ΜΕΡΟΣ 2 — Το Σημείωμα Δεν Ήταν Τυχαίο: Όταν η Μάργκαρετ Ανακάλυψε Τι Έκρυβε ο Ντάνιελ στο 4Β
Δεν κοιμήθηκα σχεδόν καθόλου εκείνο το βράδυ.
Το μικρό λευκό χαρτί βρισκόταν πάνω στο τραπέζι της κουζίνας μου.
«Μην με προκαλείς, Μάργκαρετ.»
Τέσσερις λέξεις.
Τίποτα περισσότερο.
Κι όμως, ήταν αρκετές για να αλλάξουν εντελώς τον τρόπο με τον οποίο έβλεπα τον άνθρωπο που έμενε ακριβώς πάνω από το κεφάλι μου.
Μέχρι εκείνη τη νύχτα, ο Ντάνιελ Χάρτλεϊ ήταν απλώς ένας αγενής γείτονας.
Ένας άντρας που πετούσε χρησιμοποιημένα φακελάκια τσαγιού στο μπαλκόνι μου.
Ένας άνθρωπος που δεν σεβόταν τους άλλους.
Ένας άνθρωπος που γελούσε όταν του έλεγες ότι σου προκαλούσε ζημιά.
Τώρα όμως υπήρχε κάτι διαφορετικό.
Το σημείωμα.
Το όνομά μου.
Η ακριβής αναφορά στο διαμέρισμά του.
Και κυρίως…
Ο τρόπος με τον οποίο είχε φτάσει μέχρι το μπαλκόνι μου.
Δεν μπορούσα να σταματήσω να σκέφτομαι μία συγκεκριμένη ερώτηση.
Γιατί;
Γιατί να μπει κάποιος στον κόπο να γράψει ένα σημείωμα;
Γιατί να το αφήσει μαζί με ένα φακελάκι τσαγιού;
Και γιατί να θέλει να με φοβίσει;
Στις έξι και μισή το πρωί σηκώθηκα από το κρεβάτι.
Έφτιαξα καφέ.
Δεν άνοιξα την μπαλκονόπορτα.
Δεν ήθελα να ξέρω αν θα υπήρχε άλλο φακελάκι.
Όμως στις 7:04 άκουσα τον γνώριμο ήχο.
Τακ.
Έκλεισα τα μάτια.
Δεν χρειάστηκε να κοιτάξω.
Ήξερα.
Πλησίασα αργά στο τζάμι.
Κοίταξα κάτω.
Ένα ακόμα φακελάκι τσαγιού.
Ακριβώς δίπλα στη γλάστρα με τη λεβάντα.
Αλλά αυτή τη φορά δεν υπήρχε σημείωμα.
Και αυτό με ανησύχησε περισσότερο.
Γιατί σήμαινε ότι ο Ντάνιελ δεν χρειαζόταν πλέον να μου εξηγεί τίποτα.
Είχε ήδη καταλάβει ότι είχα πάρει το μήνυμα.
Πήρα το σημειωματάριό μου.
Έγραψα:
7:04 π.μ. — 16 Δεκεμβρίου.
Μετά έβγαλα το κινητό μου και φωτογράφισα το φακελάκι.
Δεν το πέταξα.
Το έβαλα σε μια μικρή πλαστική σακούλα.
Ίσως να ήταν υπερβολή.
Ίσως να ήταν γελοίο.
Αλλά είχα μάθει στη δουλειά μου ότι τα μικρά πράγματα αποκτούν αξία όταν κάποιος προσπαθεί να αποδείξει ότι δεν συνέβησαν ποτέ.
Στις οκτώ χτύπησε το κουδούνι μου.
Ήταν η κυρία Όκαφορ από το 2C.
Κρατούσε μια μικρή κατσαρόλα.
«Σου έφερα σούπα.»
Χαμογέλασα.
«Δεν χρειαζόταν.»
«Το ξέρω. Γι' αυτό την έφερα.»
Την άφησα να περάσει.
Με κοίταξε για λίγο.
«Είσαι καλά;»
«Ναι.»
«Δεν είσαι.»
Χαμογέλασα αμήχανα.
«Γιατί το λες αυτό;»
Έδειξε το τραπέζι.
Το σημείωμα ήταν ακόμα εκεί.
«Αυτό τι είναι;»
Πήρα μια ανάσα.
«Ο Ντάνιελ.»
Το πρόσωπό της σοβάρεψε.
«Ο καινούργιος από πάνω;»
«Ναι.»
«Τι έκανε;»
Της εξήγησα.
Τα φακελάκια.
Τις πετσέτες.
Τη συζήτηση.
