άλλοι.
Πάρα πολλοί.
Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται.
— Όχι...
Ψιθύρισα τη λέξη μόνη μου.
Άνοιξα το αρχείο της υποτροφίας.
Ήταν η αίτηση που θυμόμουν.
Η αίτηση που πίστευα ότι είχα εγκαταλείψει.
Στο κάτω μέρος υπήρχε μια ημερομηνία υποβολής.
Τρεις ημέρες μετά την απόφασή μου να μην τη στείλω.
Και δίπλα υπήρχε ένα email.
Από τον Matthew.
«Η Ashley έχει εξαιρετικές δυνατότητες. Θα ήταν κρίμα να χάσει αυτή την ευκαιρία εξαιτίας του φόβου της.»
Έκλεισα τα μάτια.
Για λίγα δευτερόλεπτα δεν μπορούσα να αναπνεύσω κανονικά.
Μετά άνοιξα το επόμενο αρχείο.
Ήταν μια αίτηση για μεταπτυχιακό.
Και πάλι, την είχα ξεκινήσει.
Και πάλι, είχα φοβηθεί.
Και πάλι, κάποιος την είχε ολοκληρώσει.
Ο Matthew.
Έκανα πίσω στην αρχική οθόνη.
Υπήρχε ένας φάκελος που δεν είχα προσέξει.
Δεν είχε ημερομηνία.
Μόνο μία λέξη.
«Πρόοδος.»
Τον άνοιξα.
Μέσα υπήρχαν σημειώσεις.
Μικρές, σύντομες παρατηρήσεις.
«Η Ashley μίλησε σήμερα μπροστά σε δέκα ανθρώπους χωρίς να ζητήσει συγγνώμη.»
«Φοβήθηκε πριν υπογράψει το συμβόλαιο, αλλά τελικά το έκανε.»
«Σήμερα πήρε μόνη της μια δύσκολη απόφαση.»
Σταμάτησα.
Αυτό δεν ήταν απλώς ένα αρχείο.
Ήταν καταγραφή της ζωής μου.
Άνοιξα ένα παλαιότερο έγγραφο.
Η ημερομηνία ήταν από τότε που ήμασταν δεκαπέντε.
Και υπήρχε μια πρόταση:
«Σήμερα η Ashley σήκωσε το χέρι της στην τάξη χωρίς να κοιτάξει πρώτα εμένα.»
Έμεινα ακίνητη.
Δεκαπέντε χρονών.
Ο Matthew με παρακολουθούσε από τότε;
Ακούστηκε θόρυβος από την είσοδο.
Πάγωσα.
Το αυτοκίνητό του.
Έκλεισα αμέσως τον υπολογιστή.
Πήρα μια βαθιά ανάσα.
Μπήκε στο σπίτι.
— Ashley;
— Στην κουζίνα!
Προσπάθησα να κάνω τη φωνή μου φυσιολογική.
Μπήκε και με αγκάλιασε από πίσω.
— Μου έλειψες σήμερα.
Ένιωσα το σώμα μου να παγώνει.
Πριν από λίγες μέρες θα είχα γυρίσει και θα τον φιλούσα.
Τώρα αναρωτιόμουν πόσες φορές είχε πει αυτή τη φράση ενώ έκρυβε κάτι από μένα.
— Κι εσύ μου έλειψες, απάντησα.
Με κοίταξε.
— Είσαι σίγουρη ότι είσαι καλά;
Για μια στιγμή σκέφτηκα να του πω τα πάντα.
Αλλά δεν το έκανα.
— Απλώς είμαι κουρασμένη.
Χαμογέλασε.
— Θα σου φτιάξω τσάι.
Και τότε συνειδητοποίησα κάτι τρομακτικό.
Ο Matthew ήξερε πάντα πότε ήμουν φοβισμένη.
Αλλά ίσως τώρα ήξερε και πότε τον φοβόμουν.
Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα.
Περίμενα μέχρι να αποκοιμηθεί.
Μετά σηκώθηκα αθόρυβα.
Πήγα στο γκαράζ.
Κάτι μου έλεγε ότι δεν είχα βρει ακόμα όλη την αλήθεια.
Έψαξα στα συρτάρια.
Τίποτα.
Στα κουτιά.
Τίποτα.
Μέχρι που πίσω από τα χριστουγεννιάτικα στολίδια είδα ένα παλιό ξύλινο μπαούλο.
Δεν το είχα ξαναδεί.
Ήταν κλειδωμένο.
Και πάνω του υπήρχε ένα μικρό μεταλλικό κλειδί.
Το πήρα.
Το κλειδί ταίριαξε.
Άνοιξα το καπάκι.
Και τότε είδα δεκάδες τετράδια.
Ημερολόγια.
Χρονολογίες.
Από τότε που ήμασταν δεκαπέντε.
Έπιασα το πρώτο.
Η πρώτη σελίδα έγραφε:
«Η Ashley φοβάται περισσότερο απ' όσο δείχνει.»
Γύρισα σελίδα.
«Δεν πρέπει να αποφασίσω για εκείνη. Πρέπει να την κάνω να αποφασίσει μόνη της.»
Σταμάτησα.
Άλλο ένα.
«Σήμερα παραιτήθηκε από κάτι που ήθελε πολύ.»
Και ένα ακόμα:
«Δεν θα την αφήσω να περάσει όλη της τη ζωή πιστεύοντας ότι δεν μπορεί.»
Τα δάκρυα άρχισαν να τρέχουν.
Γιατί αυτά που διάβαζα δεν έμοιαζαν με σχέδιο εκδίκησης.
Έμοιαζαν με σχέδιο αγάπης.
Και αυτό έκανε τα πράγματα ακόμα πιο δύσκολα.
Τότε άκουσα μια φωνή πίσω μου.
— Δεν ήθελα να το μάθεις έτσι.
Γύρισα.
Ο Matthew στεκόταν στην πόρτα του γκαράζ.
Δεν φαινόταν θυμωμένος.
Δεν φαινόταν ένοχος.
Φαινόταν... φοβισμένος.
Σήκωσα το πρώτο ημερολόγιο.
— Πόσα χρόνια;
Δεν απάντησε.
— Matthew, πόσα χρόνια με παρακολουθείς;
— Από τότε που ήμασταν δεκαπέντε.
Ένιωσα την καρδιά μου να σπάει.
— Γιατί;
Πλησίασε αργά.
— Γιατί σε έβλεπα να εγκαταλείπεις τον εαυτό σου κάθε φορά που φοβόσουν.
— Και αποφάσισες ότι θα το διορθώσεις;
— Νόμιζα ότι μπορούσα να σε βοηθήσω.
— Χωρίς να με ρωτήσεις;
Σιώπησε.
— Ναι.
Η φωνή μου έσπασε.
— Τότε δεν με βοηθούσες, Matthew.
Έσκυψα το κεφάλι.
— Με χειραγωγούσες.
Και για πρώτη φορά στη ζωή μου, είδα τον άνθρωπο που πάντα είχε μια απάντηση να μην ξέρει τι να πει.
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 3…

0 comments:
Post a Comment