Το σημείωμα.
Η κυρία Όκαφορ με άκουσε χωρίς να με διακόψει.
Όταν τελείωσα, έμεινε σιωπηλή.
«Μάργκαρετ…»
«Ναι;»
«Μην πας μόνη σου να τον αντιμετωπίσεις.»
«Δεν σκοπεύω να το κάνω.»
«Καλώς.»
Πήρε την τσάντα της.
Πριν φύγει, γύρισε προς το μέρος μου.
«Ξέρεις κάτι;»
«Τι;»
«Ο Ντάνιελ δεν είναι αυτός που νομίζεις.»
Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται.
«Τι εννοείς;»
«Δεν ξέρω.»
«Τότε γιατί το λες;»
Η κυρία Όκαφορ κατέβασε τη φωνή της.
«Γιατί πριν από μερικές εβδομάδες τον είδα να μιλάει με έναν άντρα έξω από την πολυκατοικία.»
«Ποιον άντρα;»
«Δεν τον γνώριζα.»
«Πώς ήταν;»
Σκέφτηκε για λίγο.
«Ψηλός. Γκρίζα μαλλιά. Μαύρο παλτό.»
«Και τι έλεγαν;»
«Δεν άκουσα πολλά.»
«Τι άκουσες;»
Με κοίταξε.
«Το όνομά σου.»
Ένιωσα την καρδιά μου να χτυπά πιο γρήγορα.
«Το δικό μου;»
«Ναι.»
«Είσαι σίγουρη;»
«Απόλυτα.»
Έμεινα ακίνητη.
«Τι άλλο άκουσες;»
Η κυρία Όκαφορ συνοφρυώθηκε.
«Κάτι για το 3Β.»
Ένιωσα το δωμάτιο να μικραίνει.
Δεν ήταν λοιπόν μόνο το φακελάκι.
Δεν ήταν μόνο το σημείωμα.
Κάποιος μιλούσε για μένα.
Κάποιος γνώριζε πού έμενα.
Και κάποιος είχε συνδέσει το όνομά μου με το διαμέρισμά μου.
«Γιατί δεν μου το είπες νωρίτερα;»
«Δεν ήθελα να σε ανησυχήσω.»
«Τώρα με ανησυχείς περισσότερο.»
«Το ξέρω.»
Η κυρία Όκαφορ έφυγε.
Έμεινα μόνη.
Πήρα το παλιό μου σημειωματάριο.
Άρχισα να γράφω όλα όσα ήξερα για τον Ντάνιελ.
Ημερομηνία μετακόμισης.
Διαμέρισμα.
Ώρες που έφευγε.
Ώρες που επέστρεφε.
Πότε εμφανίζονταν τα φακελάκια.
Πότε είχε μιλήσει μαζί μου.
Ποιος τον είχε επισκεφθεί.
Όσο περισσότερο έγραφα, τόσο περισσότερο ένιωθα ότι υπήρχε ένα μοτίβο.
Τα φακελάκια δεν έπεφταν τυχαία.
Σχεδόν πάντα στις ίδιες ώρες.
7:04 το πρωί.
9:02 το βράδυ.
Μερικές φορές 11:15.
Σαν ρολόι.
Και τότε μου ήρθε μια σκέψη.
Δεν τα πετούσε απλώς.
Με παρακολουθούσε.
Ήξερε πότε βρισκόμουν στο μπαλκόνι.
Ήξερε πότε άπλωνα ρούχα.
Ήξερε πότε έβγαινα για καφέ.
Και ίσως ήξερε πολύ περισσότερα.
Σηκώθηκα από την καρέκλα.
Πήγα στην πόρτα.
Άνοιξα το ματάκι.
Ο διάδρομος ήταν άδειος.
Όμως κάτι μου τράβηξε την προσοχή.
Στην απέναντι πλευρά του διαδρόμου υπήρχε μια μικρή κάμερα ασφαλείας.
Δεν ήταν εκεί παλιότερα.
Ή τουλάχιστον έτσι πίστευα.
Έμεινα να την κοιτάζω.
Μετά κοίταξα προς τα πάνω.
Το 4Β.
Ένα παράξενο συναίσθημα με διαπέρασε.
Άνοιξα την πόρτα και πλησίασα την κάμερα.
Κάτω από αυτή υπήρχε ένα μικρό αυτοκόλλητο.
Ιδιωτική εγκατάσταση.
Δεν ανήκε στην πολυκατοικία.
Και τότε άκουσα έναν ήχο πίσω μου.
Κλείδωμα.
Η πόρτα του 4Β άνοιγε.
Γύρισα.
Ο Ντάνιελ στεκόταν στην πόρτα.
Με κοιτούσε.
Δεν χαμογελούσε.
«Τι κάνεις εδώ, Μάργκαρετ;»
«Κοίταζα την κάμερα.»
Το βλέμμα του μετακινήθηκε προς αυτήν.
«Δεν είναι δική σου.»
«Ούτε δική σου είναι η πολυκατοικία.»
Για πρώτη φορά, φάνηκε να εκνευρίζεται.
«Γύρνα στο διαμέρισμά σου.»
«Γιατί;»
«Γιατί σου λέω να γυρίσεις.»
«Και αν δεν το κάνω;»
Έκανε ένα βήμα προς το μέρος μου.
«Τότε θα το μετανιώσεις.»
Δεν φώναξε.
Δεν χρειάστηκε.
Ο τρόπος που το είπε ήταν αρκετός.
Τον κοίταξα στα μάτια.
«Αυτό ήταν απειλή;»
Δεν απάντησε.
«Ντάνιελ.»
Έμεινε σιωπηλός.
Μετά χαμογέλασε ξανά.
Το ίδιο χαμόγελο.
Εκείνο που είχα δει όταν μου είπε ότι «θα μπορούσε να είναι και χειρότερα».
«Πήγαινε σπίτι σου, Μάργκαρετ.»
Έκλεισε την πόρτα.
Αυτή τη φορά δεν ένιωσα φόβο.
Ένιωσα κάτι άλλο.
Πείσμα.
Επέστρεψα στο διαμέρισμά μου και κάθισα στο τραπέζι.
Άνοιξα ξανά τον φάκελο με τα παλιά έγγραφα της πολυκατοικίας.
Είχα κρατήσει αντίγραφα από σχεδόν τα πάντα.
Συμβόλαια.
Κανονισμούς.
Παλιές ειδοποιήσεις.
Αναφορές συντήρησης.
Και τότε θυμήθηκα κάτι.
Το 4Β δεν ήταν πάντα κατοικημένο από τον Ντάνιελ.
Ο προηγούμενος ένοικος είχε φύγει πριν από σχεδόν δύο χρόνια.
Ένας ηλικιωμένος άντρας ονόματι Άρθουρ Μπλέικ.
Ένας ήσυχος άνθρωπος.
Πολύ ήσυχος.
Και λίγο πριν φύγει, είχε έρθει σε μένα για κάτι παράξενο.
Τότε δεν είχα δώσει σημασία.
Τώρα όμως θυμήθηκα ακριβώς τι μου είχε πει.
«Μάργκαρετ, αν κάποιος έρθει ποτέ και ρωτήσει για το 4Β…»
Είχα γελάσει τότε.
«Γιατί να ρωτήσει κάποιος εμένα;»
Ο Άρθουρ δεν είχε γελάσει.
«Γιατί εσύ θυμάσαι τα πάντα.»
Ένιωσα ένα ρίγος.
Σηκώθηκα αμέσως.
Άρχισα να ψάχνω τα παλιά μου αρχεία.
Κουτιά.
Φακέλους.
Έγγραφα.
Μέχρι που βρήκα έναν λεπτό καφέ φάκελο.
Πάνω του υπήρχε γραμμένο με το χέρι:
4Β — ΑΡΘΟΥΡ ΜΠΛΕΙΚ
Τον άνοιξα.
Μέσα υπήρχε μόνο ένα φύλλο χαρτί.
Και μία παλιά φωτογραφία.
Κοίταξα τη φωτογραφία.
Ήταν ο Άρθουρ έξω από την πολυκατοικία.
Δίπλα του στεκόταν ένας άντρας που δεν γνώριζα.
Όμως στο πίσω μέρος της φωτογραφίας υπήρχε μια ημερομηνία.
Και από κάτω, μία φράση γραμμένη με μολύβι:
«Αν επιστρέψει, μην του πεις ποτέ πού βρίσκεται η Μάργκαρετ.»
Τα χέρια μου άρχισαν να τρέμουν.
Γιατί η ημερομηνία της φωτογραφίας ήταν δεκατέσσερις μήνες πριν μετακομίσει ο Ντάνιελ.
Και τότε κατάλαβα ότι το φακελάκι τσαγιού δεν ήταν η αρχή.
Ήταν μόνο ο τρόπος με τον οποίο κάποιος ήθελε να με κάνει να κοιτάξω προς τα πάνω.
Προς το 4Β.
Και για πρώτη φορά αναρωτήθηκα αν ο Ντάνιελ είχε μετακομίσει στην πολυκατοικία…
εξαιτίας μου.
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 3…

0 comments:
Post a Comment